Τρίτη, 28 Νοεμβρίου 2017

ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΟΥ ΤΡΑΙΝΟΥ, ΤΟ

COMICOGRAFIMATA
G_ΨΗΦΙΔΕΣ 

ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΛΑΜΠΗΔΟΝΕΣ


[63] ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΟΥ ΤΡΑΙΝΟΥ


Φιληθήκαμε. Το κορίτσι ήταν σαν καυτή λιωμένη σοκολάτα.




 Η υπερταχεία επιβατική αμαξοστοιχία Αθηνών−Θεσσαλονίκης−Eξωτερικού ερχόταν στην ώρα της, χωρίς καθυστέρηση, όπως ανήγγειλαν βραχνά τα μεγάφωνα του σταθμού. Στην αποβάθρα, οι ταξιδιώτες ελάχιστοι, λόγω του προχωρημένου της ώρας. 
   Ανέβηκα και προχώρησα στο διάδρομο. Έσυρα την πόρτα του πρώτου κουπέ και αντίκρισα έξη μάτια να καρφώνονται πάνω μου. Ήταν ένα αντρόγυνο και μια κοπέλα, μάλλον η κόρη τους. Έριξα το βλέμμα του ένα γύρω, στο μικρό χώρο. Παντού βαλίτσες, βαλιτσούλες, κουτιά κι ένα σωρό μικροπράγματα. Δεν υπήρχε καθόλου μέρος για ν’ ακουμπήσω τη δική μου βαλίτσα.
– Αφήστε την κάτω, ανάμεσα στα πόδια μας, δε μας ενοχλεί, είπε ο κύριος ευγενικά.
Τον κοίταξα καλά πριν απαντήσω. Πενηντάρης σίγουρα, ίσως και μεγαλύτερος, με γκρίζα μαλλιά.
− Μοιάζει με μετακόμιση! είπα γελώντας.
– Πάμε στη Γερμανία. Τελείωσαν οι διακοπές μας στην Ελλάδα κι επιστρέφουμε.
– Έτσι, εξηγείται!
Η γυναίκα με κοίταξε εξεταστικά και φάνηκε σα να μελαγχόλησε. Έδειχνε νεώτερη απ’ τον άντρα της, με φροντισμένο σώμα, από κείνες τις παντρεμένες που ελκύουν ακόμη ερωτικά.


– Πάτε στη Θεσσαλονίκη; με ρώτησε.
– Ναι, είμαι φοιτητής και εντός των ημερών αρχίζει η εξεταστική περίοδος. Πάω να διαβάσω, γιατί στο χωριό δεν άνοιξα βιβλίο.
− Λογικό δεν είναι; αφού ήσασταν σε διακοπές, είπε γελαστά και συνέχισε.
− Αλλά, καθίστε, κι έδειξε τη θέση που δημιουργήθηκε μεταξύ του λόφου με τις εγκυμονούσες τσάντες και του κοριτσιού, όταν το τελευταίο στριμώχτηκε προς το παράθυρο, για να μου κάνει χώρο.
Μετά, οι δυο τους σιώπησαν και δεν ξαναμίλησαν, μέχρι που κοιμήθηκαν. Γύρισα προς την κοπέλα και με το πρώτο πρόσεξα τα μαύρα μαργιόλικα μάτια της. Δυο καλοστημένες θηλυκές παγίδες.
– Με λένε, Όλγα.
– Εμένα Β. Ζείτε πολλά χρόνια στη Γερμανία;
– Στο Μόναχο γεννήθηκα. Μετανάστρια δεύτερης γενιάς. Είμαι μισή Γερμανίδα, μισή Ελληνίδα.
Εκείνη τη στιγμή, μπήκε ο ελεγκτής και ζήτησε το εισιτήριό μου. Το τρύπησε και φεύγοντας με ρώτησε:
– Το φως το χρειάζεστε; και μου ’κλεισε το μάτι.
Έγνευσα αρνητικά κι εκείνος κατέβασε το διακόπτη.
– Είμαι δεκαοκτώ χρονών.
– Είμαι μεγαλύτερός σου, εικοσιδύο, είπα.
– Οι γονείς μου δουλεύουν, και οι δυο. Οι συνθήκες δουλειάς είναι καλές και οι μισθοί αξιοπρεπείς. Μπορούμε και ζούμε σαν άνθρωποι. Εδώ δε θα ’χαμε στον ήλιο μοίρα. Πηγαίνω στο Γυμνάσιο, παράλληλα παρακολουθώ και ελληνικά μαθήματα. Πες μου για σένα.
– Είμαι στο δεύτερο έτος της Πολυτεχνικής και προσπαθώ να μην αφήνω μαθήματα, μεταφορές τις λέμε, για να πάρω το δίπλωμα όσο πιο γρήγορα γίνεται. Ν’ ανεξαρτητοποιηθώ. Ν’ αποκτήσω δικά μου χρήματα, να ζήσω σαν άνθρωπος που είπες και ’σύ. Οι γονείς μου δε μου συμπαραστέκονται ούτε οικονομικά ούτε ψυχολογικά. Πώς να ζήσω μ’ ένα χιλιάρικο το μήνα; Και μ’ αυτά τα χρήματα να πληρώσω το νοίκι, ν’ αγοράσω τ’ αναγκαία για τη Σχολή. Όταν έχω τις μαύρες μου κατηφορίζω στο λιμάνι, κάθομαι σ’ ένα παγκάκι δίπλα στο Λευκό Πύργο και αναπολώ τις ακρογιαλιές του χωριού μου.
Τράβηξε από δίπλα της μια λεπτή καρό κουβερτίτσα και την έριξε στα πόδια της, πάνω στο στιλάτο άσπρο φόρεμα. Δεν ξέρω αν το ’κανε επίτηδες, πάντως η κουβέρτα σκέπασε και το δεξί μου πόδι. Ήμασταν πολύ κοντά, αγγιζόμασταν.
Έγειρε το κεφάλι και μου μίλησε ψιθυριστά.
– Σε καταλαβαίνω, κάτι ανάλογο ζω κι εγώ. Οι δικοί μου αποταμιεύουν, με σκοπό να γυρίσουν πλούσιοι στην Ελλάδα, να φτιάξουν ένα ξενοδοχείο κοντά στη θάλασσα, να μου εξασφαλίσουν την προίκα μου. Στη Γερμανία, ξέρεις, είναι διαφορετικά τα πράγματα. Ο κόσμος δεν είναι φιλόξενος, δεν ξοδεύει πολλά, δε διασκεδάζει. Όλοι δουλεύουν σαν τρελοί. Εδώ, οι Έλληνες ξοδεύουν ακόμα κι όταν δεν έχουν. Πώς θα πάει μπροστά αυτή η χώρα;
Το τελευταίο έμοιαζε με ατάκα πολιτικού, μα είχε δίκιο. Μήπως κι εμείς δεν το ξέραμε; Οι κυβερνώντες φώναζαν σε κάθε ευκαιρία: Λιτότητα!, αλλά δεν έπειθαν, γιατί τη λιτότητα τη ζητούσαν μόνο απ’ το λαό. Αν έδιναν εκείνοι το καλό παράδειγμα, ίσως κάτι να γινότανε.
Το τραίνο κουνούσε και ηχούσε μονότονα. Μας νανούριζε. Στο ημίφως, τα νεανικά κορμιά μας αφυπνίστηκαν. Γύρισα προς το μέρος της και είδα τα τσίνορα που πετάριζαν. Όπως φτερά πουλιού που αντιστέκεται στο αρσενικό, αλλά δε φεύγει κιόλα. Τα χείλη της έντονα κόκκινα. Γλίστρησα το χέρι μου κάτω απ’ την κουβέρτα και της χάιδεψα τον αριστερό μηρό. Μ’ άφησε. Το ύφασμα ήταν πολύ λεπτό, μεταξένιο και ευχάριστο στην αφή. Έκλεισε τα μάτια της και τα βλέφαρα σταμάτησαν να πεταρίζουν. Όλη την ώρα, είχα τα μάτια μου καρφωμένα στους γονείς της μην ξυπνήσουν και με τσακώσουν να βάζω χέρι στο κορίτσι τους.



Μπαίνοντας στο σταθμό της Θεσσαλονίκης, άκουσα τα μεγάφωνα που ειδοποιούσαν τους επιβάτες ότι η αμαξοστοιχία θα κάνει στάση μισής ώρας, γι’ αλλαγή μηχανής. Πήρα τη βαλίτσα μου και, με βαριά καρδιά, στάθηκα να τους αποχαιρετήσω. Η Όλγα σηκώθηκε και βγήκε πρώτη απ’ το κουπέ. «Θα βγω έξω να πάρω λίγο αέρα», είπε στη μάνα της. «Να 'χεις το νου σου μην ξεκινήσει το τραίνο και μείνεις απόψε στη Θεσσαλονίκη» ακούσαμε πίσω μας. Βαδίσαμε στην αποβάθρα κάνοντας τον αποχαιρετισμό δυσκολότερο και πιο επώδυνο. Φιληθήκαμε. Το κορίτσι ήταν σαν καυτή λιωμένη σοκολάτα.
− Μη φύγεις, Όλγα! Μείνε απόψε και φεύγεις αύριο. Η μάνα σου, σχεδόν, στο είπε, κατάλαβε.
Έβαλε τα κλάματα. Όταν ακούστηκαν και πάλι τα μεγάφωνα, αγκαλιαστήκαμε άγρια. Αισθανόμουν τα λεπτά της δάκτυλα να τρυπώνουν παντού να με ψάχνουν. Η τσάντα της έπεσε στο δάπεδο. Έσκυψε να την αρπάξει. Ύστερα, ίσιασε τα ρούχα της και κοιταχτήκαμε για τελευταία φορά.


− Θα είμαι δική σου για πάντα! μου φώναξε μ’ αναφιλητά.
Ο ήχος που έκαναν τα χοντροτάκουνά της και η εικόνα της αέρινης φούστας που παιχνίδιζε γύρω της, καθώς απομακρυνόταν, χαράχτηκαν ανεξίτηλα στο μυαλό μου. Αλλά μπορεί η ανάμνηση να υποκαταστήσει τη ζωντανή παρουσία; Και για πόσο καιρό θα θυμόμουν το χρώμα των ματιών της;
Κατέβηκα στην υπόγεια διάβαση και στο μπαρ του σταθμού παρήγγειλα ένα ποτό. Τι εννοούσε λέγοντας θα είμαι δική σου για πάντα; Αισθάνθηκα τον πόνο που ’ρχότανε σαν καταιγίδα και τα μάτια μου θάμπωσαν. Θα γινόμουνα ρεζίλι. Όχι, δεν έπρεπε να κλάψω. «Μια τυχαία γνωριμία ήταν και τίποτε περισσότερο, φίλε, ήρεμα», είπα στον εαυτό μου για να πάρω δύναμη. Μου διέφευγε ότι, μολονότι δεν κάναμε έρωτα, μια πράξη που ενώνει παντοτινά τους ανθρώπους, δεν επρόκειτο για μια απλή, τυπική συνάντηση δυο ανθρώπων. Το σκοτάδι του κουπέ θα είχε πολλά να μαρτυρήσει αν μπορούσε. Εν τω μεταξύ, έσφιγγα τα δόντια και εμπόδιζα το φαρμάκι που ανέβαινε απ’ το στομάχι να ξεχειλίσει. Κάποια στιγμή δεν άντεξα και τα δάκρυα βρήκαν τη διέξοδο που ζητούσαν. Έβαλα το χέρι μου στην τσέπη, για να βρω χρήματα να πληρώσω κι ύστερα να φύγω, να πάω να κρυφτώ κάπου να γλύψω την πληγή μου. Όμως, αυτό που έπιαναν τα δάχτυλά μου σίγουρα δεν ήταν χρήματα κι ούτε δικό μου ήταν.
Βγήκα χαρούμενος απ’ το κτίριο του Σταθμού και πήρα τη Μοναστηρίου να πάω στο σπίτι μου. Με τα πόδια, να γλυτώσω το τάλιρο. Στην Καμάρα έμενα. Αναγκαστικά, πέρασα μπροστά απ’ την είσοδο του πολυτελούς ξενοδοχείου. Ταυτόχρονα, μια εντυπωσιακή κοπέλα έβγαινε απ’ την περιστρεφόμενη πόρτα και βρεθήκαμε πλάι πλάι. Σφύριξε.
− Καιρό είχα να δω τόσο όμορφο αγόρι, όλο γερομπαμπαλήδες μού τυχαίνουν τώρα τελευταία και μένω ρέστη, ρε πούστη μου.
Ήταν πολύ όμορφη, κρίμα που πούλαγε το κορμί της. Μα δε βρέθηκε ένας να την παντρευτεί τέτοια γυναικάρα; Όπως την παρατηρούσα, στιγμιαία, το πρόσωπό της άλλαξε κι ήταν η Όλγα μπροστά μου που με κοιτούσε. Άφησα κάτω τη βαλίτσα.
− Πάμε; είπε και μου ’κλεισε το μάτι. Κερασμένο!
− Θα πάμε, αλλά θέλω να μου κάνεις δυο χάρες.
− Κάνω ότι γουστάρεις, αγόρι μου.
− Δεν εννοώ αυτό. Να φορέσεις ετούτο δω και να μου επιτρέψεις να σε λέω Όλγα.
Γέλασε κι άπλωσε το χέρι να πάρει το μπορντώ λαμέ σλιπ.
− Όταν ήμουνα κορίτσι, φορούσα κι εγώ τέτοια και καλύτερα, τώρα δε μου χρειάζονται. Της γκόμενας είναι, που σ’ άφησε κι έφυγε με άλλονε;
− Ναι, το βρήκες, που μ’ άφησε κι έφυγε, είπα μηχανικά και σήκωσα τη βαλίτσα.
«Καλό ταξίδι να ’χεις Όλγα! Κι ο κόσμος είναι μικρός, αρκεί να μην ξεχάσεις αυτό που μου ’πες» μουρμούρισα κι ένα μειδίαμα φάνηκε στα ξερά μου χείλια. Καθώς κατευθυνόμασταν προς την είσοδο, έβγαλα το χαρτονάκι που τράβηξα από μια βαλίτσα της και το λοξοκοίταξα: Olga Dimitriou, Mozartstraße [.], Munich, Germany κι αναρωτήθηκα αν με είχε δει να το κάνω. Η κοπέλα πήρε θέση δίπλα μου, λες κι ήτανε γυναίκα μου, μου ’δωσε και το μπράτσο της. Μετά, θα την πήγαινα να χορέψουμε, να ξεχαστεί για μερικές ώρες. Θα την παρακαλούσα μάλιστα να σκουπίσει τα βαψίματα και να σουλουπωθεί.
Κι από αύριο θα ’ψαχνα για δανεικά.


 

ΤΕΛΟΣ



CG-G-02-01-1-63
_________________________________
© ΒΕΚ, 2017 Απαγορεύεται, ρητά, η αντιγραφή κι αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρους του, μ' οποιοδήποτε τρόπο, αυτούσιου ή τροποποιημένου, χωρίς την έγκρισή μου [Ν.2121/1993 (25 Α΄)]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου