Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2017

ΑΝΘΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ, ΤΟ

COMICOGRAFIMATA
G_ΨΗΦΙΔΕΣ 

ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΛΑΜΠΗΔΟΝΕΣ


[64] ΤΟΑΝΘΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ



Έβλεπε τις εικόνες που εναλλάσσονταν με ταχύτητα στην οθόνη του παράθυρου


Η Ελεάνα, μαζεμένη κουβαράκι στο βρώμικο κάθισμα, έκανε πως κοιμόταν. Τα μικρά έξυπνα μάτια της, μέσ’ απ’ τα μαύρα γυαλιά ηλίου, τον κοιτούσαν με προσήλωση. Καθόταν απέναντί της. Εργάζονταν κι οι δυο στον Π. Ο. Ο..(1) Εκείνος έκανε προσπάθειες να την προσεγγίσει, όμως το μόνο που κατάφερνε ήταν να βιώνει απανωτές απορρίψεις. Και, μολονότι δεν εύρισκε ανταπόκριση, συνέχιζε όσο εκείνη δεν τον σταματούσε. Προσώρας, η προσοχή του ήταν στραμμένη στην εξωτερική θέα κι έδειχνε σοβαρός. Είχε κείνο το περισπούδαστο ύφος που τη μαγνήτιζε. Κάποια στιγμή, τον είδε που γύρισε και την κοίταζε επίμονα. Το καστανοπράσινο βλέμμα του βυθίστηκε στις σκούρες πλάκες προσπαθώντας να διεισδύσει πίσω τους κι η ανάσα της σταμάτησε, καθώς το βλέμμα κατέβαινε σχίζοντας στα δυο το σώμα της. Μια γλυκιά ανατριχίλα ξεκίνησε ανάμεσα στα στήθια της και κούρνιασε στην περιοχή της κοιλιάς. Κι όσο εκείνος την άνοιγε, εκείνη έκλεινε χιλιοστό το χιλιοστό τα πόδια της, ώσπου ενώθηκαν κι ένιωσε πρώτα
την αφόρητη ζέστη της σάρκας και μετά τις συσπάσεις της. Ακίνητη, για να μην προδοθεί, σφίχτηκε κι εγκλώβισε τις δέσμες των ματιών του ανάμεσα στους μηρούς της. Ο ρυθμικός κρότος του τραίνου που ηχούσε εδώ και ώρα στ’ αυτιά της, ολοένα και δυνατότερα, μετατράπηκε σ’ εκκωφαντικό θόρυβο και κάλυψε το ουρλιαχτό της που ξεπήδησε απ’ όλους τους πόρους του κορμιού της. Σχεδόν αμέσως, άκουσε την ήρεμη φωνή του.



Όποτε βρίσκονταν μαζί για επαγγελματικούς λόγους, συνήθιζε να της λέει παραμύθια, κάτι που της άρεσε πολύ. Κάποτε, που τον ρώτησε, αν ήταν δικά του ή διαβασμένα, γέλασε και δεν της απάντησε καθαρά.

Έβλεπε τις εικόνες που εναλλάσσονταν με ταχύτητα στην οθόνη του παράθυρου και συγχρόνως άκουγε τη διήγησή του, που έμοιαζε με μονόλογο.


άκουγε τη διήγησή του, που έμοιαζε με μονόλογο.

− Μια φορά κι έναν καιρό ένα όμορφο παλληκάρι, αποχαιρετώντας την καλή του της πρόσφερε ένα μικρό ανθάκι. «Δε θα μαραθεί ποτέ, αν η αγάπη μας κρατήσει» της είπε. Η Βιολέτα, γιατί έτσι έλεγαν το κορίτσι, το πήρε στο δωμάτιό της. Εκεί, το φρόντιζε καλύτερα κι απ’ τον εαυτό της και το λουλούδι ρίζωσε και θέριεψε. Τα κλαδιά του τρύπησαν τα παράθυρα και τις πόρτες, σκαρφάλωσαν στους πέτρινους τοίχους και έζωσαν το σπίτι. Βγήκαν στο δρόμο και συνέχισαν σ’ όλη την πόλη. Μια αδιόρατη μυρωδιά πλανιόνταν στην ατμόσφαιρα. Το μίσος εξαφανίστηκε  κι η αγάπη επικράτησε στον κόσμο. Οι άνθρωποι, πλέον, δεν είχαν διαφορές μεταξύ τους.

Οι Αρχές του τόπου, όμως, ανησύχησαν και έστειλαν ανθρώπους να ερευνήσουν. Εκείνοι, ακολουθώντας αντίστροφα τα κλωνάρια, έφτασαν μέχρι το σπίτι του κοριτσιού. Είδαν το χοντρό κορμό και τις ρίζες που χάνονταν στα έγκατα της γης και ενημέρωσαν τους άρχοντες. Ύστερα, κατέφτασαν οι καλύτεροι ξυλοκόποι της χώρας. Είχαν μαζί τους τσεκούρια και πριόνια, μα δεν κατάφεραν το παραμικρό. Ό,τι πελεκούσαν, ξαναγινόταν στη στιγμή! Αφού είδαν κι απόειδαν, παραιτήθηκαν απ’ τις άκαρπες προσπάθειες κι έφυγαν ν’ αναφέρουν κι εκείνοι στους άρχοντες. «Αυτό το είδος του φυτού δε δεντρώνει», δήλωσαν με βεβαιότητα, «Κάτι μαγικό και ανεξήγητο συμβαίνει στο σπίτι της κοπέλας». Κατόπιν αυτού, έγιναν πολλές συσκέψεις σε μεγάλες αίθουσες με γυαλιστερά γραφεία κι όλοι υποστήριξαν πως το ζήτημα ήταν σοβαρό, γιατί, αν η κατάσταση συνεχιζόταν, οι δικαστές, οι δεσμοφύλακες κι ένα σωρό άλλοι κρατικοί υπάλληλοι θα έχαναν τις δουλειές τους.

Κι επειδή η εξουσία έχει τους τρόπους της και τους ανθρώπους της, έμαθε για τον νέο. Τον βρήκαν στη μακρινή χώρα που ζούσε κι εργαζόταν. Του έταξαν πολλά χρήματα και σπουδαία θέση κι εκείνος δέχτηκε και πρόδωσε το μυστικό. Ο νέος έγινε πια ανώτερος κρατικός υπάλληλος και λησμόνησε το κορίτσι. Έτσι, το δέντρο έπαψε να τρέφεται απ’ την αγάπη του. Από τότε, τα κλαδιά του άρχισαν να ξεραίνονται και να πέφτουν στους δρόμους και στους κήπους. Μέχρι κι η ρίζα του σάπισε, την ημέρα που η Βιολέτα άφησε την τελευταία της πνοή. 



Σαν πέρασε πολύς καιρός κι όλα σκεπάστηκαν απ’ τη λήθη, ο νέος, σε μεγάλη ηλικία, θυμήθηκε την παλιά του αγάπη και ταξίδεψε να τη συναντήσει. Μα βρήκε το σπίτι ερειπωμένο. Δεν άργησε να μάθει τι είχε συμβεί κι έτρεξε σαν τρελός στο μνήμα της. Τα δάκρυα του κύλησαν στο χώμα που τη σκέπαζε. Ζήτησε συγγνώμη κι η πονεμένη του ψυχή κάπως γαλήνεψε. Με την ανατολή του ήλιου, στο έρημο σπίτι της Βιολέτας, ένας μικρός βλαστός όρθωσε περήφανα το κορμί του. Μέσα σε λίγες μέρες, έγινε πολύκλωνο δέντρο και γκρέμισε τους τοίχους του σπιτιού. Τα κλαδιά του ξαναβγήκαν στην πόλη. Αυτήν τη φορά, όμως, κανείς δεν είχε τη διάθεση να παλέψει μαζί τους. Εκτός από κάποιους ανόητους στρατηγούς που νόμισαν ότι με τα σπαθιά τους θα του κατάφερναν θανάσιμα χτυπήματα, με αποτέλεσμα να ρεζιλευτούν και να γελούν ως και τα μικρά παιδιά. Κι όλοι μεριμνούσαν μην τυχόν και μαραθεί η ρίζα του δέντρου και τη φρόντιζαν σαν τα μάτια τους.
Στην πολιτεία αυτή όλοι ήταν μονοιασμένοι κι η αγάπη βασίλευε απ’ άκρη σ’ άκρη. Άνθρωποι απ’ όλη την οικουμένη ταξίδευαν μήνες, και χρόνια ακόμη, προκειμένου να κόψουν λίγα λουλουδάκια, για να γιατρευτούν απ’ τη βαριά αρρώστια, το μίσος.
Για το παλληκάρι ακούστηκε πως τρελάθηκε και πήρε τα βουνά. Άλλοι είπαν πως πέθανε πάνω στον τάφο της Βιολέτας. Μα πάει καιρός από τότε και κανείς δε θυμάται την ιστορία, μήτε που βρίσκεται η πολιτεία, μήτε το μέρος που θάφτηκε το κορίτσι.

Την είχε συνεπάρει η διήγηση και τον κοίταγε μέσ’ απ’ τα γυαλιά σαν μαγεμένη, ενώ εκείνος συνέχισε τονίζοντας τις τελευταίες λέξεις.
− Στάθηκα πολύ τυχερός, γιατί γνώρισα κάποιον από κείνα τα μέρη, που μου αφηγήθηκε την ιστορία, όπως την άκουσε απ’ τον παππού του.
Ξαφνιάστηκε κι αναστέναξε βαθιά. Εκείνος έβαλε το δεξί του χέρι στην εσωτερική τσέπη του σακακιού κι έβγαλε προσεκτικά ένα, παράξενο στην όψη, λευκό ανθάκι. Στη συνέχεια της το έτεινε, λέγοντας:
− Είναι από κείνο το δέντρο! Το μόνο που χρειάζεται, για να μη μαραθεί, είναι να νιώθει κοντά του λίγη αληθινή αγάπη.
Το βάσταξε για λίγο στα χέρια της, χωρίς να το μυρίσει, μάσησε ένα ευχαριστώ και το ’ριξε στην τσάντα της. Ένα κοινό λουλούδι ήταν, από κάπου θα το ’κοψε. Παραδέχτηκε ότι η παράσταση ήταν καλοσχεδιασμένη· άλλη μια απόπειρα απ’ τη μεριά του για την άλωσή της. Ανακάλεσε στο νου της όλα τα τεχνάσματα που απεργάστηκε για να την κατακτήσει και την εκάστοτε αρνητική της στάση. Ήταν καιρός να δώσει τέλος σ’ αυτό το βάσανο που ταλαιπωρούσε και τους δυο τους με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Αγχώθηκε, ένιωσε σαν παγιδευμένο ζώο που πιάστηκε σε αόρατα δίχτυα και βγήκε στο διάδρομο. Προχώρησε προς την κατεύθυνση που κινούνταν ο συρμός, με σκοπό να συνεχίσει τις σκέψεις της. Ο αέρας, που έμπαινε με βουητό απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα, τη βίτσιζε δυνατά στο πρόσωπο.  
Δέκα χρόνια. Δεν του επέτρεπε ούτε καν να τη φιλήσει και δεν πέρασε μήτε μια στιγμή χωρίς ν’ αποζητήσει το φιλί του. Δέκα χρόνια τον κρατούσε σε απόσταση. Δέκα χρόνια πέθαινε για ένα χάδι του. Το τραίνο έτρεχε πολύ γρήγορα, αφήνοντας πίσω του τα χιλιόμετρα, να φτάσει έγκαιρα στον προορισμό του. Στην πόλη τους. Εκεί, για άλλη μια φορά, θα χώριζαν και θα κλειδωνόταν ξανά στο κλουβί της. 

Αίφνης, μια υποψία πέρασε απ’ το μυαλό της και βιάστηκε να επιστρέψει στο κουπέ. Δεν τον βρήκε όμως εκεί. Έλειπαν και οι αποσκευές του. Ένα κρύο χέρι άγγιξε την καρδιά της κι άνοιξε με αγωνία την τσάντα της. Το όμορφο λουλουδάκι είχε τσακιστεί, πεταμένο ανάμεσα στα λογής λογής πράγματά της. Κοίταξε την άδεια θέση και ένιωσε να πέφτει σ’ ένα κενό. Προφανώς, είχε ανοίξει το τελευταίο και καλύτερό του χαρτί και, μη βλέποντας ανταπόκριση, σαν σώφρων παίκτης, αποχώρησε προτού χάσει και τα τελευταία αποθέματα της ψυχικής του ηρεμίας. Σωριάστηκε στη γωνιά της και, κοιτάζοντάς τον, του ’πε δυνατά :
− Σ’ αγαπώ! μα δεν την άκουσε κανείς.


(1) Παγκόσμιος Οικονομικός Οργανισμός, ο παγκόσμιος κολοσσός που δημιουργήθηκε μετά την κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος


CG-G-02-01-1-64
_________________________________
© ΒΕΚ, 2017 Απαγορεύεται, ρητά, η αντιγραφή κι αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρους του, μ' οποιοδήποτε τρόπο, αυτούσιου ή τροποποιημένου, χωρίς την έγκρισή μου [Ν.2121/1993 (25 Α΄)]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου