Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2018

ΤΟ ΡΟΥΜΠΙΝΙ ΜΕΝΤΑΓΙΟΝ

COMICOGRAFIMATA
G_ΨΗΦΙΔΕΣ 

ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΛΑΜΠΗΔΟΝΕΣ





[68] Το ρουμπινί μενταγιόν 


της πέρασε το μενταγιόν στο λαιμό


Το ρουμπινί μενταγιόν 


Η επίπλωση του δωματίου λιτή. Δυο σιδερένια μονά ντιβάνια, μια πλαστική καφέ ντουλάπα με φερμουάρ στη μέση, που άνοιγε κατακόρυφα, και ένα σπαστό τραπέζι κουζίνας για γραφείο με την καρέκλα του. Η στενή μπαλκονόπορτα είχε θέα στο φωταγωγό. Η ματιά χτυπούσε και ξαναγύριζε στο δωμάτιο, μια και δεν είχε πού αλλού να πάει. Στον τοίχο μια φωτογραφία της Μαρίας Σελλ σε μεγάλη ηλικία, πώς βρέθηκε εκεί δεν έμαθε ποτέ.
Παρασκευή απομεσήμερο. Είχαν ξαπλώσει κι οι δυο. Ο συγκάτοικός του, ο Μάνος, φοιτητής επί πτυχίω της Νομικής, γύρισε το κεφάλι και του είπε:
Απόψε θα ’ρθει η Ζωή.
Ξέρω, ξέρω. Εγώ την κοπανάω. Χαρτζιλίκι θα μου δώσεις μπαμπά για το σαββατοκύριακο;
Δεν κατάλαβες καλά! Μένεις και την ξαποστέλνεις από κει που ’ρθε!
Δεν μπορώ να κάνω τέτοια πράγματα εγώ, Μάνο!
Μπορείς και παραμπορείς. Θα της πεις να μην ξανάλθει. Τέρμα! Εγώ θα πάω για
διάβασμα σε φίλους και θα μείνω εκεί όλο το βράδυ. Μην τη βάζεις μέσα, και δε φεύγει μετά. Οι γυναίκες είναι σαν τις κολλιτσίδες.
Και, λέγοντας αυτά, πήρε ένα χοντρό βιβλίο κι έφυγε.

Έμεναν μαζί, ήταν και συγχωριανοί. Ο Μάνος είχε γνωρίσει τη Ζωή στο πανηγύρι του χωριού τους, το περασμένο καλοκαίρι. Έτσι του είπε. Έτυχε να παρευρίσκονται στην ίδια παρέα και δεν άργησαν να καταλάβουν ότι δεν υπήρχε τίποτε άλλο γύρω τους παρά μόνο αυτοί οι δυο. Λίγο έξω απ’ το χωριό και υπό τους ήχους των οργάνων η Ζωή «γνώρισε» το Μάνο κι ο Μάνος τη Ζωή. Εκεί έδωσαν λόγο να ξαναβρεθούν, πράγμα που έγινε. Όποτε ερχόταν η Ζωή, αυτός έβγαινε για καφέ να τους αφήσει μόνους.

Η Ζωή κατέφθασε το βραδάκι και χτύπησε το κουδούνι. Τριγωνικό προσωπάκι, μαύρα μαλλιά, μαύρα λαμπερά μάτια, μια εκλεπτυσμένη ομορφιά. Η σπιτονοικοκυρά άκουσε και βγήκε στο διάδρομο.
Ποιος είναι, Οδυσσέα;
Ένας φίλος μου, κυρία Τζένη. Θα διαβάσουμε μαζί απόψε.
Κάτι μουρμούρισε εκείνη και χάθηκε στο εσωτερικό του σπιτιού. Ένα δωμάτιό της νοικιάζανε όλο κι όλο, γι’ αυτό ήταν αναγκασμένοι να της δίνουν αναφορά. Δεν τους επέτρεπε να φέρνουν κοπέλες. Είχε μείνει γεροντοκόρη και ζήλευε. Αφού καμιά φορά τις έκρυβαν στην ντουλάπα, άμα υποψιαζόταν κάτι και τους έκανε έλεγχο.
Πέρασε μέσα, Ζωή, είχες καλό ταξίδι; Με τραίνο ήρθες;
 Ναι, είπε κι άφησε κάτω την τσάντα της.
Πού είναι ο Μάνος; Τις άλλες φορές με περίμενε στο Σταθμό.
Τη λυπήθηκε πολύ.
Πήγε σε φίλους να διαβάσει, έχει εξεταστική... περίοδο, είπε και γέλασε, αλλά το μετάνιωσε αμέσως.
Δηλαδή δε θα ’ρθει;
Δεν ξέρω Ζωή, τι συνεννοηθήκατε;
Έκλαψε εντελώς απρόοπτα και τον ξάφνιασε. Στο μεταξύ είχε καθίσει στην άκρη του κρεβατιού. Φορούσε μαύρη πλισέ φούστα και λευκό πουκάμισο. Στο λαιμό της ήταν κρεμασμένο ένα εντυπωσιακό ρουμπινί κόσμημα που τρανταζόταν. Πλάγιασε στο μαξιλάρι και βαλάντωσε στο κλάμα. Το κορμί της έτρεμε.
Δεν ήξερε πώς να χειριστεί την υπόθεση. Δεν τολμούσε και να την αγγίξει.
Γιατί, γιατί;..
Μαύρισε η καρδιά του. Κάθισε απέναντι και την κοιτούσε. Κάποια στιγμή παρατήρησε ότι δεν κουνιότανε. Πλησίασε και αφουγκράστηκε. Η ανάσα της ακουγόταν ήσυχη. Έριξε μια ματιά στο ρολόι: Έντεκα. Συνήθως αυτήν την ώρα άνοιγε το τρανζίστορ κι άκουγε κανένα ραδιοπειρατή, διαβάζοντας μέχρι το πρωί. Απόψε όμως δεν υπήρχε αυτή η δυνατότητα. Έβαλε τα χέρια πίσω απ’ το κεφάλι και κοίταγε αφηρημένα τη Μαρία Σελλ. «Καιρός να την αλλάξουμε, να βάλουμε κανένα μουσικό συγκρότημα» σκέφτηκε.

Αρχικά, της τράβηξε τις γόβες, σιγά σιγά, και τις έβγαλε απ’ τα πόδια της. Μετά, κατέβασε το φερμουάρ της φούστας κι όπως αυτή ήταν λεπτή, την έσυρε εύκολα. Την τοποθέτησε προσεκτικά στη ράχη της καρέκλας. Η Ζωή αναστέναξε και τανύστηκε. Προσπαθώντας να μην κοιτάζει τα γυμνά μπούτια της, βάλθηκε να της ξεκουμπώσει το πουκάμισο. Τότε άνοιξε τα μάτια της.
Σ’ ευχαριστώ, αλλά άσε θα το κάνω μόνη μου. Δε σ’ έχω ξαναβρεί εδώ.
Δεν έτυχε, είπε ψέματα.
Σηκώθηκε και τράβηξε απ’ την τσάντα ένα νυχτικό. Απ’ το μήκος και το χρώμα του κατάλαβε ότι προοριζόταν μόνο για τα μάτια του Μάνου.
Ζωή, έχεις φάει;
Σούφρωσε τη μυτίτσα της και είπε:
Πεινάω.
Περίμενέ με.
Βγήκε κι έτρεξε στο σουβλατζίδικο που έτρωγε όταν δεν πήγαινε στη Λέσχη, δηλαδή τα σαββατοκύριακα.





Τον περίμενε ξύπνια και ανασηκώθηκε στο κρεβάτι, σταυρώνοντας τα πόδια της. Άρπαξε το δικό της και το καταβρόχθισε σε χρόνο μηδέν. Έγλυψε και τα δάχτυλά της.
Μμμ,.. νοστιμότατο, είπε.
Μοιράστηκαν και το τρίτο. Σκουπίστηκε και ακούμπησε στον τοίχο το κεφάλι της.
Όλα τα καλά έχουν ένα τέλος. Εκεί που κάνεις όνειρα, πέφτει ο ουρανός στο κεφάλι σου. Άντε να σηκωθείς μετά.
Δε μίλησε.
Μου ’λεγε ότι μ’ ερωτεύτηκε. Αλλά ο έρωτας δεν είναι σταθερό συναίσθημα, είναι σαν τον τυφώνα που ξάφνου καταλαγιάζει, αφήνοντας ερείπια στο πέρασμά του.
Έγειρε και τράβηξε πάνω της το σεντόνι.
Καληνύχτα...
Οδυσσέα, με λένε.
Καληνύχτα, Οδυσσέα.
Καληνύχτα, Ζωή.
Έσβησε το φως. Την είδε που γύρισε προς τον τοίχο. Έκανε σχέδια στον τοίχο με το δάχτυλο.
Ζωή,.. δε θα σε ξαναδεί! είπε και παραλίγο να ’βαζε τα κλάματα.
Στράφηκε απότομα και έμεινε να τον κοιτάζει αμίλητη. Δεν έκλαψε, ίσως να το ’χε καταλάβει. Έγειρε μπρούμυτα και κλώτσησε με μανία το σεντόνι.
Ηλίθιε!.. Αχάριστε!..
Μπορεί να μην έκλαιγαν τα μάτια της, έκλαιγε όμως η ψυχή της. Την άκουγε που ρουφούσε τη μύτη της.
Μπορώ να βοηθήσω σε κάτι, Ζωή;
Να του πεις ότι είναι μεγάλο κωλόπαιδο!
Δεν ξαναμίλησαν. Ένα μισόγυμνο κορίτσι δίπλα του –η Ζωή δε φρόντισε να τακτοποιήσει το νυχτικό που μαζεύτηκε στη μέση της- κι είχε να πάει με γυναίκα καιρό. Η αδρεναλίνη που χυνόταν στο αίμα του τον εμπόδιζε να κοιμηθεί και η καρδιά του σφυροκοπούσε στο στήθος. Άνοιξε την μπαλκονόπορτα ν’ ανασάνει. Κοίταξε την ώρα: Μία. Γύρισε το κεφάλι κι είδε το γυμνό της σώμα που γυάλιζε στο εξωτερικό φως.
Κάποτε πρέπει να κοιμήθηκε κι αυτός, γιατί δεν την αντιλήφθηκε πότε ακριβώς σηκώθηκε. Είχε φωτίσει, κι ήταν από πάνω του. Ίσως να τον σκούντησε.
Γεια σου, Οδυσσέα. Σ’ ευχαριστώ για τη φιλοξενία,.. και για την εγκράτειά σου! συμπλήρωσε γελαστά.
Κι έφυγε όπως ήλθε, αθόρυβα, με το κεφάλι ψηλά. Βγήκε στο διάδρομο και πρόλαβε να χαρεί τη μαύρη φούστα ν’ ανεμίζει απ’ το λίκνισμα της λεπτής της μέσης. Γύρισε στο δωμάτιο και κοίταξε θλιμμένος το τσαλακωμένο σεντόνι πάνω στ’ άδειο κρεβάτι εκεί που πριν από λίγο βρισκόταν εκείνη.
«Ψύχραιμα, φίλε», μονολόγησε, «δεν ήταν γκόμενά σου και πάει τέλειωσε. Η αποστολή εξετελέσθη!»

Εν τούτοις, είχε την εντύπωση πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Κάτι προσπαθούσε να του πει η διαίσθησή του, αλλά το μυαλό δεν μπορούσε να καταλάβει. Συγκεντρώθηκε προκειμένου να επαναφέρει στο νου του τις ψεσινές εικόνες. Τίποτε το αταίριαστο. Να ήταν κάτι που έγινε όσο κοιμόταν; Και δε θα ξυπνούσε;
Αφού έστρωσε το κρεβάτι μην καταλάβει ο Μάνος πως πέρασε τη νύχτα μαζί της, κάθισε να διαβάσει τα γράμματά της. Ο Μάνος δεν τα έκρυβε. Θετικότατη, με ελεγχόμενο συναισθηματισμό. Ούτε καρδούλες ούτε δακρύβρεχτα παραληρήματα. «Μάνο, έκανες τη μεγαλύτερη μαλακία της ζωής σου» συλλογίστηκε.
Ο Μάνος ήρθε κατά το μεσημέρι.
Εντάξει, έφυγε;
Ναι, την έστειλα με το ίδιο εισιτήριο.
Να σου πω και το ευχάριστο νέο. Αρραβωνιάζομαι το άλλο Σάββατο στο χωριό, τη Στέλλα, την ξέρεις.
Την γνώριζε, γιατί κι αυτός τη γουστάριζε, όχι όμως και να την παντρευτεί.
Ανέκυψαν κάποια μικροπροβλήματα για την προίκα, αλλά εν τέλει τα βρήκαμε και συμφωνήσαμε.
Γι’ αυτό ήθελε να ξεφορτωθεί τη Ζωή! Του ’ρθε να τον χαστουκίσει, αλλά ήταν μεγαλύτερός του και, άλλωστε, δεν του ’πεφτε λόγος. Η Στέλλα, μια αφράτη χωριατοπούλα, ούτε όμορφη ήταν ούτε του πνευματικού επιπέδου του Μάνου. Με το ζόρι είχε βγάλει το Δημοτικό. Θα διέθετε, φαίνεται, κρυφά προσόντα. Ο Μάνος θα ήξερε. Δεν έχανε τίποτε να τον ρωτήσει.
Να ζήσετε, Μάνο! Τα είχατε;
Ένα ηφαίστειο, Οδυσσέα. Τι να σου πω. Φωτιά και λαύρα!
Ξάπλωσε και, χωρίς να τον κοιτάξει, ρώτησε:
Τι θέλει να σπουδάσει η Ζωή;
Αρχιτέκτων. Τον ερχόμενο Σεπτέμβριο θα δώσει εξετάσεις. Θα τα καταφέρει, είναι έξυπνη και μελετηρή. Άντε, του χρόνου μπορεί να βρεθείτε συμφοιτητές στην Πολυτεχνική.
Καταχάρηκε, αλλά δεν πρόσεξε να εκδηλώνεται κανένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον εκ μέρους της Ζωής. Σα να μην υπήρχε μες στο δωμάτιο. Ωστόσο, ήταν ευγενική, τον ευχαρίστησε που δεν εκμεταλλεύτηκε την περίσταση. «Σ’ ευχαριστώ για την εγκράτειά σου!» Από μέσα της, ασφαλώς, θα γελούσε που "γλύτωσε".. Δε βαριέσαι, αυτός έκανε ό,τι του υπαγόρευσε η συνείδησή του.
Είχαν περάσει δύο ώρες από τότε που έφυγε η Ζωή και τα φαιά κύτταρα είχε πάρει φωτιά. «Δε θες να μου άφησε δώρο το νυχτικό της;» σκέφτηκε και σηκώθηκε για να ψάξει στην ντουλάπα. Με το θόρυβο, ο Μάνος γύρισε να δει και δεν το επιχείρησε. Κοίταξε κάτω απ’ το κρεβάτι του.
Τι ψάχνεις;
Τη χτεσινή εφημερίδα. Πού την έβαλα, γαμώ το.
Κάνε ησυχία, σε παρακαλώ, είμαι ξενύχτης.
Ξάπλωσε πάλι και τρύπωσε το χέρι κάτω απ’ το μαξιλάρι. Τον βόλευε αυτή η στάση. Κι έπιασε κάτι σκληρό! Το πασπάτευσε. Δε χρειαζόταν να το δει. Να, τι είχε συμβεί! Όταν η Ζωή έσκυψε αποπάνω του δεν υπήρχε στο λαιμό της το ρουμπινί κόσμημα! 
Αν έφευγε με τραίνο, μπορεί να την προλάβαινε. Σηκώθηκε, ντύθηκε στο λεπτό, χωρίς να κάνει θόρυβο, και βγήκε. Στην αγίου Δημητρίου πήρε ταξί για το Σιδηροδρομικό Σταθμό.

Με το βλέμμα του σάρωσε το μεγάλο χώρο. Ήταν εκεί! Τον είδε κι εκείνη και σηκώθηκε.Την πλησίασε και αμίλητος της πέρασε το μενταγιόν στο λαιμό. Μετά, στάθηκε αναποφάσιστος.
Την έβλεπε που με το ζόρι συγκρατούσε τα γέλια.
Τι περιμένεις; Να σου δώσω φιλοδώρημα που μου το ’φερες;



(Ακούγεται το γέλιο και των δυο)


Α Υ Λ Α Ι Α



CG-G-02-01-1-68
_________________________________
© ΒΕΚ, 2017 Απαγορεύεται, ρητά, η αντιγραφή κι αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρους του, μ' οποιοδήποτε τρόπο, αυτούσιου ή τροποποιημένου, χωρίς την έγκρισή μου [Ν.2121/1993 (25 Α΄)]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου