Τετάρτη, 15 Νοεμβρίου 2017

ΦΟΡΑΝΕ ΠΑΠΙΓΙΟΝ ΤΑ ΑΓΡΙΟΓΟΥΡΟΥΝΑ;

COMICOGRAFIMATA
G_ΨΗΦΙΔΕΣ 

ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΛΑΜΠΗΔΟΝΕΣ

[56] ΦΟΡΑΝΕ ΠΑΠΙΓΙΟΝ ΤΑ ΑΓΡΙΟΓΟΥΡΟΥΝΑ; 




Αντί να απαντήσει με μια κίνηση του χεριού μου ’δειξε τα ράφια.




Όλα του συγγραφέα δύσκολα. Εν πρώτοις, η ανεύρεση ξεχωριστού ύφους, εντυπωσιακής θεματολογίας που να τον διακρίνουν απ’ τους συναδέλφους του και να του αρμόζουν κι ύστερα η εξασφάλιση ικανού χρόνου ημερησίως, μοναχικού, μακριά από την οικογένεια, τους φίλους, η ελάττωση των κοινωνικών εμφανίσεων... Όλ’ αυτά όμως φαντάζουν ελάχιστα μπροστά στις ανυπέρβλητες δυσκολίες που αντιμετωπίζει, κατά τη γραφή,  από τις ιδιοτροπίες των ηρώων του. Μα θα μου πείτε, υπάρχουν διαπροσωπικές σχέσεις μεταξύ συγγραφέα και χαρακτήρων ενός μυθιστορήματος; Η λογική λέει ότι δεν υφίστανται, αφού οι κόσμοι τους είναι τελείως διαφορετικοί. Έτσι πίστευα κι εγώ, ώσπου μου συνέβησαν εκείνα τα γεγονότα που δεν μπορώ να ξεχάσω, αλλά και να ερμηνεύσω. Τι απ’ όλα που έζησα ήταν πραγματικότητα και τι φαντασία;

Παρακολουθούσα (συγγραφικώς εννοείται), εκ του σύνεγγυς, ένα ερωτευμένο ζευγάρι, για να περιγράφω τους χώρους που εκδήλωναν τον έρωτά τους και, προς θεού, όχι τις πράξεις τους, για το φόβο των κριτικών της λογοτεχνίας, που δεν ξέρεις πότε θα πέσεις στα νύχια τους. Τα παιδιά πρωτοτυπούσαν: έκαναν έρωτα σε φυσικούς χώρους, στα χωράφια, στις ρεματιές, στις παραλίες μιας περιοχής του Νοτίου Πηλίου κι εγώ τους περίμενα να τελειώσουν και να τους ακολουθήσω έχοντας, στο μεταξύ, επινοήσει τη συνέχεια. Κάποια φορά όμως ανησύχησα, γιατί αργούσαν να βγουν απ’ το καλύβι που μπήκαν με δική τους ευθύνη. Θορυβήθηκα, γιατί δε μου ’χε ξανασυμβεί να εξαφανιστούν οι ήρωές μου. Και πώς θα συνέχιζα το μυθιστόρημα;

Δυο ώρες έκανα μέχρι να φτάσω. Σουρούπωνε κι ο καιρός δεν ενέπνεε καμιά σιγουριά. Το καλύβι το ήξερα πού βρισκόταν, γιατί φαινόταν απ’ το δρόμο που οδηγούσε στις παραλίες της περιοχής (οι περισσότεροι συγγραφείς επιλέγουν για πεδίο ανάπτυξης της ιστορίας τους γνωστά σημεία που τα γνωρίζουν) κι έτσι σταμάτησα κάπου κοντά. Πλησίασα να δω με το φόβο στην καρδιά μήπως τους συνέβη κάτι κακό. Πριν μπω μέσα, κοντοστάθηκα. Δεν ήθελα να με χαρακτηρίσουν και ηδονοβλεψία, μα δεν άκουσα τίποτε.  Μπήκα κι έψαξα παντού, άφαντοι. Μ’ έζωσαν τα φίδια. Την κοπάνισαν τελικά, μονολόγησα, είτε γιατί δεν τους άρεσε η ιστορία είτε γιατί αποφάσισαν να αυτονομηθούν, να ζήσουν έξω απ' τον περιορισμένο χώρο των σελίδων.

Ξέρετε, ο συγγραφέας μετά από μερικά κεφάλαια χάνει τον έλεγχο των πράξεων των προσώπων που υποδύονται τους ρόλους του έργου του κι είναι εκείνα που τον καθοδηγούν από κει και πέρα. Και τότε καλείται ν’ αποφασίσει αν θα διακόψει τη συγγραφή ή θ’ αποδεχτεί τον τρόπο εξέλιξης του ιστορήματος που επιλέγουν τα χάρτινα δημιουργήματά του. 
Γι’ αυτό σας το είπα εξαρχής: Όλα του συγγραφέα δύσκολα. 
Άντε ν’ ανεβαίνω εγώ σε αεροπλάνα, που με πιάνει τρόμος που τα βλέπω ακόμη και στο έδαφος, να επιδίδομαι σε σπορ, που τ’ απεχθάνομαι από μικρός, κλπ. Αλλά ας συνεχίσω τη διήγησή μου. Χωρίς περιττά λόγια σας λέω πως νύχτωσε, άρχισε να χιονίζει και το φιατάκι δεν έπαιρνε μπρος, αλλά κι αν έπαιρνε ήταν αδύνατο να κινηθεί, το χιόνι είχε φτάσει τους δέκα πόντους, μην κοιτάτε στην πόλη που λιώνει, στη φύση στοιβάζεται σε απίθανα ύψη, φανταστείτε τώρα στα μυθιστορήματα τι γίνεται. Η ψυχραιμία μου πήγε περίπατο και μ’ έπιασε κρότος, βακός. Κοίταξα γύρω μου. Εκτός από το μισοερειπωμένο καλύβι που κατάπιε το ζευγάρι είδα κι ένα ψηλότερο κτίσμα, σε κάπως καλύτερη κατάσταση. Χωρίς να χάσω χρόνο έτρεξα προς τα κει. Η πόρτα του ισόγειου ήταν ασφαλισμένη μ’ ένα τεράστιο, χοντροειδές λουκέτο κι απελπίστηκα. Η εξώπορτα όμως του ορόφου άνοιξε με την πρώτη κλωτσιά που της έδωσα. Ένα δωμάτιο όλο κι όλο, μια γωνιά κουζίνας και μια σκάλα που κατέβαινε στον ισόγειο αποθηκευτικό χώρο. Ένα κρεβάτι κι ένα στρώμα δεν έμοιαζαν για τέτοια απ’ τη σκουριά, τη σκόνη και τα δαγκώματα των ποντικών. Το τζάκι ωστόσο, μια τρύπα να χάσκει μες στον τοίχο, φαινόταν ακέραιο, αν μπορούσα να κρίνω σωστά. Βιάστηκα να βρω ξύλα, που για καλή μου τύχη υπήρχαν πολλά στην αυλή, και με τη βοήθεια του λαδιού μηχανής που είχα στο αυτοκίνητο κατόρθωσα με τα χίλια βάσανα να βάλω φωτιά στα μουσκεμένα ξύλα. Δεν έτρεφα αυταπάτες, δε θα μπορούσα να επιζήσω όλη τη νύχτα σε τόσο κρύο, χωρίς τα στοιχειώδη. Κάθισα στο κρεβάτι απλώνοντας με σιχασιά το στρώμα και τότε άκουσα μουσική, ναι! Ο νηστικός καρβέλια ονειρεύεται, σκέφτηκα και βγήκα στο μπαλκονάκι. Τωόντι, ακουγόταν μουσική. 
Όπως ο σκύλος παίρνει τη μυρωδιά στο κατόπι, έτσι κι εγώ ακολούθησα τον ήχο, που με οδήγησε σ’ ένα μπαρ! Ένα αληθινό μπαρ! Θα ’παθα παράκρουση, σαν τους ταξιδιώτες στην έρημο που βλέπουν νερά και οάσεις εκεί που δεν υπάρχουν. Η πόρτα, όμως, που την έσπρωξα με επιφύλαξη μου φανέρωσε το γνώριμο περιβάλλον ενός μπαρ, και μια κοπέλα στεκόταν πίσω απ’ τον πάγκο. Δε φάνηκε να εντυπωσιάζεται ή να εκπλήσσεται απ’ την εμφάνισή μου, μόνο με καλησπέρισε.
-Τι θα πιείτε, κύριε;
-Έχετε ουίσκι;
Αντί να απαντήσει με μια κίνηση του χεριού μου ’δειξε τα ράφια. Ούτε στην πόλη δε θα ’βρισκα τέτοια ποικιλία, μέχρι που παρήγγειλα και τη μάρκα μου. Τα είχα χαμένα, ωστόσο το ήρεμο κι όμορφο πρόσωπό της με καθησύχαζαν.
-Μήπως έχετε και πάγο;
-Βεβαίως, είπε και βγήκε απ’ το στενό διάδρομο και διέσχισε το χώρο.
Σε λίγο έμπαινε κρατώντας μερικά χατζάρια. Δεν μπόρεσα να μη γελάσω.
-Έρχεται κόσμος εδώ κάτω στην ερημιά;
-Δεν έχω παράπονο, έρχονται οι κάτοικοι των καλυβιών και αγριογούρουνα.
-Αγριογούρουνα;
-Ναι, είναι κοσμικοί τύποι. Φοράνε παπιγιόν, φέρνουν και τα παιδιά τους. Μόνο που δεν κάθονται φρόνιμα, τα μικρά, και μου ανασηκώνουν τις πέτρες του δαπέδου να βρουν σκουλήκια. Αλλά με πληρώνουν καλά.
-Έχουν χρήματα;
-Αφήνουν κάθε φορά ένα απ’ τα μικρά τους. Το δίνω στο χασάπη, καλά λεφτά.
-Ξέρετε κι εγώ δεν έχω χρήματα, ξέμεινα με το χιόνι που 'πεσε ξαφνικά.
-Δεν πειράζει, θα με πληρώσετε σε είδος.
-Δηλαδή;
-Ένα φιλί το ποτήρι.
-Λογική τη βρίσκω την τιμή, βάλτε μου ένα ποτό ακόμη.
-Αυτές τις μέρες μάλιστα έχω και μια προσφορά: Αν μπορέσετε να πιείτε ένα μπουκάλι ουίσκι μονορούφι, μπορείτε να με πηδήξετε. Μέχρι τώρα, κανένας δεν το 'χει καταφέρει, αν το κάνετε εσείς θα είστε ο πρώτος, όμως θα μπορέσετε να ανταποκριθείτε μετά, για σκεφτείτε το. Πώς και ξεχαστήκατε εδώ;
-Είμαι συγγραφέας κι ακολουθούσα ένα ζευγάρι, μα τους έχασα, μετά άρχισε να χιονίζει και...
-Συγγραφέας;
-Ναι.
-Απ’ αυτούς που γράφουν βιβλία;
-Κυρίως μυθιστορήματα. Τώρα μάλιστα ίσως να βάλω και το μπαρ στην ιστορία μου.
-Εμένα;
-Θα το σκεφτώ, εξαρτάται, είπα και μια τρελή σκέψη πέρασε απ’ το μυαλό μου.
-Από τι;
-Ξέρετε, δε θα μπορέσω να πιω το μπουκάλι ουίσκι που λέγατε.
-Α, μην ανησυχείτε. Για σας θα τροποποιήσω τους όρους, είπε κι έβγαλε ένα μπουκαλάκι δείγμα, απ’ αυτά που μπαίνουν στην κωλότσεπη. Κι αν δεν το πιείτε όλο, δεν πειράζει. Θα με παρουσιάσετε όμορφη;
-Μα είστε όμορφη, δε χρειάζεται.
Δυο χαριτωμένα λακκάκια εμφανίστηκαν στα μάγουλά της - τράβηξε το μπλουζάκι και πρόβαλε ο γεμάτος κόρφος της.
-Θα μου δώσετε μεγάλο ρόλο;
-Μμμ... είναι δύσκολο, θα πρέπει να τροποποιήσω τη δράση... να προσθέσω καινούργια κεφάλαια... να επιφέρω αλλαγές...
Έλυσε τα μαλλιά της που, ελεύθερα, κατέκλυσαν τους ώμους και την πλάτη της.
-Εντάξει θα προσπαθήσω, δε σας υπόσχομαι όμως τίποτε.
-Ελάτε να σας δείξω το σπιτάκι μου.
Την ακολούθησα και το στήθος μου φούσκωσε σαν του παγωνιού. Κατάχρηση εξουσίας, αλλά η κοπέλα δεν είχε το ταίρι της.



Ήμουν τυλιγμένος με τη χοντρή κουβέρτα που μου έδωσε, είχα φάει ζεστό σπιτικό φαγητό, ήπια και κόκκινο κρασάκι να ζεσταθώ και αναλογιζόμουνα τα κάλλη της κοπέλας. Θα την έβαζα στο μυθιστόρημα! Θα πρόσθετα και άλλες σκηνές, ποιος ήξερε τι ακριβώς διημείφθη μεταξύ μας μες στην κάμαρα; Ήταν παντρεμένη, κι ο άντρας της είχε πάει για κυνήγι και θ’ αργούσε να γυρίσει. Έτσι μου ’πε κι εγώ φοβήθηκα μην μπλέξω κι οπισθοχώρησα.
-Έκλεισα το μπαρ και κλείδωσα για κάθε ενδεχόμενο, είπε κι αναθάρρησα όταν είδα και την πίσω πόρτα ασφαλισμένη με το κολντεμίρι.



Με ξύπνησαν δυνατές φωνές. Η ομάδα διάσωσης ήταν (που έμαθα εκ των υστέρων πως λεγόταν έτσι) που γυρνούσε στα καλύβια, για να προσφέρει βοήθεια σ’ όσους ξέμειναν.
-Είδαμε καπνό και παραξενευτήκαμε, γιατί το καλύβι ξέραμε πως ήταν ακατοίκητο.
Τους είπα τι μου είχε συμβεί.
-Πώς σας λένε;
-Άρη Φαλάκο, είπα και τους ρώτησα για την κοπέλα, επειδή έπρεπε να της επιστρέψω την κουβέρτα.
-Ποια κοπέλα, ποιο μπαρ; είπαν γελώντας και κοιτάχτηκαν αναμεταξύ τους με νόημα.
Τους έδειξα το σημείο που θα πρέπει να βρισκόταν περίπου, γιατί μες στη νύχτα δεν παρατήρησα καλά το μέρος.
-Πάω να σβήσω το τζάκι είπε ένας τους κι έτρεξε επάνω.
Τον είδαμε να πετάει έξω τ’ αναμμένα ξύλα.
-Δεν υπάρχει καμιά κουβέρτα είπε καθώς πλησίαζε, θα τυλίχτηκες με το στρώμα και νειρεύτηκες. Κάποια νεράιδα του ρέματος θα σε παραπλάνησε.
Μετά συζήτησαν ποιος θα με κρατούσε το διάστημα ώσπου να σηκωθούν τα χιόνια.
-Να τον δώσουμε στον Αλέκο, είπε ένας και συμφώνησαν όλοι. Είναι μόνος του και το σπίτι του είναι μεγάλο.
Έτσι κι έγινε. Όλη τη μέρα την έβγαλα αγκαλιά με τη μαντεμένια σόμπα, ενώ ο Αλέκος έπινε διαρκώς τσίπουρο και μιλούσε διαρκώς, μα ακατανόητα. Το πρωί με ξύπνησε βήχοντας.
-Κύριε, Άρη, σηκωθείτε να πάρετε πρωινό.
Πετάχτηκα επάνω, ήμουν θεονήστικος.
Στο κέντρο του τραπεζιού μισό καρβέλι και ένα πιάτο τίγκα στη ζαρωμένη ελιά, μα δεν έβλεπα ρόφημα, έναν καφέ τουλάχιστον. Κάθισα στην καρέκλα  και τον κοίταξα ερωτηματικά. Ο Αλέκος, τότε, έβαλε το χέρι του σε κάποια εσωτερική τσέπη ενός περίεργου μπουφάν κι έβγαλε μια μποτίλια.
-Το ρόφημά σας, κύριε Φαλάκο!! είπε κι έβαλε μπροστά μου το μπουκάλι, κι εγώ κοίταξα με απορία κι απογοήτευση το περιεχόμενο του, το καθαρό τσίπουρο, που μάλλον θα ’πινα κάθε πρωί.
Σας το 'πα! Όλα του συγγραφέα δύσκολα.

 
CG-G-02-01-1-56
_________________________________
© χαρακτήρες, ιδέα, απόδοση, ΒΕΚ, 2017 
Απαγορεύεται, ρητά, η αντιγραφή κι αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρους του, μ' οποιοδήποτε τρόπο, αυτούσιου ή τροποποιημένου, χωρίς την έγκρισή μου [Ν.2121/1993 (25 Α΄)]




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου