Σάββατο, 9 Δεκεμβρίου 2017

ΝΟΥΒΕΛΑ ΤΗΣ ΕΛΕΑΝΑΣ, Η,

COMICOGRAFIMATA
G_ΨΗΦΙΔΕΣ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

Η ΝΟΥΒΕΛΑ ΤΗΣ ΕΛΕΑΝΑΣ



ΕΙΚΟΝΑ: Ζωγραφική, Andrew Atroshenko



ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Η Ελεάνα και ο Άλκης διατηρούν έναν ιδιότυπο δεσμό. Αλληλοεκτίμηση, στενή φιλία, υποφώσκουσα ερωτική διάθεση; Τι είναι αυτό που χαρακτηρίζει τη σχέση τους; Η διήγηση ξεκινάει από τη χρονική στιγμή που ο κόμπος έχει φτάσει στο χτένι, δεν πάει άλλο κατά τη λαϊκή έκφραση. Ο Άλκης, έχοντας δοκιμάσει πολυάριθμες μεθόδους προσέγγισης, προκειμένου να εντάξει το ερωτικό στοιχείο στη ζωή τους, που δυστυχώς δεν τελεσφόρησαν, παίρνει την απόφαση ν’ αποτραβηχτεί. Από τότε αρχίζουν να τούς συμβαίνουν παράδοξα και ανεξήγητα γεγονότα. Αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο η Ελεάνα, ο κύριος χαρακτήρας της ιστορίας, και όπου παρίσταται ανάγκη ο συγγραφέας σε τρίτο.







I

ΕΙΣΑΓΩΓΗ




Π
ανάρχαιο το ερώτημα όσο και η απάντηση. Γίνεται να είναι φίλοι μια γυναίκα κι ένας άντρας, χωρίς να ’ναι ταυτόχρονα κι εραστές; Κατηγορηματικά όχι. Το ερωτικό ένστικτο υπερτερεί και εκμηδενίζει, εξαφανίζει τη φιλία. Κι ας ισχυρίζονται κάποιοι το αντίθετο. Η έκφραση: Χωρίσαμε, αλλά παραμένουμε φίλοι, είναι ό,τι πιο υποκριτικό προσδιορίζει τις ανθρώπινες σχέσεις, απ’ όποια πλευρά κι αν εκφράζεται. Είτε του άντρα είτε της γυναίκας.
Ήμασταν, λοιπόν, εγώ κι ο Άλκης φίλοι, πριν το ατυχές γεγονός που συνέβη μεταξύ μας, κι αν όχι τι μας συνέδεε; Γιατί εραστές, ούτε κατά διάνοια! Εκείνος, όλα τα χρόνια της γνωριμίας μας, προσπαθούσε αδιαλείπτως να δημιουργήσουμε ερωτική σχέση, μα όλο κάτι συνέβαινε και η ολοκλήρωση αποτύγχανε, γιατί εγώ απέκρουα αυτή του την επιθυμία. Και, παρόλο που βίωνε απανωτές απορρίψεις, συνέχιζε να με πολιορκεί, μ’ ευπρέπεια, όμως, σαν Άγγλος τζέντλεμαν. Ήταν φιλία αυτή η σχέση μας; Κάθε άλλο. Το περίεργο είναι πως δε σημειώνονταν εντάσεις, ίσως επειδή ο ένας εκτιμούσε τον άλλο ως άνθρωπο και επιστήμονα. Κι ενώ εμένα δε με πείραζε η έλλειψη του σεξ, ο Άλκης έμοιαζε με κοχλάζον ηφαίστειο που, για κάποιο λόγο, δεν μπορεί να εκραγεί. Δεν είμαι κανένα ζώο, τον καταλάβαινα, αλλά εδώ ακριβώς εντοπίζεται το πρόβλημα: τι έκανα για να εκτονωθεί η κατάσταση; Και το σημαντικότερο: δεν είχα υποψιαστεί ποτέ πως υπήρχε μια κρίσιμη κατάσταση στην αλληλουχία των διαδοχικών μάταιων ενεργειών του, που η υπέρβασή της θα τα κατέστρεφε όλα. Αλληλοεκτίμηση, φιλία και κρυφοέρωτας χαρακτήριζαν την ξεχωριστή οικειότητα που διείπε τη στενή γνωριμία μας.

Ο Άλκης, ευκαιρίας δοθείσης, εκθείαζε τα προτερήματά μου, όπως τα ’λεγε. Mε χαρακτήριζε καλλιεργημένη γυναίκα, για την ακρίβεια μία γυναίκα που έχει κριτική σκέψη, που διαθέτει την ικανότητα να βάζει τους συλλογισμούς τον ένα κοντά στον άλλον, να κάνει λογικούς συνδυασμούς και να εξάγει συμπεράσματα, συμπεράσματα δικά της. Ήμουν, τάχα, η μόνη που δεν είχα το όχι έτοιμο στα χείλη. “Αν έχεις παρατηρήσει, έλεγε, οι περισσότεροι απαντούν (παίρνοντας το λόγο μόνοι τους) αρχίζοντας μ’ ένα «όχι», για να ακυρώσουν ό,τι κι αν έχει πει ο προηγούμενος συζητητής. Ωστόσο, προϊούσης της κουβέντας οι πάντες αντιλαμβάνονται πως επί της ουσίας δε διαφωνούν, μα λεν ασχετοσύνες, αφού η ορθή γνώμη έχει ήδη εκφραστεί. Ο στόχος τους είναι να μετριάσουν ή να καταστρέψουν την καλή εικόνα του ομιλητή”.
Ανύπαντρος εκείνος, δεσμευμένη εγώ είχα δηλαδή σχέση με άλλον άντρα, μόνο που ο Άλκης δεν το γνώριζε. Αν ήταν ενήμερος, ενδεχομένως ν’ αποχωρούσε και γι’ αυτό κρατούσα μυστική την ύπαρξη του τρίτου προσώπου. Δεν ήθελα, σε καμιά περίπτωση, ν’ αποτελέσω την τρίτη κορυφή ενός τριγώνου, όπως συνηθίζεται. Δεν είμαι απ’ αυτές που τραβιούνται με  δύο συγχρόνως. Μεγάλωσα με κάποιες αρχές, σωστές λάθος δε θα κάτσω να το εξετάσω. Γι’ αυτό δεν ενέδιδα. Σαν ερωμένο, γκόμενο τον έβλεπα και σαν ερωμένη, γκόμενα μ’ έβλεπε. Τον ποθούσα και με ποθούσε. Έλιωνα κι έλιωνε. Καθαρά πράγματα. Δεν τον είδα ποτέ σαν φίλο. Πολλές φορές ερχόταν η κουβέντα στο ζήτημα του μέλλοντος που μπορούσε να έχει αυτή η ιδιόμορφη σχέση μας, μα τότε εγώ μούτρωνα, “δε με θέλεις πια, ξέρω ’γώ τι θέλεις κι εσύ όπως όλοι”, τα μάτια μου πλημμύριζαν δάκρυα, πάντοτε αληθινά, και δεν επέμενε. Σαφώς, το παραδέχομαι, ήμουν ερωτευμένη μαζί του (και συνεχίζω) και τον αγαπώ, όσο βαριά κι αν ακούγεται η λέξη αυτή καθαυτή, πολλώ δε μάλλον η έννοιά της, το περιεχόμενό της. Μα δεν του το ομολόγησα ποτέ. Τον άφηνα να το υποψιάζεται μόνο. Όπως είναι φυσικό (ή μάλλον αφύσικο, όπως εκτιμώ σήμερα), δεν είχαμε κάνει έρωτα· απολαμβάναμε αυτό το υπέροχο, παραδείσιο σκηνικό κι αρκούμασταν σε απλά αγγίγματα. Μια φορά, μάλιστα, που είχαμε βγάλει τα παπούτσια και τις κάλτσες κι είχαμε αγγιχθεί στ’ ακροδάχτυλα, κάτω απ’ το τραπέζι που δειπνούσαμε, γέλασα με την καρδιά μου και πνίγηκα πιες νερό παιδί μου” φώναξε ανήσυχος, σαν τον άκουσα να λέει πως ήταν η πιο προχωρημένη ερωτική μας πράξη κι έπρεπε να το γιορτάσουμε. “Το σεξ δε μ’ ενδιαφέρει”, του επαναλάμβανα διαρκώς, “είσαι άτυχος που έπεσες δίπλα μου, είμαι ψυχρή, «παγοκολόνες» δε λέτε εσείς οι άντρες αυτές τις γυναίκες;” και γελούσα. Υποπτεύομαι πως τσατιζόταν, γιατί δεν εκδήλωνε εύκολα τα συναισθήματά του. Α,.. ειρήσθω εν παρόδω, μιλούσαμε ελεύθερα, λέγαμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους, χωρίς αποστροφές και ντροπές, για τα πάντα, κι εκείνος ενίοτε το εκμεταλλευόταν αυτό κι όλο μου ζητούσε λεπτομέρειες για τον τρόπο που ικανοποιώ το ερωτικό ένστικτο κι εγώ του τα μαρτυρούσα όλα με το νι και το σίγμα. “Αυνανίζομαι, το ομολογώ”, του ’λεγα και με κοιτούσε αμίλητος. Έδειχνε κατανόηση, με χλεύαζε, δεν ξέρω. 
Τώρα, γιατί μ’ έβαλε ο διάολος και παρέμεινα στη Θεσσαλονίκη, κάποιο βράδυ που άργησα με τις δουλειές μου, και δέχτηκα να περάσουμε τη νύχτα μαζί σ’ ένα ξενοδοχείο, και εξώθησα τα πράγματα ως εκεί που δεν έπρεπε, δεν ξέρω· σίγουρα όμως όχι γι’ αυτό που νόμισε κείνος. Ίσως, να έπαιξε ρόλο και το όνομα του υπερπολυτελούς ξενοδοχείου που μου πρότεινε. Όμως, η αποδοχή της πρότασής του, λογικό είναι να του ’δωσε κάποιες ελπίδες, για να μην πω το ’χε σίγουρο πως θα κάναμε έρωτα, ενώ εγώ προσδοκούσα μια ρομαντική βραδιά μαζί του, σαν αυτές που έβλεπα στα φιλμ. Να φοράω ένα μακρύ ξώπλατο φουστάνι εγώ κι εκείνος κοστούμι και γραβάτα, να πίνουμε κόκκινο κρασί και να χορεύουμε όλη τη νύχτα. Το μετά δεν το ’χα ξεκαθαρίσει στο μυαλό μου κι αυτό ήταν το λάθος μου.
Εκείνη τη μέρα, ήρθε να με υποδεχτεί στο σταθμό των λεωφορείων (είχε ανέβει νωρίτερα στη Θεσσαλονίκη) κι ήταν ό,τι πιο όμορφο έχω αισθανθεί σ’ όλη μου τη ζωή, σαν τον έβλεπα να με παρακολουθεί που κατευθυνόμουνα προς το μέρος του. Σαν πρωταγωνιστές σε χολιγουντιανή ασπρόμαυρη ταινία. “Τόσο εύθραυστη, διάφανη στο πρωινό θάμπος, ένα κινούμενο άνθος που το ’σκασε απ’ τη γλάστρα”, είπε κι εγώ... ούτε που τον φίλησα. Με κατέβασε στο κέντρο και, αφού κανονίσαμε το ραντεβού, χωρίσαμε, εγώ για τις δουλειές μου και τα καθιερωμένα ψώνια κι εκείνος στο Παράρτημα του Παγκόσμιου Οικονομικού Οργανισμού στη Θεσσαλονίκη.1


III



Το στενό μπλουτζίν



Μ
ε περίμενε στο μπαρ του ξενοδοχείου. Βαστούσα ένα σωρό πράγματα στα χέρια μου. Μ’ αυτόν τον τρόπο, ένιωθα ασφαλής, του είχα εξηγήσει κάποτε. “Ψώνιζα και βρεθήκαμε τυχαία”, θα ’λεγα στον οποιοδήποτε μας συναντούσε ξαφνικά μαζί, “και καθίσαμε για ένα ποτό”. Λογικό του φάνηκε, λίγη προφύλαξη δεν βλάπτει, είπε. Άφησα κάτω τις χάρτινες σακούλες και στάθηκα να πιω έναν καφέ.
Ψώνισες;
Κάτι λίγα.
– Τι λίγα; Εσύ σήκωσες τη μισή αγορά της Θεσσαλονίκης.
– Έλα, μη με πειράζεις! Εσύ τι έκανες;
Ταλαιπωρούσα τον κοσμάκη, τι άλλο;
Ανεβήκαμε στο δωμάτιο και όσο εκείνος έκλεινε την πόρτα τακτοποιούσα με προσοχή το πολύτιμο φορτίο μου στο διάδρομο. Ύστερα, καθίσαμε στην άκρη του κρεβατιού. Στην κόχη για την ακρίβεια. Τα χείλη μου ήταν ξερά, ίσως θα ’πρεπε να τα είχα περιποιηθεί λίγο. Ήμουν ανήσυχη και το πρόσεξε. Δε σφάλισα τα μάτια όταν φιληθήκαμε, ήθελα να βλεπόμαστε κι ας μίκρυναν αυτά απ’ το λίγωμα κι απ’ την περιέργεια να μπουν μες στο κοινό στόμα να δουν τι συνέβαινε εκεί μέσα.
Έχεις κάτι;
Όχι, γιατί το λες αυτό;
Τον είδα που σταμάτησε απότομα, σα να συναισθάνθηκε κάποιο κίνδυνο. Σηκώθηκα, ξεκούμπωσα το μπλουτζίν και άρχισα να το κατεβάζω στα μπούτια μου, όπου σκάλωσε! Κι αυτό συνέβη, επειδή, όπως όλες έτσι κι εγώ φόραγα παντελόνι ένα νούμερο μικρότερο απ’ το νούμερό μου. “Κάτσε” μου ’πε μαλακά βλέποντάς με να παιδεύομαι. Κάθισα και συνέχισα να σπρώχνω τα μπατζάκια. Αισθάνθηκα το χέρι του πάνω στην κοιλιά μου. “Γαμώ το, δεν μπορώ!” είπα ξαφνικά κι αυτός θα υπέθεσε ότι μιλούσα για το μπλουτζίν, αλλά δεν επρόκειτο περί τούτου. Την άλλη στιγμή, τινάχτηκα σαν τον αστρίτη, κούμπωσα αστραπιαία το παντελόνι, βούτηξα, με μία κίνηση του χεριού, τις σακούλες κι εξαφανίστηκα. Ούτε καν τον χαιρέτησα! 
Φαντάζομαι ότι θα ’μεινε κατάπληκτος με την αντίδρασή μου, μπορεί και να έβρισε. Τι μ’ έπιασε; Λες και κάναμε αυτήν τη δουλειά συνέχεια κι ένιωθα ένοχη. Για το αντίθετο έπρεπε να νιώθω τύψεις, που η σχέση μας κατάντησε εξ αιτίας μου άνυδρη, ξεραΐλα σκέτη. Νευρίασα, πιο πολύ με τον εαυτό μου. Ρίχτηκα σ’ έναν καναπέ στο χολ της εισόδου κι από γύρω οι σακούλες να με προστατεύουν εν είδει τείχους. Τις κοίταζα λες και μου ήταν άγνωστες. Πότε τις έβγαζα πέντε, πότε έξη. Μου ’ρχόταν να τις κλωτσήσω.
Τον είδα που έβγαινε απ’ το ασανσέρ. Θ’ αποφάσισε να κάνει καμιά βόλτα στην παραλία να ξεσκάσει. Όχι, θα καθότανε με μένα να ταλαιπωρείται.
Δεν έφυγες;
Όχι.
Θέλεις ν’ ανέβεις μόνη σου, ν’ αφήσεις τις σακούλες και να βγούμε για ποτό στην προβλήτα, που είναι όμορφα τώρα το βράδυ;
Όχι, θα μας δουν. Πάμε πάνω, είπα σιγανά.

Κατέβασα το μπλουτζίν αυτήν τη φορά τα κατάφερα και ξάπλωσα μπρούμυτα στο κρεβάτι.
Ελεάνα, είσαι ομορφοκαμωμένη, μια κουκλίτσα, είπε καθώς γδυνόταν, αλλά εγώ σκέφτηκα πως δε θα τον άφησε ασυγκίνητο το φανέρωμα των γυμνών μερών του κορμιού μου, που ο έρμος δεν είχε ξαναδεί στην ολότητά τους.
Φοράς και το ριγέ χρωματιστό σλιπάκι που ξέρεις πόσο μ’ ερεθ... αρέσει! συνέχισε.
Τον κοίταξα σα να ’ταν ο χειρότερος εχθρός μου. Τις σακούλες όμως γιατί τις πηγαινόφερνα; Ανασήκωσα τους ώμους. Τα πράγματα άρχισαν να γίνονται κωμικά.

Μόλις ο θάλαμος σταμάτησε, άνοιξε μ’ επιφύλαξη την πόρτα του ασανσέρ, το κατάλαβα. Εγώ καθόμουν, πάλι, στον ίδιο καναπέ.
Α! Μ’ αυτό πάει πολύ! τον άκουσα που είπε αγανακτισμένος.
Δε μίλησα, τι να πω;
Μωρό μου τι σου συμβαίνει; Φταίω σε κάτι;
Όχι! Και μη φωνάζεις, μπορεί να σ’ ακούσει κανείς!
Περιέστρεψα το βλέμμα μου ένα γύρω κι έλεγξα το κινητό μην το ’χα ξεχάσει ανοιχτό. Οι αιώνιες ανασφάλειες και φοβίες μου.
Τότε; σιγοψιθύρισε.
Πάμε στο δωμάτιο, με συγχωρείς.
Αν κάποιος, απ’ το μπαρ ή τη ρεσεψιόν, μας παρακολουθούσε, θα είχε ξεραθεί στα γέλια. Μπήκαμε ξανά στο ασανσέρ.

Όπως ήμουν, ντυμένη, μ’ όλα τα ρούχα μου, ανέβηκα στο κρεβάτι. Είχα μετατρέψει την υπόθεση ενός πηδήματος σε ανυπέρβλητο πρόβλημα, βουνό. Κάποιοι άλλοι, στη θέση μας, θα είχαν αποκάμει εξαντλώντας στην πράξη τις ερωτικές φαντασιώσεις τους, και θα κοιμόνταν αγκαλίτσα. Οι ψυχολόγοι θα έτριβαν τα χέρια τους για την περίπτωσή μου.
Έλα! είπα, κάπως ήρεμα κι άρχισα να τα βγάζω.
Τούτη τη φορά δεν είπε τίποτε, το λάθος ήταν άλλο. Ο καθρέφτης! Παρατηρούσα τον εαυτό μου με ναρκισσισμό και κουνιόμουν σαν κοριτσάκι που πρωτοβλέπει τον εαυτό της στο γυαλί, μα μόλις μπήκε κι εκείνος στο πλάνο, χωρίς καν να μ’ αγγίξει, κοίταξα για λίγο τα είδωλά μας, που και κείνα μας κοίταζαν, ίσως με μεγαλύτερη περιέργεια για τα καμώματά μας, σάλταρα κάτω, κοντοστάθηκα στιγμιαία, τον κοίταξα μισοάγρια, λες και ήταν πρόξενος μεγάλης συμφοράς, και ντύθηκα στο άψε σβήσε. Κι έφυγα. Πάλι! Ναι, πάλι! Πήρα και τις σακούλες, ναι!

Κάθισε, διστακτικά, δίπλα μου. Φορούσα τα γυαλιά ηλίου, αν κι είχε σουρουπώσει για τα καλά και δεν ήταν απαραίτητα. Κοιτούσα κάτω. Τα πλακάκια, τα παπούτσια μου ή το ενδιάμεσο κενό;
Γιατί μωρό μου ταλαιπωρείς τον εαυτό σου; με ρώτησε.
Αν του ανέλυα τις παντοειδείς αναστολές μου, θα κόμιζα γλαύκαν εις Αθήνας, γιατί είναι πράγματα χιλιοειπωμένα. Προτίμησα να μην απαντήσω.
Άκουσέ με, Ελεάνα. Δε θέλω να μου δώσεις εξηγήσεις για τη σημερινή σου συμπεριφορά. Κάποιος σοβαρός λόγος θα υπάρχει, ασφαλώς. Πήγαινε στο σπίτι σου να ηρεμήσεις. Θα φροντίσω να μην ξαναϊδωθούμε έξω από την Υπηρεσία.
Αυτά είπε και μου ’δωσε το κλειδί λέγοντάς μου:
Για να μπεις στο δωμάτιο να φρεσκαριστείς και μετά θα σε πετάξω στο ΚΤΕΛ να πάρεις το λεωφορείο.
Αφού τον άκουσα αμίλητη, σηκώθηκα.
Έλα και ’σύ σε παρακαλώ, μουρμούρισα και κατευθύνθηκα προς το ασανσέρ.
Δεν έκανε καμιά κίνηση να με ακολουθήσει. Έκλεισα την πόρτα και το μηχανικό κλουβί άρχισε ν’ ανέρχεται. «Δε θα ’ρθει, είμαι σίγουρη», σκέφτηκα. Στο δωμάτιο, δεν ήξερα τι να κάνω. Κάθισα και τον περίμενα.

Ο Άλκης έμεινε σκεπτικός. Οι φραγμοί ήταν πολύ ψηλοί για να τους υπερπηδήσει η Ελεάνα. Ήταν βέβαιος πως πάλι κάποια πρόφαση θα ’βρισκε, για να το σκάσει. Αναλογίστηκε πως δεν ήταν τυχερός με τις γυναίκες. Όσες κυνήγησε, δεν τις κατέκτησε κι εκείνες που κατάφερε τον πληροφόρησαν, εκ των υστέρων, ότι αυτές τον κυνήγησαν! Πύρρειες επιτυχίες.
Δεν ήθελε να την πιέσει, αλλά δεν ήταν κι από σίδερο.
Σε λίγο βρισκόταν έξω απ’ την πόρτα. Ανάσανε, για να πάρει δύναμη, γιατί αυτό που θα ’κανε ήθελε σθένος. Κοίταξε πίσω του, και κατευθύνθηκε προς το λιμάνι.


ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙV


CG-G-02-01-3-3
_________________________________
© ΒΕΚ, 2017 Απαγορεύεται, ρητά, η αντιγραφή κι αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρους του, μ' οποιοδήποτε τρόπο, αυτούσιου ή τροποποιημένου, χωρίς την έγκρισή μου [Ν.2121/1993 (25 Α΄)]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου