Πέμπτη, 9 Νοεμβρίου 2017

ΤΟ ΣΤΕΝΟ ΜΠΛΟΥΤΖΙΝ ΤΗΣ

COMICOGRAFIMATA
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ 
G_ΨΗΦΙΔΕΣ

© ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΛΑΜΠΗΔΟΝΕΣ

[ 55 ]  © Το στενό μπλουτζίν της



Σηκώθηκε, ξεκούμπωσε το μπλουτζίν και άρχισε να το κατεβάζει στα μπούτια της




Με την Ελεάνα ήμασταν φίλοι. Λέω, ήμασταν, γιατί τώρα, μερικές ημέρες μετά το γεγονός που θα σας εξιστορήσω, δεν ξέρω, δεν επικοινωνήσαμε. Θα μου πείτε, γίνεται να είναι φίλοι ένας άντρας και μια γυναίκα; Συμφωνώ, μα εμείς κόντρα στον κανόνα, το είχαμε καταφέρει. Ίσως να αποτελούσαμε την εξαίρεση. Η Ελεάνα ήταν (και είναι) μια καλλιεργημένη γυναίκα, δηλαδή μία γυναίκα που έχει κριτική σκέψη, που έχει την ικανότητα να βάζει τους συλλογισμούς τον ένα δίπλα στον άλλον, να κάνει λογικούς συνδυασμούς και να βγάζει συμπεράσματα, συμπεράσματα δικά της, γι’ αυτό αποζητούσα τη συντροφιά της, τη συζήτηση μαζί της. Κι ήταν η μόνη που συμφωνούσε μαζί μου, δεν είχε το όχι έτοιμο στα χείλη, όπως οι περισσότεροι. Σου λένε όχι και μετά αντιλαμβάνεσαι πως όχι μόνο δε διαφωνούν μαζί σου, μα λεν άσχετα πράγματα, για να πουν κάτι, μην τυχόν και μείνει η παρέα με την εντύπωση
της δικής σου γνώμης. Νιόπαντρη είναι η Ελεάνα κι εγώ, τότε, στα πρόθυρα του γάμου. Πολλές φορές ερχόταν η κουβέντα στο ζήτημα του μέλλοντος που μπορούσε να έχει αυτή η ιδιότυπη σχέση μας, αλλά τότε τα μάτια της πλημμύριζαν δάκρυα, μούτρωνε, δε με θέλεις πια, και δεν επέμενα. Σαφώς, το παραδέχομαι την αγαπούσα (και συνεχίζω, για κείνην έχω αμφιβολίες), και μ’ αγαπούσε. Όπως θα καταλάβατε, λοιπόν, έρωτα δεν είχαμε κάνει, απολαμβάναμε αυτό το υπέροχο, παραδείσιο σκηνικό κι αρκούμασταν σε απλά αγγίγματα. Μια φορά μάλιστα που είχαμε βγάλει τα παπούτσια και τις κάλτσες κι είχαμε αγγιχθεί στ’ ακροδάχτυλα, κάτω απ’ το τραπέζι που τρώγαμε, γέλασε με την καρδιά της και πνίγηκε, πιες νερό παιδί μου, σαν της είπα πως ήταν η πιο προχωρημένη ερωτική πράξη μας. Το σεξ δε μου λείπει, μου επαναλάμβανε διαρκώς, είσαι άτυχος, ο άντρας μου με βολεύει μέχρι που το βαριέμαι, και γελούσε. Α, ειρήσθω εν παρόδω, μιλούσαμε ελεύθερα, λέγαμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους, χωρίς ντροπές, για τα πάντα, κι εγώ ενίοτε το εκμεταλλευόμουν αυτό κι όλο της ζητούσα λεπτομέρειες για την ερωτική της ζωή κι αυτή μου τα ’λεγε όλα με το νι και το σίγμα. Α ρε Ελεάνα, μαζί έπρεπε να ’μασταν, αλλά πρόλαβαν άλλοι. Τέλος πάντων, ας μη συγκινηθώ κι έχω να σας διηγηθώ πολλά. Τώρα, γιατί μ’ έβαλε ο διάολος και της ζήτησα να μείνει στη Θεσσαλονίκη, κάποιο βράδυ που άργησε με τις δουλειές της, και να περάσουμε τη νύχτα μαζί σ’ ένα ξενοδοχείο, και εξώθησα τα πράγματα εκεί που δεν έπρεπε, δεν ξέρω, σίγουρα όμως όχι γι’ αυτό που νομίζετε. Το παράξενο είναι πως η Ελεάνα συμφώνησε, ίσως να έπαιξε ρόλο και το όνομα του υπερπολυτελούς ξενοδοχείου που της πρότεινα. Κείνη τη μέρα πήγα να την υποδεχτώ στο σταθμό των λεωφορείων κι ήταν ό,τι πιο όμορφο έχω αισθανθεί σ’ όλη μου τη ζωή, σαν την παρακολουθούσα να ’ρχεται προς το μέρος μου. Τόσο εύθραυστη, διάφανη, στο πρωινό θάμπος, ένα κινούμενο άνθος, που το ’σκασε απ’ τη γλάστρα για μένα. Την κατέβασα στο κέντρο και, αφού κανονίσαμε το ραντεβού χωρίσαμε, αυτή για τις δουλειές της, τα καθιερωμένα ψώνια κι εγώ για το γραφείο μου.

Την περίμενα στο μπαρ του ξενοδοχείου με κάποια αγωνία μπορώ να πω. Βαστούσε ένα σωρό πράγματα στα χέρια της. Μ’ αυτόν τον τρόπο, ένιωθε ασφαλής, μου είχε εξηγήσει κάποτε. Ψώνιζα και βρεθήκαμε τυχαία, θα ’λεγε στον οποιοδήποτε μας συναντούσε ξαφνικά μαζί, και καθίσαμε για ένα ποτό. Λογικό μου φαινότανε, λίγη προφύλαξη δεν έβλαπτε. Άφησε κάτω τις χάρτινες σακούλες και στάθηκε να πιει έναν καφέ.
-Ψώνισες;
-Κάτι λίγα. Εσύ τι έκανες;
-Ταλαιπωρούσα τον κοσμάκη εφαρμόζοντας τους νόμους.
Γέλασε, δεν ήταν άσχετη, δικηγόρος είναι η Ελεάνα και καλή νομικός.
Δεν τις μέτρησα, αλλά οι σακούλες πρέπει να ήταν τουλάχιστον πέντε μεγάλου σχήματος. Θα είχε γυρίσει τη μισή Θεσσαλονίκη.
Ανεβήκαμε στο δωμάτιο και όσο εγώ έκλεινα την πόρτα αυτή τακτοποιούσε με προσοχή το πολύτιμο φορτίο στο διάδρομο. Ύστερα, καθίσαμε στην άκρη του κρεβατιού. Στην κόχη για την ακρίβεια. Έχει διαφορά μεγάλη. Τα χείλη της, που δε μου τ’ αρνήθηκε, ήταν ξερά, ίσως θα ’πρεπε να τα 'χε περιποιηθεί λίγο, και στο πρόσωπό της φαινόταν ολοκάθαρα η ανησυχία. Δε σφαλούσε ποτέ τα μάτια, όταν φιλιόμασταν, ήθελε να βλεπόμαστε κι ας μίκραιναν αυτά απ’ το λίγωμα κι απ’ την περιέργεια να μπουν μες στο κοινό στόμα να δουν τι συνέβαινε εκεί μέσα.
-Έχεις κάτι;
-Όχι, γιατί το λες αυτό;

Σταμάτησα, απότομα, γιατί διείδα τον κίνδυνο που ελλόχευε. Σηκώθηκε, ξεκούμπωσε το μπλουτζίν και άρχισε να το κατεβάζει στα μπούτια της, όπου για κακή μου τύχη, σκάλωσε! Ποτέ, αγαπητέ αναγνώστη, (εσύ;), δεν ήμουν τυχερός με τις γυναίκες. Όσες κυνήγησα στη ζωή μου δεν τις κατέκτησα κι εκείνες που κατάφερα, και εξεπλάγην για την επιτυχία μου, εκ των υστέρων, πληροφορήθηκα απ’ τις ίδιες ότι αυτές με κυνήγησαν! Στο μεταξύ, την έβλεπα που αγωνιζόταν, κι αυτό συνέβαινε, επειδή, όπως όλες, κι αυτή φόραγε παντελόνι ένα νούμερο μικρότερο απ’ το νούμερό της. Κάτσε της είπα μαλακά κι ενώ συνέχιζε να σπρώχνει τα χοντροκομμένα μπατζάκια, εγώ ακούμπησα το χέρι μου στην κοιλιά της. Γαμώ το, δεν μπορώ! είπε ξαφνικά κι εν πρώτοις εγώ υπέθεσα ότι μιλούσε για το μπλουτζίν, αλλά δεν επρόκειτο περί τούτου, επειδή, την άλλη στιγμή, τινάχτηκε σαν τον αστρίτη, κούμπωσε αστραπιαία το παντελόνι, βούτηξε, με μία κίνηση του χεριού, τις σακούλες κι εξαφανίστηκε. Ούτε καν με χαιρέτησε!
Έμεινα κατάπληκτος με την αντίδρασή της. Τι την έπιασε; Λες και κάναμε αυτή τη δουλειά συνέχεια κι ένιωθε τύψεις. Για το αντίθετο έπρεπε να νιώθει τύψεις που η σχέση μας κατάντησε άνυδρη, ξεραΐλα σκέτη. Νευρίασα, πιο πολύ με τον εαυτό μου, και, για να ηρεμήσω, αποφάσισα να κάνω μια βόλτα, στην παραλία, να ξεσκάσω.
Βγαίνοντας απ’ το ασανσέρ, την είδα να κάθεται σ’ έναν καναπέ και γύρω γύρω να την προστατεύουν, εν είδει τείχους, οι σακούλες της, που κοίταζε λες και τις ήταν άγνωστες!
-Δεν έφυγες;
-Όχι!
-Θέλεις ν’ ανέβεις μόνη σου, ν’ αφήσεις τις σακούλες και να βγούμε για ποτό;
-Όχι, θα μας δουν. Πάμε πάνω, είπε σιγανά.
Άντε απ’ την αρχή! Ξαναφιληθήκαμε, κι ύστερα, κατέβασε το μπλουτζίν (μου φαίνεται πως την πρώτη φορά κάτι ύποπτο συνέβη μ’ αυτό το μπλουτζίν και μάλλον δεν έφταιγε εκείνο) και ξάπλωσε μπρούμυτα στο κρεβάτι. Η Ελεάνα είναι ομορφοκαμωμένη, ποθητή, μια κουκλίτσα και δε μ’ άφησε ασυγκίνητο ο ιδωμός των γυμνών ποδιών της. Λησμόνησα όμως το φαινόμενο της πεταλούδας και της είπα, θεωρώντας, εγώ ο έξυπνος, πως την κολάκευα,: Φοράς και το ριγέ χρωματιστό σλιπάκι που ξέρεις πόσο μ’ ερεθ... αρέσει! Με κοίταξε σαν να ’μουν ο χειρότερος εχθρός της και τα υπόλοιπα γνωστά (Τις σακούλες όμως γιατί τις πηγαινόφερνε; Είχε σκοπό να φύγει για την πόλη της;). Αλλά, καλά να πάθω! Τι ήθελα να μιλήσω; Όταν έφυγε, με κοίταξα στον καθρέφτη περίλυπος. Ανασήκωσα τους ώμους. Τα πράγματα άρχισαν να γίνονται κωμικά. Δικαίωμά της όμως. Και τα κύματα της θάλασσας πάνε κι έρχονται. Αναρωτηθήκαμε γιατί;

Μόλις ο θάλαμος σταμάτησε, άνοιξα μ’ επιφύλαξη την πόρτα του ασανσέρ. Α! Μ’ αυτό πήγαινε πολύ! Καθόταν, πάλι, στον ίδιο καναπέ!
-Μωρό μου τι σου συμβαίνει; Φταίω σε κάτι;
-Όχι! Και μη φωνάζεις, μπορεί να σ’ ακούσει κανείς! κι έλεγξε το κινητό της, περίμενε λίγο να δω το κινητό μην είναι ανοιχτό κι ακούγομαι.
Οι αιώνιες ανασφάλειες και φοβίες της.
-Τότε; σιγοψιθύρισα υπακούοντας.
-Πάμε στο δωμάτιο, με συγχωρείς!
Αν κάποιος, απ’ το μπαρ, μας παρακολουθούσε, θα είχε σκάσει στα γέλια. Μπήκαμε ξανά στο ασανσέρ.
Με την Ελεάνα, γνωριζόμασταν απ’ τα φοιτητικά μας χρόνια, αλλά εγώ ήμουνα με την Ελένη που είχαμε δεσμό απ’ το Γυμνάσιο. Παρόλο που αυτό το γνώριζε και επιπροσθέτως το είχαμε συζητήσει διεξοδικά, πως θετική έκβαση η σχέση μας δεν μπορούσε να έχει, ποτέ δεν παραιτήθηκε και διεκδικούσε ακόμη και τώρα ψήγματα ψυχικής και, ολίγον, σωματικής επαφής. Ευτυχώς που δε ζούσαμε στην ίδια πόλη και βλεπόμασταν πού και πού, ειδάλλως δεν ξέρω ποια κατάληξη θα είχε όλο αυτό το νταλαβέρι.
Όπως ήταν, ντυμένη, μ’ όλα τα ρούχα της, ανέβηκε στο κρεβάτι. (Προσέξατε πως δεν έβγαλε το παντελόνι; Γελάτε; Μα, κωμωδία κατάντησε η υπόθεση! Δυο ενήλικες είχαν μετατρέψει την απλή υπόθεση ενός πηδήματος σε ανυπέρβλητο πρόβλημα, βουνό. Οι ψυχολόγοι θα έτριβαν τα χέρια τους για την περίπτωσή μας). Έλα! είπε, κάπως ήρεμα κι άρχισε να γδύνεται. Ξεντύθηκα, κάνοντας τη λιγότερη φασαρία, κράτησα και την αναπνοή μου, για να είμαι απολύτως σίγουρος. Αυτήν τη φορά δε μίλησα, το λάθος ήταν άλλο! Ο καθρέφτης! Παρατηρούσε τον εαυτό της, με τα εσώρουχα, με ναρκισσισμό, και κουνιόταν σα μικρό κορίτσι που πρωτοβλέπει τον εαυτό της στο γυαλί, μα μόλις μπήκα κι εγώ στο πλάνο, χωρίς καν να την αγγίξω, κοίταξε για λίγο τα είδωλά μας, που και κείνα μας κοίταζαν, ίσως με μεγαλύτερη περιέργεια για τα καμώματά μας, σάλταρε κάτω, κοντοστάθηκε στιγμιαία καρφώνοντάς με μισοάγρια, λες και ήμουν πρόξενος μεγάλης συμφοράς και ντύθηκε στο άψε σβήσε. Κι έφυγε. Πάλι! Ναι, πάλι! Πήρε και τις σακούλες, ναι!
Μόνος πλέον, μπήκα στο λουτρό κι έκανα μπάνιο. Κρύο! Ντύθηκα κι επιχείρησα να εξέλθω. Αμ, δε! Τουλάχιστον το πάλευε, αυτό έπρεπε να της το αναγνωρίσω. Κάθισα, διστακτικά, δίπλα της. Φορούσε γυαλιά ηλίου, αν κι είχε σουρουπώσει για τα καλά και δεν της ήταν απαραίτητα. Κοιτούσε κάτω. Τα πλακάκια, τα παπούτσια της, το ενδιάμεσο κενό; Τι να γινόταν μες στην ψυχή της; Δε θέλω να σας κουράσω αναλύοντας τις παντοειδείς γυναικείες αναστολές (για τις οποίες, υπεύθυνες δεν είναι οι γυναίκες), γιατί είναι πράγματα χιλιοειπωμένα και θα κόμιζα γλαύκαν εις Αθήνας.
-Γιατί μωρό μου ταλαιπωρείς τον εαυτό σου; τη ρώτησα συνοψίζοντας όλα τα προαναφερόμενα.
Δεν απάντησε.
-Άκουσέ με, Ελεάνα! Εσύ κι η Ελένη μού χαρίσατε όλων των ειδών τις χαρές του έρωτα. Το κορμί μου έχει χορτάσει και δε ζητάει κάτι περισσότερο. Είστε όλες οι γυναίκες του κόσμου μαζί. Δε θέλω να μου δώσεις εξηγήσεις για τη σημερινή σου συμπεριφορά. Κάποιος σοβαρός λόγος θα υπάρχει, ασφαλώς. Πήγαινε στο σπίτι σου να ηρεμήσεις. Καιρός να συμμαζευτώ κι εγώ. Η Ελένη είναι περήφανη και δε μου το λέει, αλλά το νιώθω πως καίγεται να παντρευτούμε.
Αυτά της είπα και της έδωσα την κάρτα, για να μπει στο δωμάτιο να φρεσκαριστεί και μετά θα την πετούσα στο ΚΤΕΛ να πάρει το λεωφορείο. Αφού μ’ άκουσε αμίλητη, σηκώθηκε, έλα και ’σύ σε παρακαλώ, και κατευθύνθηκε προς το ασανσέρ. Εγώ δεν έκανα καμιά κίνηση να την ακολουθήσω. Ήμουνα σίγουρος πως πάλι κάποια πρόφαση θα ’βρισκε και θα το ’σκαγε. Έκλεισε την πόρτα κι είδα το φωτεινό κλουβί ν’ ανέρχεται. Δε θα ’ρθει, είμαι σίγουρη. Έμεινα σκεπτικός, οι φραγμοί ήταν πολύ ψηλοί για να τους υπερπηδήσει η Ελεάνα (και κάθε Ελεάνα). Σε λίγο, βρισκόμουν έξω απ’ την πόρτα. Ανάσανα, για να πάρω δύναμη, γιατί αυτό που θα ’κανα ήθελε σθένος, κοίταξα πίσω μου, και κατευθύνθηκα προς το λιμάνι. Στο δρόμο τηλεφώνησα στην Ελένη να βρεθούμε για ποτό. 


CG-G-02-01-1-55
_________________________________
© χαρακτήρες, ιδέα, απόδοση, ΒΕΚ, 2017 
Απαγορεύεται, ρητά, η αντιγραφή κι αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρους του, μ' οποιοδήποτε τρόπο, αυτούσιου ή τροποποιημένου, χωρίς την έγκρισή μου [Ν.2121/1993 (25 Α΄)]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου