Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017

ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΤΟΥ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟΥ ΕΝ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΙ




COMICOGRAFIMATA
G_ΨΗΦΙΔΕΣ

ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΛΑΜΠΗΔΟΝΕΣ

[60] ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΤΟΥ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟΥ ΕΝ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΙ



και τα μάτια απλανή κι ακίνητα.





Έβαλα τα πιο καλά μου και στις δέκα το βράδυ περίμενα απέναντι απ’ το Κόκκινο Σπίτι. Το φοβόμουν, έτρεμα, εκείνο το τεράστιο ζωγραφιστό Μάτι, που ήταν ο οφθαλμός της ψυχής κατά τον καλλιτέχνη. Συνείδηση του ασυνειδήτου εν συνειδήσει έγραφε από κάτω. Κοίταγα αλλού, αλλά, για καλό και για κακό, λοξοκοιτούσα και προς τα κει, τάχα αδιάφορα. Ήρθε με τη φίλη της, που θα την κάλυπτε και η οποία είχε θέσει βέτο να με δει, όπως θα μάθαινα αργότερα.
   – Σε ποια τάξη πας;
   Δάγκωσε τα νύχια της.
   – Στην Έκτη. Εσύ;
   – Κι εγώ στην Έκτη!
   Δε μάθαμε τίποτε καινούργιο, αλλά πώς ν’ αρχίζαμε;
   – Ο Στάθης, ο γείτονάς μου, μού λέει ότι είσαι πολύ καλός μαθητής και καλό παιδί.
   – Διαβάζω, αλλιώς μου το ξεκαθάρισαν απ’ το σπίτι: θα σκάβω και θα οργώνω σ’ όλη μου τη ζωή.
   – Μου αρέσεις!
   – Κι εσύ, Ερμιόνη, λάμπεις σαν μια ηλιαχτίδα!
   Τα μάτια της κοίταξαν το χώμα κι εγώ τα χαμηλωμένα βλέφαρά της που τρεμόπαιζαν.
   – Θα βλεπόμαστε;
   – Ναι!
   Καθώς εξαφανιζόταν στο σκοτάδι, κοίταξα το Μάτι και μου φάνηκε πιο φιλικό.

Το επόμενο βράδυ, την ίδια ώρα, βρισκόμασταν πάλι ακουμπισμένοι στον ίδιο τοίχο. Ήθελα να τη φιλήσω. Της το ’πα κι έκλεισε τα μάτια της. Ένωσα τα χείλη μου με τα δικά της και τα ’συρα σ’ όλο της το πρόσωπο. Ένας αδύναμος αναστεναγμός ακούστηκε. Τα χέρια μας μπλέχτηκαν ανυπόμονα κι ανίχνευσαν τον πόθο. Τα κορμιά μας δεν κρατιόνταν άλλο. Μες στο σκοτάδι του αφώτιστου δρόμου μάθαμε κι οι δυο τον έρωτα.
– Ερμιόνη! Είσαι ένας άγγελος! Θέλω να σε παντρευτώ!
– Μη λες μεγάλα λόγια σε παρακαλώ, τρομάζω!


κοίταξα το Μάτι και μου φάνηκε πιο φιλικό.


Έμενα με τη γιαγιά μου στο Β.. Τη γιαγιά μου, την αγαπούσα πολύ, πιο πολύ κι απ' τη μάνα μου, αυτή με μεγάλωσε, όταν έφυγα για φαντάρος ήθελε να ’ρθει κι αυτή μαζί μου! Καταλάβαινε πως δε θα με ξανάβλεπε, όπως κι έγινε δυστυχώς. Πέθανε, κι οι δικοί μου δε μου ’παν τίποτε να μη με στενοχωρήσουν! Μετά το τηλεφώνημα, πήρα τους δρόμους κι έκλαιγα, ακόμη συνεχίζω να κλαίω. Με σεργιανούσε σ’ όλους τους συγγενείς και συγχωριανούς μας κι εγώ γκρίνιαζα, δεν ήθελα. Και με περνούσε έξω απ’ το Κόκκινο Σπίτι. Η ίδια δε φοβόταν, πέρασε πολέμους, αλλά όλοι οι γνωστοί μας κάπου εκεί κοντά μένανε. Εκεί έμενε κι ο φίλος μου ο Στάθης. Σας έχω μιλήσει, άλλοτε, γι’ αυτόν. 
Η Ερμιόνη -τη λέω έτσι, γιατί, ειλικρινά, τώρα που τα ξαναφέρνω όλα στο μυαλό μου δε θυμάμαι τ’ όνομά της, ίσως με βοηθήσει ο Στάθης όταν συναντηθούμε- έμενε κι αυτή στην ίδια γειτονιά.
Ένα απόγευμα που έφευγα απ’ το σπίτι του Στάθη, την είδα που κατηφόριζε με μια φίλη της προς την παραλία. Μ΄αρέσει αυτό το κορίτσι, του είπα. Και κάθεσαι; μου αποκρίθηκε. Τις πήρα από πίσω. Ξαφνικά στάθηκαν, συνομίλησαν για λίγο και μετά χώρισαν. Εκείνη συνέχισε να βαδίζει, πιο αργά όμως. Την ακολούθησα από μακριά και στην Ερμού την έχασα! Την είδα να μπαίνει σ’ ένα από τα καταστήματα μα δεν ξαναβγήκε. Αργότερα θα μου 'λεγε πως υπήρχε κι άλλη έξοδος, απ' την οποία βγήκε και με παρατηρούσε κρυμμένη.
Το επόμενο βράδυ, οι σκηνές επαναλήφθηκαν, μόνο που αυτήν τη φορά πλησίασα πιο κοντά, σχεδόν δίπλα της. Μα το στόμα μου το ’νιωθα κλειδωμένο. Δεν μπορούσα ν’ αρθρώσω λέξη. Αφού κάναμε έναν κύκλο στη συνοικία, την άφησα στην πόρτα του σπιτιού της, χωρίς κανένας μας να πει κουβέντα.
Για την τρίτη φορά, έκανα προπόνηση τι θα ’λεγα ακριβώς. «Τα μάτια σας έχουν τη λάμψη των αστεριών!», «Τα μαλλιά σας χύνονται σαν θυμωμένος καταρράκτης!» 
Σαν έφτασε, επιτέλους, η πολυπόθητη ώρα, αισθανόταν πανέτοιμος! Τα κορίτσια, γελούσαν και το εξέλαβα ως καλό σημάδι. Μόνο που αργούσαν να χωρίσουν, λες κι έπαιζαν με τα νεύρα του. Όταν τις είδα να φιλιούνται, ετοιμάστηκα. Μπροστά εκείνη, πίσω εγώ. Στο κτίριο του ΟΤΕ, είχα πάρει θέση δίπλα της κι ετοιμαζόμουν να πω κάτι από κείνα που ’χα αποστηθίσει, αλλά η κοπέλα σταμάτησε ξαφνικά και με κοίταξε στα μάτια! Αιφνιδιάστηκα, γιατί το ενδεχόμενο αυτό δεν το είχα συνυπολογίσει στο σχεδιασμό και η γλώσσα μου δέθηκε ξανά κόμπος.
– Τι κρίμα να ’σαι μουγγός! είπε χαμογελώντας.
Αναθάρρησα και πήρα μπρος.
Τα μάτια σας… 
Άσε, μην αρχίζεις κι εσύ για φεγγάρια κι αστέρια, να χαρείς! Θα προτιμούσα κάτι πιο πεζό. 
Ένιωσα σα να μου ’πεσε άγνωστο ζήτημα στις εξετάσεις. Είχα κομπλάρει και το κορίτσι το κατάλαβε.
– Αύριο βράδυ, μισή ώρα νωρίτερα, ραντεβού στην πλατεία Ελευθερίας. Καληνύχτα!
Καθώς την έβλεπα που απομακρυνόταν, ήθελα να φωνάξω απ’ τη χαρά μου, αλλά συγκρατήθηκα κι έκανα κατά το λιμάνι να με χτυπήσει το δροσερό αεράκι.

βρισκόμουν στην πλατεία και παρατηρούσα τα χρυσόψαρα στο σιντριβάνι.
Την καθορισμένη ώρα, βρισκόμουν στην πλατεία και χάζευα τα χρυσόψαρα στο σιντριβάνι. Την είδα που ερχόταν, απ’ την κάτω είσοδο της Ιωλκού. Με πλησίασε και μίλησε πρώτη.
Καλησπέρα, με λένε Ερμιόνη. 
Και μένα Σπύρο, απάντησα και της έπιασα το χέρι τελείως αδέξια, προκαλώντας τα γέλια της. 
Προετοιμάζομαι για τις εισαγωγικές εξετάσεις. Τ’ όνειρό μου είναι να περάσω στη Νομική. Εσύ; 
Πολιτικός μηχανικός, έτσι θέλουν οι γονείς μου, εγώ θέλω μαθηματικός μα δε μ’ αφήνουν. Πάσχισα, μα δεν μπόρεσα να τους μεταπείσω. 
Έριξε με μια κίνηση όλα τα μαλλιά της πίσω και με κοίταξε προσεχτικά.
Έχεις λυπημένα μάτια! μου ’πε. 
Είσαι όμορφη, Ερμιόνη! 
Ψεύτη! Σε πόσες το ’χεις ξαναπεί αυτό;

Όλο το καλοκαίρι, χαρήκαμε τον έρωτά μας στα σκοτεινά δρομάκια γύρω από το Κόκκινο Σπίτι. Στεκόμουν δίπλα της, ακόμη κι όταν έβγαινε με τη μάνα της. Εκείνη δε μου ’δινε σημασία, προφανώς η Ερμιόνη δεν την είχε ενημερώσει για τη σχέση μας. Στη συνάντησή μας που αποδείχτηκε η στερνή θέλησε να πάμε κει που πρωτογνωριστήκαμε. Απέναντι, δέσποζε το κτιριακό συγκρότημα των Δικαστηρίων, διάτρητο απ’ τα φωτισμένα παράθυρα. Η Ερμιόνη, κάθε φορά που το ’βλεπε, αναστέναζε, μα κείνο το βράδυ έβαλε τα κλάματα. Πιαστήκαμε απ’ το χέρι και περάσαμε απέναντι. Πίσω απ’ το κτίριο, πίσσα. Κρυφτήκαμε στο κενό που δημιουργούνταν από τον τοίχο της περίφραξης και του κορμού ενός γιγαντιαίου πλάτανου.
– Τι έχεις, κορίτσι μου; ρώτησα ανήσυχος.
– Μ’ αρραβώνιασαν, είπε και πριν προλάβω να το συνειδητοποιήσω, συνέχισε.
– Με δώσανε σ’ ένα γιατρό, γνωστό του πατέρα μου. Δε θέλω να τον αγαπήσω, Σπύρο! Θέλω να σπουδάσω, δεν έχω αυτό το δικαίωμα;
Ασφαλώς και το είχε, μα δεν μπορούσα να μιλήσω απ’ τον αφάνταστο πόνο που ’νιωθα και τον κόμπο που ’χε σφηνωθεί στο λαιμό μου.
– Πες κάτι! Η αποψινή βραδιά θέλω να χαραχτεί στη μνήμη μου! με παρακάλεσε, αλλά είχα πάθει αλαλία!
Τότε, μ’ έπιασε απ’ τους γοφούς και μ’ έσπρωξε βίαια μέσα της. Δεν ήταν η ερωτική Ερμιόνη, αλλά μια γυναίκα που ήξερε πολύ καλά τι ζητούσε! Κι εγώ ένα τίποτα, δε ζούσα.
Η ανάμνηση εκείνων των στιγμών, θα με κρατούσαν ζωντανό τα επόμενα χρόνια.
– Αγόρι μου, γλυκό! ήταν οι τελευταίες λέξεις, που βγήκαν απ’ τα χείλη της, ανακατεμένες με τα κλάματά της.
Την έβλεπα που έτρεχε και μ’ άφηνε μόνο (θα την περίμενε ο αρραβωνιαστικός της) και την απελπισία που ’ρχότανε να μου κάνει παρέα, συνειδητοποιώντας πως δεν της είχα πει ούτε μία λέξη αποχαιρετισμού!
− Ερμιόνη!!! ούρλιαξα και η φωνή μου χάθηκε στο σκοτάδι.
Ακολούθησε πλήρης κατάρρευση! Ένα ζόμπι κατάντησα. Δεν ήθελα να δω γυναίκα στα μάτια μου. Παρ’ όλ’ αυτά με τη βοήθεια φίλων, κυρίως του Στάθη, συνήλθα και ξαναβρήκα τον εαυτό μου. Εισήχθηκα στην Πολυτεχνική, αλλά την Ερμιόνη δεν την ξέχασα κι ούτε αγάπησα άλλη γυναίκα.

Εκείνη την ημέρα, χιόνιζε απ’ το πρωί. Σκέφτηκε να μην κατέβει στη Σχολή, δε θα πάθαινε και τίποτε, αν έχανε μερικά μαθήματα. Ωστόσο, κάτι ακαθόριστο τον ενοχλούσε και άλλαξε γνώμη. Η απόφασή του αυτή, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, μόνο εκούσια δεν ήταν. Παρακολούθησε όλες τις παραδόσεις και μέχρι το απόγευμα, που άρχιζαν οι ώρες των ασκήσεων, θα γευμάτιζαν κάπου με το φίλο του. Όπως κατέβαιναν τα εσωτερικά σκαλοπάτια της εισόδου, κουβεντιάζοντας, έριξε μια ματιά στο κοριτσάκι με τη μητέρα του, που στέκονταν δίπλα στο γλυπτό κι έμεινε εμβρόντητος!
Η γυναίκα φορούσε λευκό γούνινο παλτό και η μικρή ήταν ντυμένη στα ροζ. Τα μακριά μαλλιά της κυρίας ήταν πασπαλισμένα με χιόνι!
– Ερμιόνη!! φώναξε δυνατά και μην παίρνοντας απάντηση ξεφώνισε:
– Ερμιόνη, γιατί δε μου μιλάς;
Μα η εικόνα ξεθώριασε και η αγαπημένη του άρχισε να εξαφανίζεται, όπως εκείνο το βράδυ, το τελευταίο τους, στο Β.!
– Όχι, δεν είναι δυνατόν! Μη φεύγεις πάλι! Ερμιόνη!!.. 
Άπλωσε τα χέρια του και προσπάθησε να τρέξει πίσω της, αλλά ένιωθε τα πόδια του κολλημένα στο δάπεδο. Ταυτόχρονα, αισθάνθηκε να τον χτυπούν στα μάγουλα δυνατά.
– Δόξα σοι ο Θεός, συνήλθε! είπε κάποιος.
Άνοιξε τα μάτια και είδε από πάνω του σκυμμένους συμφοιτητές του να τον κοιτούν θορυβημένοι.
– Είσαι καλά, Σπύρο; Μήπως πονάς στο στήθος; Να καλέσουμε ασθενοφόρο; άκουσε το φίλο του να τον ρωτάει με αγωνία.
Μουρμούρισε ότι μια ζάλη ήταν και πως ένιωθε καλύτερα. Μάλιστα, για να τους πείσει, σηκώθηκε και περπάτησε προς την έξοδο.
Χιόνιζε ακόμη. Ανέβασε την κουκούλα του παλτού και τράβηξαν για το Ζάππειο, το φοιτητικό εστιατόριο που έτρωγαν τα μεσημέρια. Δεν είχε τίποτε του είπε. Ο φίλος του χάρηκε, παρ’ όλ’ αυτά τον διασκέδαζε με αστείους αυτοσχεδιασμούς.
Αφού παρακολούθησαν τα βραδινά μαθήματα, κατά τις εννιά χώρισαν κι ανέβηκε στο σπίτι που νοίκιαζε, στις Συκιές. Τότε, βρήκε το γράμμα της. Την ίδια μέρα με το συμβάν! Όταν διάβασε και ξαναδιάβασε την επιστολή, δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία ότι η Ερμιόνη ζητούσε τη βοήθειά του. Την άλλη μέρα, κιόλας, ανακοίνωσε στη γιαγιά του ότι αισθανόταν κουρασμένος και τα Χριστούγεννα θα επισκεπτόταν κάποιο φίλο του στη Σουηδία, που τον είχε καλέσει. Η κυρα-Λένη τρόμαξε.
– Τι θα κάνεις παιδί μου χειμώνα καιρό, εκεί πάνω; είπε και μέχρι τις Γιορτές θα προσπαθούσε να τον αποτρέψει να πραγματοποιήσει εκείνο το ταξίδι, χωρίς όμως να τα καταφέρει.


Ο Σπύρος, φεύγοντας, δεν ενημέρωσε το Στάθη. Γι’ αυτό εκείνος ξαφνιάστηκε όταν η γιαγιά του τον κάλεσε στο σπίτι και τον παρεκάλεσε να ψάξει στο δωμάτιο του Σπύρου, μήπως κι ανακαλύψει το λόγο του ταξιδιού του εγγονού της στη Σουηδία.
– Δε μου είπε πόσο καιρό θα μείνει, αλλά αργεί να επιστρέψει, γιε μου. Γιατί; Δεν είπα τίποτε στους γονείς του, αλλά φοβάμαι!
Ένιωσε την αγωνία της και μακάρι να μπορούσε να την καθησυχάσει, αλλά κι αυτός στο ίδιο σκοτάδι βρισκόταν. Βάλθηκε, λοιπόν, να ερευνά τα πράγματα του φίλου του, αν και αισθανόταν άσχημα γι’ αυτήν του την πράξη. Έτσι, σκαλίζοντας, βρήκε το τετράδιο που έγραφε στο εξώφυλλο: Ερμιόνη. “Εδώ είμαστε!” σκέφτηκε. Ήταν καταγραμμένες οι συναντήσεις τους στο Β. με τη μορφή ημερολογίου κι ακολουθούσαν τα πονεμένα λόγια και τα λυρικά ξεσπάσματα του άτυχου φίλου του, κατά τη μαύρη περίοδο του χωρισμού τους. Έλειπε, μόνο, το γεγονός της Σχολής που δεν πρόλαβε να γράψει. Εν τούτοις, τίποτε απ’ όλ’ αυτά δε δικαιολογούσε το ταξίδι του στη Σουηδία, πολύ δε περισσότερο την εξαφάνισή του. Συνέχισε ερευνώντας τα πανεπιστημιακά και τα λογοτεχνικά του βιβλία, τα περιοδικά που διάβαζε. Τα τίναζε όλα, ένα προς ένα, μην τυχόν και πέσει κανένα φύλλο χαρτί, που θα ξεδιάλυνε το γρίφο. Έφτασε και στα γράμματα που ’παιρνε με το ταχυδρομείο. Τα ξεφύλλισε κι έπεσε πάνω στις επιστολές της Ερμιόνης. Ο Σπύρος αλληλογραφούσε με την Ερμιόνη, αυτό δεν του το ’χε πει! Τις άνοιξε μία μία και το μυστήριο άρχισε να φωτίζεται. Δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία ότι ο φίλος του πήγε να τη συναντήσει και έμεινε κάπως παραπάνω απ’ το κανονικό. Ο Σπύρος φαίνεται πως λησμόνησε γιαγιά, γονείς και φίλους κοντά στην αγαπημένη του. Έτσι, τουλάχιστον, πίστεψε κείνη τη στιγμή.
Όταν η κυρα-Λένη τον άκουσε να της εξηγεί, η καημένη ανέπνευσε κυριολεκτικά και το μόνο που είπε ήταν:
– Θε μου! Γιατί μας έφτιαξες εμάς τα θηλυκά;
Ύστερα, τον κοίταξε μ’ ευγνωμοσύνη.

Αγόρι μου, γλυκό

... η σχέση μας δεν έχει τελειώσει. Το γιατρό δεν τον αγάπησα ποτέ. Απλά, μας παρέχει μια άνετη ζωή˙ αυτό, δηλαδή, που επιθυμούσαν να μου εξασφαλίσουν οι δικοί μου. Και λέω «μας», γιατί γέννησα ένα όμορφο κοριτσάκι. Μου στέρησε τις σπουδές, τα όνειρά μου. Κουβαλάει στο σπίτι γυναίκες και μου τις παρουσιάζει σαν συναδέλφους του. Πού να βρω τη δύναμη να διαμαρτυρηθώ; Εδώ τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά. Υπάρχει πλήρης σεξουαλική απελευθέρωση. Τσιτσιδώνονται και χαϊδεύονται, μπροστά μου. Θα μπορούσα να κάνω κι εγώ τα ίδια. Όμως, κλειδώνομαι με το παιδί μου μέχρι να φύγουν. Δεν είμαι ευτυχισμένη, καλέ μου. Θυμάσαι;
«Είσαι όμορφη, Ερμιόνη!» μου είπες το πρώτο βράδυ, «Ψεύτη! Σε πόσες το ’χεις ξαναπεί αυτό;» σου απάντησα εγώ.
Η Ερμιόνη σου


Το επόμενο διάστημα, διάβασε αρκετές φορές το ημερολόγιο του Σπύρου και τα γράμματα της Ερμιόνης, που τα πήρε μαζί του φεύγοντας. Μολαταύτα, βρισκόταν σε πλήρες αδιέξοδο. Γιατί ο φίλος του δεν είχε επιστρέψει ακόμη; Τι συνέβη στη Σουηδία κατά τη συνάντησή του με την Ερμιόνη; Όταν κάθε ίχνος αισιοδοξίας χάθηκε, αποφάσισε να επισκεφτεί την Πρεσβεία της Σουηδίας. Τότε, του τηλεφώνησε η κυρα-Λένη πως ο ταχυδρόμος τής έφερε μια επιστολή, αλλά δεν την άνοιξε, φοβούμενη ότι κάτι κακό συνέβη στο Σπύρο. Έτρεξε σαν παλαβός προς την εξώπορτα. Η διαδρομή ως τις Συκιές του φάνηκε αιώνας.
Το γράμμα είχε τη διεύθυνση ενός νοσοκομείου! Αναστατώθηκε. Την έσκισε και διάβασε στα γρήγορα. Η κυρα-Λένη όμως δεν άντεχε άλλο κι έπεσε πάνω του κλαίγοντας.
Δεν της είπε την αλήθεια, μόνο:
Μην ανησυχείς, γιαγιά, όλα θα πάνε καλά, που την έκανε να σταματήσει το κλάμα.



Αισθανόμουν άσχημα που δεν ενημέρωσα το φίλο μου, για τη φυγή μου. Μα μες στη βιασύνη και την αναστάτωση μού διέφυγε. Θα το ’κανα όμως με την πρώτη ευκαιρία. Μόλις έφτασα στη Στοκχόλμη, πήρα ταξί και βρήκαμε εύκολα τη διεύθυνση που ήταν γραμμένη στην επιστολή της Ερμιόνης. Αλλά δεν την επισκέφτηκα αμέσως. Έψαξα για το πιο κοντινό ξενοδοχείο κι όταν τακτοποιήθηκα της τηλεφώνησα.
– Ναι; Ποιος είναι; ακούστηκε μια γυναικεία φωνή στα σουηδικά. 
Δεν κατάλαβα κι είπα στ’ αγγλικά:
– Ερμιόνη! Ο Σπύρος σου είμαι!
– Δε μένει καμιά Ερμιόνη εδώ, απάντησε και η γυναίκα στ’ αγγλικά.
– Μα έχω το γράμμα της, που γράφει αυτήν τη διεύθυνση.
– Το σπίτι, κύριε, άλλαξε πρόσφατα ιδιοκτήτη. Πιθανόν να ζητάτε την προηγούμενη ένοικο.
Έκλεισα το τηλέφωνο ταραγμένος. Ήταν ολοφάνερο πως κάτι κακό είχε συμβεί στην Ερμιόνη.
Κατέβηκα στην είσοδο του ξενοδοχείου με τα νεύρα τεντωμένα, έτοιμα να σπάσουν. Έριχνε ένα ψιλό χιόνι σαν πούδρα, που κολλούσε πάνω στα ρούχα μου.
Στην Ελληνική Πρεσβεία, έμαθα τι είχε συμβεί, από έναν ευγενικό υπάλληλο που αντιλήφθηκε αμέσως την άθλια κατάστασή μου.
Ο γιατρός ήταν μεγάλος απατεώνας. Τράβηξε πολλά χρήματα απ’ τον πεθερό του, εκβιάζοντάς τον, επειδή χρωστούσε υπέρογκα ποσά σε χαρτοπαιχτικές λέσχες και δανειστές. Μπλέχτηκε με ναρκωτικά και γυναίκες του αγοραίου έρωτα και έμεινε εκτεθειμένος σε ανθρώπους της νύχτας, που δε συγχωρούν. Το σπίτι, που αγοράστηκε με χρήματα της γυναίκας του, κατασχέθηκε. Η αστυνομία τον συνέλαβε και η Ερμιόνη με τη μικρή δεν είχαν που να μείνουν. Εξαφανίστηκαν και γίνονταν έρευνες για τον εντοπισμό τους. Όλα αυτά τα είχαν γράψει οι εφημερίδες.
− Αν σας αγαπάει, όπως μου είπατε, ίσως μπορέσει να επιζήσει στις σκληρές συνθήκες αυτής της χώρας. Προφανώς, βρίσκεται σε σύγχυση αφού δε σκέφτηκε να έλθει εδώ για να τη βοηθήσουμε. Αφήστε μας τη διεύθυνση του ξενοδοχείου που μένετε και θα σας ενημερώσουμε για οτιδήποτε νεώτερο προκύψει.
Τις επόμενες ημέρες περνούσα τις ώρες μου στο μπαρ του ξενοδοχείου. Έτρωγα από βιολογική ανάγκη. Είχα καταντήσει γραφικός, μ’ ένα ποτό στο χέρι. Δεν ήξερα πού να ψάξω, πώς να συνδράμω στις έρευνες των Αρχών και περίμενα άπραγος να χτυπήσει το τηλέφωνο.

Τα χείλη της ράγισαν και κομμάτια κρύσταλλου έπεσαν
Μια τέτοια μέρα, ολόιδια με τις άλλες, όπως κοίταζε έξω, τις είδε δίπλα στο παγωμένο σιντριβάνι της αυλής! Ανατρίχιασε, γιατί μπροστά του παρουσιαζόταν απαράλλακτη η εικόνα της Σχολής! Η Ερμιόνη φορούσε το ίδιο άσπρο γούνινο παλτό και η μικρή ροζ παλτό και ροζ σκουφάκι!
Μετά το πρώτο σοκ, έτρεξε προς το μέρος τους. Τα μαλλιά της Ερμιόνης ήταν ολόλευκα. Στολισμένα με ψιλό χιόνι. Ανέκφραστη με το πρόσωπο ρόδινο απ' την παγωνιά και τα μάτια απλανή κι ακίνητα.


Τα κολλημένα χείλη της ράγισαν και κομμάτια κρύσταλλου έπεσαν αργά αργά και χάθηκαν στο μαλακό χιόνι. Στράφηκε απότομα προς το κορίτσι. Είδε δυο μισόκλειστα μάτια κατάιδια με τα δικά του!
– Είναι η γυναίκα μου και η κόρη μου! ούρλιαξε ασυγκράτητος κι επειδή φοβήθηκε ότι θα τις έχανε ξανά, έτεινε το χέρι του να τις αγγίξει να τις πιάσει όπως τότε, καθώς έπεφτε στο μαύρο χιονένιο στρώμα, κι ένα τρίξιμο ακουγόταν, μπότας που βουλιάζει αδύναμα στο φρέσκο χιόνι.

ΤΕΛΟΣ

Είπαν:

Maria Koumioti Καλημέρα καλό Σ/ Κ... Πολύ όμορφο συγχαρητήρια ξανά και ξανά!!
Stathis Kourias Εξαιρετικό!!! Να είσαι καλά.
Νικόλαος Τόλης Ως συνήθως, απρόβλεπτος στις ευχάριστες εκπλήξεις. Σαν πλανόδιος θαυματοποιός!      

* Ο Άγγελος Πετρουλάκης είναι συγγραφέας και αρθρογραφεί στην εφημερίδα Larissanet

Το διήγημα αυτό όπως και όλα τα υπόλοιπα κάτω απ’ τον προσωρινό τίτλο ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΛΑΜΠΗΔΟΝΕΣ, αποτελούν σχεδιάσματα, την πρώτη μορφή των πεζογραφημάτων μερικά απ’ τα οποία θα ενταχθούν στη συλλογή. Ευχαριστώ τους λίγους, αλλά τακτικούς, φίλους που κάνουν τον κόπο και τα διαβάζουν. Ο τίτλος του συγκεκριμένου πεζού προϋπήρχε της ανάρτησης ενός πίνακα ζωγραφικής της Ευαγγελίας Διανελλάκη με την ίδια ονομασία και γι’ αυτό δεν τον άλλαξα, αποτέλεσε όμως την αιτία για να ανασύρω το διήγημα απ' το αρχείο.

CG-G-02-01-1-59
_________________________________
© ΒΕΚ, 2017 Απαγορεύεται, ρητά, η αντιγραφή κι αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρους του, μ' οποιοδήποτε τρόπο, αυτούσιου ή τροποποιημένου, χωρίς την έγκρισή μου [Ν.2121/1993 (25 Α΄)]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου