Σάββατο, 7 Απριλίου 2018

ΤΟ ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟ ΦΩΣ

COMICOGRAFIMATA
G_ΨΗΦΙΔΕΣ 

ΛΑΜΠΗΔΟΝΕΣ 


[ΧΧΧ] Το Αναστάσιμο φως





Τη νύχτα της Ανάστασης, αυτήν την αυστηρή εντολή είχε απ’ το σπίτι: Να παραμείνει στο ναό και μετά το “Χριστός Ανέστη”. «Μα, μαμά, όλοι φεύγουν, εγώ για ποιο λόγο να καθίσω;» διαμαρτυρήθηκε. «Άκουσες τι σου είπα; Δε θα κάνουμε, κι εμείς, ό,τι κάνουν οι άλλοι». “Ναι, αλλά εσύ με το μπαμπά δεν έρχεστε ποτέ στην εκκλησία, δε θυμάμαι ούτε μια φορά να πήγαμε όλοι μαζί”, ετοιμάστηκε να της αντιτάξει. Εν τούτοις, δεν τόλμησε να εξωτερικεύσει τη σκέψη του και υπάκουσε. Κι έμεινε μες στο “Ιερό Βήμα”, γιατί, συν τοις άλλοις, “υπηρετούσε” και τον παπα-Βαγγέλη.
Όλο το βράδυ δε χόρταινε να την κοιτάζει, την Έλενα, μες στο κόκκινο πουά φουστάνι που φορούσε. Απ’ αυτήν πήρε και το Άγιο φως, για να βρεθεί κοντά της. Αλλά η ξαδέλφη του έφυγε μετά το «Χριστός ανέστη» με τη μητέρα της, και δεν έβλεπε την ώρα ν’ απολύσει η εκκλησία. Κάποια στιγμή, τα ματάκια του άρχισαν να σφαλνούν, κι ο ιερέας το πρόσεξε.
– Άντε Άγη, παιδί μου, πήγαινε και ’σύ, δε σε χρειάζομαι άλλο, τον άκουσε να λέει, μες στο πρωτούπνι του, και, βιαστικά, βγήκε στο προαύλιο.
Τον κίνδυνο τον διαισθάνθηκε με το πρώτο: το αεράκι. Δεν υπήρχε πριν από λίγο, που ο παπα-Βαγγέλης έψαλε το “Χριστός ανέστη”. Το είχε βγάλει στο μεταξύ, απ’ τη μεριά της θάλασσας. Κόπηκε το αίμα του. Μέχρι τα σκαλοπάτια –ο ναός ήταν χτισμένος σ’ ένα ύψωμα– δε συνέβη τίποτε. Αλλά, μόλις άφησε τον ιερό χώρο, μια σπιλιάδα έγειρε τη φλόγα και κείνη μίκρυνε, έγινε μια σταλίτσα, και πήγε να σβήσει. Τη γλίτωσε, την τελευταία στιγμή, προστατεύοντάς την με το χέρι του. «Χριστούλη μου,... βοήθησέ με» προσευχήθηκε. Φαίνεται πως εισακούστηκε, γιατί η φλόγα ανορθώθηκε, όπως και το ηθικό του. Πήρε το κατηφορικό δρομάκι προς την πλατεία του χωριού κι ήταν πλέον σίγουρος ότι με σύμμαχο το Χριστό θα επιτελούσε το οικογενειακό του καθήκον, όπως κάθε χρόνο. Να πάει σώο το Άγιο φως στο σπίτι.

δεν πήρε είδηση πως είχε φτάσει στη μέση της θεοσκότεινης πλατείας,

Το φως όμως του κεριού τον στράβωνε, και δε διέκρινε το παραμικρό τριγύρω. Βάδιζε στα τυφλά και, έτσι, δεν πήρε είδηση πως είχε φτάσει στη μέση της θεοσκότεινης πλατείας, που, εκείνην την ώρα, έπληττε ένας δυνατούτσικος γρεγολεβάντες. Η φλόγα προσπάθησε να κρατηθεί ζωντανή, αλλά η μάχη με τον άνεμο απέβη άνιση και, αφού κουνήθηκε άτσαλα, πέρα δώθε, χορεύοντας παράξενα, έσβησε και, τότε, το σκότος έγινε πυκνότερο. Σταμάτησε επί τόπου και, αμέσως μετά, συνειδητοποίησε την οικτρή κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει. Κοίταξε κατά την εκκλησία, για να επιστρέψει να ξαναπάρει το Άγιο φως, μα η σκοτεινιά και η ερημιά τον τρόμαξαν. Ξέσπασε σε κλάματα και τον κατέλαβε απερίγραπτη απελπισία. Πάνω, λοιπόν, στην απόγνωσή του, η φωνή ακούστηκε σαν βάλσαμο.
– Εσύ ’σαι, Άγη; Γιατί κλαις;
Για τον Αντωνάκη, τον μπεκρή, επρόκειτο. Τώρα, γιατί τον αποκαλούσαν έτσι, λες κι ήτανε κανένα μικρό παιδί, δεν το κατάλαβε ποτέ, διότι ο Αντωνάκης φάνταζε θεόρατος, γίγαντας, στα μάτια του.
– Έσβησε η λαμπάδα μου, θείε Αντώνη, είπε λυπημένος.
– Και γι’ αυτό στενοχωριέσαι; τον άκουσε να λέει, σε ύφος που υποδήλωνε ότι γνώριζε τον τρόπο επίλυσης του προβλήματός του.
– Τι να κάνω; Θα με μαλώσουν οι γονείς μου.

εκεί απ’ όπου φαίνονταν τα φωτισμένα παράθυρα του σπιτιού του, στάθηκαν. 
Ο Αντωνάκης τον έπιασε απ’ το χέρι. Μύριζε κρασί –θα τα είχε κοπανίσει νωρίτερα, που τα μαγαζιά ήταν ανοιχτά–, τι τον ένοιαζε όμως; Αυτός τον έβλεπε σαν άγγελο εξ ουρανού. Διέσχισαν την πλατεία και, εκεί απ’ όπου φαίνονταν τα φωτισμένα παράθυρα του σπιτιού του, στάθηκαν. Σε κείνο το σημείο οι τοίχοι των οικοδομών εμπόδιζαν τον αέρα κι επικρατούσε νηνεμία. «Τι κρίμα να μην έχω το Άγιο φως» συλλογίστηκε κατηφής, όταν, ξάφνου, ακούστηκε ένας ξερός μεταλλικός κρότος και το έρεβος φωτίστηκε. Ακολούθως, μια ολόρθη φλόγα μετακινήθηκε και το σβησμένο φυτίλι λαμπάδιασε, ενώ εκείνος κοίταγε βουβός κι εκστατικός. Ο Αντωνάκης είχε ανάψει το τσακμάκι του. Σύγκαιρα, ακούστηκε να λέει:
– Μην το πεις πουθενά,... φωτιά από φωτιά δε διαφέρει. Χριστός ανέστη!
«Μα,...» άρχισε να λέει αλλά δε συνέχισε, επειδή αυτή η εξέλιξη τον έβγαζε από τη δεινή θέση που βρισκόταν.
– Αληθώς ανέστη!, θείε Αντώνη.
Στο σοκάκι, ώσπου να φτάσει στο σπίτι, συλλογιζόταν πως η θυμοσοφία του Αντωνάκη ήτανε πέρα για πέρα λαθεμένη. Φωτιά από φωτιά ίσως δεν έχει μεγάλη διαφορά, αλλά φωτιά από φως, και μάλιστα Φως αναστάσιμο, έχει στα σίγουρα! Σε λίγο, στεκόταν αναποφάσιστος έξω απ’ την πόρτα του πατρικού του με ανάμεικτα συναισθήματα. Ήταν αναγκασμένος, μια νύχτα σαν κι αυτή, να πει ψέματα και, το σπουδαιότερο, να γίνει η αιτία να μην μπει στο σπίτι τους το Άγιο φως. Μέσα κουβέντιαζαν. Όλοι αυτόν περίμεναν, για να στρώσει η μητέρα του το τραπέζι με τη μαγειρίτσα και τα κόκκινα αυγά.
«Χριστούλη μου,... βοήθησέ με» ψιθύρισε.
– Μαμάαα!... ήρθα! Έλα να φτιάξεις το σταυρό στο ανώφλι, δε φτάνω!
Άκουσε γρήγορα βήματα. Το βαρύ θυρόφυλλο άνοιξε και φάνηκε το λαμπερό πρόσωπο της Έλενας. Τα δυο παιδιά αγκαλιάστηκαν, χαρούμενα. Το μάτι του έπεσε στα κόκκινα διάστικτα γιακαδάκια και του φάνηκε πως είδε το πρόσωπο της γιαγιάς του, όχι όμως ζαρωμένο αλλά κοριτσίστικο, γελαστό.
– Ε, ξάδελφε,... τι σκέφτεσαι; Χριστός ανέστη! Δε σε πειράζει, φαντάζομαι, που πέρασα από δω κι έφερα, πρώτη, το Φως.
– Καθόλου, Έλενα! Αληθώς ανέστη! είπε κι έσβησε κρυφά τη λαμπάδα του, πατώντας με τα δάχτυλα τη φλόγα.

Τα δύο προηγούμενα μέρη της ιστορίας:


δεύτερη γραφή, 2018

CG-G-02-01-1-ΧΧΧ

___________________________
© ΒΕΚ, 2018 
Απαγορεύεται, ρητά, η αντιγραφή κι αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρους του, μ' οποιοδήποτε τρόπο, αυτούσιου ή τροποποιημένου, χωρίς την έγκρισή μου [Ν.2121/1993 (25 Α΄)]

2 σχόλια: