Τρίτη, 13 Φεβρουαρίου 2018

ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΩΗΝ

COMICOGRAFIMATA
G_ΨΗΦΙΔΕΣ 

ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΛΑΜΠΗΔΟΝΕΣ


[65] ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΩΗΝ

εικόνες: Fabian Perez


Διατηρούσαμε ερωτική σχέση δύο χρόνια

Ραντεβού με την πρώην

Με την Έρη είχαμε να ιδωθούμε κάπου δεκαπέντε χρόνια. Γι’ αυτό, όταν είδα στην οθόνη του κινητού μου το μήνυμά της, έμεινα με το στόμα ανοιχτό. «Θέλω να βρεθούμε, το βράδυ, στις 9, στο bar [...]». Αυτά τα δεκαπέντε χρόνια δε μιλήσαμε ούτε μία φορά. Όχι πως την είχα ξεχάσει, η Έρη δεν είναι απ’ τις γυναίκες που ξεχνάει κανείς. Διατηρούσαμε ερωτική σχέση δύο χρόνια. Πάνω κει μ’ άφησε και εκ των υστέρων έμαθα πως παντρεύτηκε. Άλλον φυσικά. Με προβλημάτισε όμως το γεγονός ότι βρήκε τον αντικαταστάτη μου σχεδόν αμέσως. Πολλές φορές μου πέρασε απ’ το νου ότι μας είχε ταυτόχρονα.
Το μήνυμα, αυτό καθαυτό, δεν έλεγε τίποτε. Να βρεθούμε κι όχι να σε δω. Και πουθενά η φράση κλειδί: επειδή μου ’λειψες. Όχι, δεν επρόκειτο για ερωτοδουλειά. Κάτι άλλο ζητούσε. Τώρα που το σκέφτομαι, με εκπλήσσει το γεγονός που, μολονότι ζούμε στην ίδια πόλη, για δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια δε βρεθήκαμε ούτε καν τυχαία στο δρόμο! Κάποια φορά που της ζήτησα να συναντηθούμε για καφέ, αλλού την περίμενα εγώ αλλού πήγε εκείνη, κάπως δικαιολογήθηκε τότε, μια δεύτερη τα μάσησε. Διάβολε, είχα καταντήσει ζήτουλας, κι έκτοτε έπαψα να την ενοχλώ! Με τον άντρα της δε ξέρω πώς τα πήγαιναν, ούτε τον είχα δει ποτέ. Η μόνη επικοινωνία που είχα μαζί της ήταν πνευματική. Τι εννοώ; Την έβλεπα πολύ συχνά στα όνειρά μου. Ή μήπως εκείνη ερχόταν; Αδιευκρίνιστο σημείο. Πάντως, η Έρη είχε ισχυρή προσωπικότητα -όταν επέλεγε αυτό το προσωπείο- κι ενδεχομένως να διέθετε την ικανότητα να υπεισέρχεται, ακούσια ή εκούσια, στις ονειρικές μου περιπέτειες. Αυτές οι εμφανίσεις της μου άφηναν μια γλυκύτητα στην καρδιά. Ξυπνούσα χαμογελαστός, με την αίσθηση ότι ήμασταν μαζί, αλλά μετά, που κοιτούσα το άδειο κρεβάτι και αντιλαμβανόμουν ότι η πολύχρωμη φυσαλίδα είχε σπάσει, μ’ έπιανε μελαγχολία. Για να είμαι ειλικρινής, τότε, με το ζόρι

κρατιόμουνα και δε σήκωνα το τηλέφωνο. Αλλά πρυτάνευε η λογική, γιατί δεν ήθελα να της προξενήσω οικογενειακό πρόβλημα. Κανόνας απαράβατος. Είχε παιδιά; Δεν ήξερα. Πού εργαζόταν, δεν ήξερα. Πού σύχναζε, δεν ήξερα. Τίποτε δεν ήξερα που να πάρει ο διάολος! Σα να μη συνυπήρξαμε ποτέ. Δε μου ’χε χαρίσει και κάτι δικό της να τη βλέπω μέσ' απ' αυτό. Και τότε αναδύθηκε η μυρωδιά απ' τα έγκατα της μνήμης. Κατέβασα το κουτί που φυλάω τα ενθύμιά μου κι ανέπνευσα με ανακούφιση. Ήταν το μόνο πράγμα της που είχα. Κράτησα στα χέρια μου το κουτάκι. Τις μασούσε δυο δυο. Τις τσίχλες. Κι όταν τη φιλούσα, ευωδίαζε διπλά. Το άνοιξα και τράβηξα το ροζ σλιπάκι. Είχε τη μυρωδιά της τσίχλας και του αρώματος που φορούσε κείνη τη μέρα.“Τι κάνεις;”, διαμαρτυρήθηκε.“Πώς θα βγω έξω γυμνή;!” “Γιατί, σκοπεύεις να μου δωρίσεις και το φόρεμά σου;” αστειεύτηκα.


Πήγα νωρίτερα και την περίμενα. Μια αγωνία την είχα, να μη λέω ψέματα. Ντυμένος σαν εγγλέζος λόρδος, για να της κάνω εντύπωση. Πού να ’ξερα ο φουκαράς! Με το που μπήκε, την είδα, τη γνώρισα θέλω να πω. Δεν είχε αλλάξει καθόλου και της το ’πα.
«Όχι να με δουλεύεις και συ, ρε Βάιο! Είμαι δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερη κι απόκτησα ρυτίδες, δεν το βλέπεις;»
«Πάντα η θετική, προσγειωμένη, Έρη!»
Φιληθήκαμε στις άκρες των χειλιών. Γέλασα.
«Γιατί γελάς;»
«Θυμήθηκα την πρώτη φορά που φιληθήκαμε κι αναρωτήθηκες: Τι κάνουμε τώρα;»
Κι εσύ μου ’πες: «Τίποτε δεν κάναμε ακόμη, τώρα θα το κάνουμε!»
«Θυμάμαι όμως και τον τελευταίο καιρό, λίγο πριν εξαφανιστείς, που δεν μ' άφηνες να σε φιλήσω. Έπρεπε, τότε, να το 'χα καταλάβει εγκαίρως, αλλά μου 'λειπαν οι εμπειρίες».
«Τι θες να πεις;»
«Τα χρόνια που μεσολάβησαν με δίδαξαν ότι όποια γυναίκα δε μου δίνει τα χείλη της δεν είναι μαζί μου, αλλά κάπου αλλού. Απλά, είναι θέμα χρόνου να την κάνει» είπα και πρόσεξα ένα νευρικό τικ στο πρόσωπο της Έρης, που σοβάρεψε απότομα, όπως ακριβώς και πριν δεκαπέντε χρόνια.
Ένευσα στην γκαρσόνα, ένα αδύνατο κορίτσι με μαύρο φαρδύ παντελόνι- αταίριαστο πάνω στο λεπτό της κορμί, που ήρθε αμέσως.
«Κόκκινο κρασί για την κυρία, παρακαλώ» της είπα ευγενικά, ενώ εκείνη κοίταζε την Έρη από πάνω ως κάτω. Λεσβία ήταν ή με παρακολουθούσε, από ώρα, με την ελπίδα πως περιμένω κανένα σκιάχτρο και στενοχωρήθηκε;
«Αμέσως, κύριε!» την άκουσα να μουρμουρίζει και με κοίταξε (επιτέλους!), γιατί προς στιγμήν, νόμισα ότι δε μ' άκουσε. Αλλά η Έρη ήταν πολύ όμορφη, για ν’ αρέσει μόνο σε άντρες.
«Ομοφυλόφιλη;»
«Δεν το πιστεύω! Την εντυπωσίασα! Ωστόσο, η αλήθεια είναι πως ζήλεψε που είμαι μαζί σου, δεν το κατάλαβες; Είσαι σαγηνευτικός άντρας, μα είναι κοριτσάκι! Μου φαίνεται ότι θέλεις μαθήματα γυναικείας ψυχολογίας».
«Ίσως, αλλά είναι αδύνατο να περάσω το μάθημα, επειδή για κάθε γυναίκα αντιστοιχεί ένα και μόνο βιβλίο και χρειάζεται πολύ διάβασμα».
Χαμογέλασε κι είδα πως είχε φροντίσει τα δόντια της που τώρα της πρόσθεταν ιδιαίτερη γοητεία. Εντάξει, ρε Έρη, αποτέλειωσέ με! Αυτό επιδίωκες και με κουβάλησες νυχτιάτικα;
Η, πάλαι ποτέ, καλή μου φορούσε, σφιχτά δεμένο στη μέση, το μαύρο παλτό και, όταν το ξεκούμπωσε, πρόβαλε το φόρεμα που με τρέλαινε. Από πάνω μαύρο, αποκαλυπτικό, και κάτω πουά. Μια δική μου επιλογή και της ερχότανε γάντι ακόμα. Η Έρη θα μου ζητούσε κάτι πολύ μεγάλο, ήμουνα σίγουρος! Έκανα πως δεν το πρόσεξα και την είδα που δάγκωσε τα χείλη αμήχανα.
«Αν το φόρεσες μόνο για μένα, σ’ ευχαριστώ».
«Βάιο, χρειάζομαι τη βοήθειά σου», είπε αντί ν’ απαντήσει.
«Αν είναι κάτι που περνάει από το χέρι μου, μετά χαράς».
«Θέλω να με απαλλάξεις από κάποιον ενοχλητικό».
«Έρη, πώς σου πέρασε από το νου ότι μπορώ να σκοτώσω άνθρωπο;»
Ήπιε μια γουλιά κρασί και με κοίταξε στα μάτια.
«Πόσο καλά νομίζεις ότι με ξέρεις;»
«Θα σου πω την αλήθεια. Έχω την εντύπωση ότι δε γνώρισα, στην ολότητά του, το χαρακτήρα σου. Δεν είχα τον απαραίτητο χρόνο. Χωρίσαμε γρήγορα και το προπέτασμα του πάθους δεν είχε καθαρίσει, για να σε δω όπως είσαι. Αίφνης,.. πάντα είχα την υποψία ότι, τότε που μ’ έκανες πέρα, για το νυν σύζυγό σου, έπαιζες σε διπλό ερωτικό ταμπλό».
«Ήμουνα μικρή και άμυαλη. Τότε όμως, ήσουν εσύ που μου επέτρεψες να φύγω χωρίς παρατράγουδα. Δυστυχώς, τώρα, είναι κάποιος που δεν ξεκολλάει και η κατάσταση όλο και χειροτερεύει».
«Δεν το πιστεύω! Απατάς τον άντρα σου!»
«Δεν είναι ώρα να σου εξηγήσω».
«Πρέπει να μ' ενημερώσεις τι τύπος είναι, να δούμε πως θα το μεθοδεύσουμε κι αν μπορώ ν’ ανταποκριθώ».
«Δεν υπάρχει χρόνος, ήδη έχει μπει στο bar και κοιτάζει προς τα δω. Του έδωσα ραντεβού την ίδια ώρα περίπου».
«Τρελάθηκες, Έρη! Φεύγω αυτήν τη στιγμή».
«Μη σε παρακαλώ, θα κάνω ότι μου ζητήσεις».
«Είσαι πρόστυχη, Έρη! Ναι αυτό ήσουν, αλλά δεν το είχα καταλάβει. Το ’κανες και με τους δυο μας τότε. Πώς μπορούσες; Σωματικά και ψυχικά, εννοώ. Είχε καμιά διαφορά;».
«Δεν είναι ώρα ν’ αναλύσουμε τις αντοχές του σώματος και της ψυχής μου, Βάιε. Κι αν θες να ξέρεις... ναι, υπήρχε διαφορά, ήσουν κατά πολύ καλύτερός του σ' όλα. Πες του ότι τα ’χουμε και να του δίνει. Είσαι αποφασιστικός εσύ!»
«Θεέ μου! Ακούγεται πολύ κυνικό».

"Βάιο, χρειάζομαι τη βοήθειά σου"

Στο μεταξύ, ο γκόμενος της Έρης, ένας γεροδεμένος πενηντάρης,-μεγαλύτερός της;!- ερχόταν προς το τραπέζι μας. Εμένα δε μου ’δωσε καμία σημασία.
«Καλησπέρα, Έρη».
Η Έρη τον κοίταξε λοξά, αλλά δε μίλησε.
«Ποιος είναι ο κύριος;»
«Είμαι το άλλο μισό της Έρης. Αλλά, κατά σύμπτωση, έχω την ίδια απορία: εσύ ποιος είσαι;»
«Πουτάνα!» της πέταξε με μίσος.
«Για πρόσεξε τις εκφράσεις σου. Δεν το ’πιασες αυτό που σου είπα; Είμαι ο άντρας της κυρίας και αν σε ξαναδώ να την ενοχλείς κάηκες», είπα μισοσοβαρά, μισοάγρια.
«Ο άντρας της! Σώπα, καλέ!»
Κι εντελώς ξαφνικά χαστούκισε δυνατά την Έρη. Η Έρη τσίριξε, κλονίστηκε και σωριάστηκε στο πάτωμα. Τρομαγμένες φωνές ακούστηκαν μέσα στο bar. Ύστερα, σε χρόνο dt συνέβησαν τα εξής: Εγώ έπεσα πάνω του, άκουσα ένα μεταλλικό κλικ, η Έρη είδε τη λεπίδα που τινάχτηκε και ούρλιαξε, αισθάνθηκα κάτι μαλακό να εισχωρεί κάπου μέσα μου και μετά... ξύπνησα στο νοσοκομείο. Απέναντί μου έβλεπα θολά την Έρη και δυο αστυνομικούς. Όλοι χαμογελούσαν. Ακόμα και η νοσοκόμος που ήρθε πάνω απ’ το κεφάλι μου μειδιούσε. Πού ήταν το αστείο;
«Ο γιατρός είπε πως μπορείτε να μιλήσετε, αν το θέλετε».
Προτού της απαντήσω, σκέφτηκα ότι: Πριν από κάποιες ώρες, μέρες, βδομάδες, χρόνια, δεν ξέρω, είχα συναντηθεί, σε ύποπτο ραντεβού, με μια παντρεμένη, ο εραστής της προσπάθησε να με σκοτώσει (γιατί οι άντρες θεωρούν, ακόμη και στις μέρες μας, τις γυναίκες ιδιοκτησίες τους, σαν το αυτοκίνητό τους λόγου χάριν), εγώ είπα ψέματα πως ήμουν ο σύζυγος της Έρης, που σημαίνει ότι: τα επόμενα χρόνια, δεν ξέρω πόσα, αλλά υποψιάζομαι πολλά, θα ήμουν μόνιμος θαμώνας στις δικαστικές αίθουσες ως θύμα, μάρτυρας κατηγορίας, μπορεί και κατηγορούμενος για πλαστοπροσωπία, και το σπουδαιότερο θα ’πρεπε να πείσω το σύζυγο της Έρης ότι δεν ήταν αυτό που νόμιζε.
«Αν δεν μπορείτε σήμερα, ερχόμαστε αύριο, δεν επείγει, ο δράστης συνελήφθη, απλά λείπει η κατάθεσή σας», άκουσα να λέει ο ένας αστυνομικός.
Ένευσα ότι δεν μπορώ, (στην πραγματικότητα ήθελα να σκεφτώ πρώτα, ίσως να συμβουλευόμουνα και κανένα δικηγόρο), κι οι δυο τους σηκώθηκαν, και κάνοντας μια υπόκλιση, έφυγαν. Η Έρη όμως παρέμεινε εκεί, στη θέση της, την έβλεπα κάπως καθαρότερα.
Ήθελα να της πω, τι μου ’κανες ρε Έρη, κόντεψε να με σκοτώσει το καθίκι, δε θα ζούσα τώρα, ούτε και ξέρω που είμαι χτυπημένος, πονάω γαμώ το, έτσι κάνουν οι πρώην τους πρώην τους; δε σε αναγνωρίζω, εσύ να ’χεις γκόμενο; και γιατί δε μου ’λεγες εμένα να σε καλύψω σεξουαλικά αφού αυτό ήταν το πρόβλημα και παραδέχεσαι πως είμαι καλός σ' αυτά, ο άλλος δε σε πηδάει έτσι δεν είναι; ή μήπως σου φέρεται άσχημα;, κι αφού το ’κανες που το ’κανες, δεν εύρισκες ένα τεκνό να το φχαριστηθείς; πήγες μ’ ένα μεγαλύτερό σου; του υποκόσμου;, και πότε θα βγω από δω μέσα; άντε, ρε Έρη! ήθελες να μ’ εκδικηθείς που δεν σου πρότεινα να παντρευτούμε, τότε, και μ’ έσυρες σαν πρόβατο στη σφαγή; πες το μου καθαρά να το ξέρω, και τώρα τι θες και με πλησιάζεις; να με φιλήσεις σαν τον Ιούδα; όχι δε θέλω τα φιλιά σου...τι είπες;... διέφυγα τον κίνδυνο;... κι εσύ ήσουν πλάι μου όλον τον καιρό;... φώναξε λίγο να σ' ακούσω... γιατί χαμήλωσες τη φωνή σου;...
«Ήταν ο άντρας μου, Βάιο! Υπέφερα μαζί του, με χτυπούσε μα έκανα υπομονή, δεν ήξερα όμως ότι ήταν και μαχαιροβγάλτης. Χωρίσαμε, τέλειωσα μαζί του».
«Τι;!!... Ο άντρας σου; Θεέ και Κύριε!..» αναφώνησα θυμωμένα κι έκανα να σηκωθώ, αλλά ο πόνος με καθήλωσε.
Με άγγιξαν όμως τα χείλη της και η ανάκατη οσμή τσίχλας κι αρώματος με γλυκολίγωσε και μου πέρασε. Κι ο θυμός και ο πόνος.
«Βάιο... με θες για γυναίκα σου;»
«!!...» 
Να το ξέρετε... τα όνειρα... τα όνειρα βγαίνουν πάντα αληθινά!
«Αν με βοηθήσεις ν’ απαλλαγώ κι απ’ τη δική μου γκόμενα, ναι».



(Ακούγονται τα γέλια της Έρης)


ΑΥΛΑΙΑ


CG-G-02-01-1-65
_________________________________
© ΒΕΚ, 2017 Απαγορεύεται, ρητά, η αντιγραφή κι αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρους του, μ' οποιοδήποτε τρόπο, αυτούσιου ή τροποποιημένου, χωρίς την έγκρισή μου [Ν.2121/1993 (25 Α΄)]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου