Κυριακή, 26 Νοεμβρίου 2017

ΚΙΤΡΙΝΗ, ΣΑΝ ΣΟΥΣΟΥΡΑΔΑ

COMICOGRAFIMATA
G_ΨΗΦΙΔΕΣ 

ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΛΑΜΠΗΔΟΝΕΣ




[61]  ΚΙΤΡΙΝΗ, ΣΑΝ ΣΟΥΣΟΥΡΑΔΑ




Έβγαλε το ψάθινο καπέλο που φορούσε, το πέταξε στα στάχυα, κι έτρεξε χορεύοντας





Τα στάχυα έγερναν κάτω από το βάρος του καρπού τους και αγγίζονταν, μπλέκονταν τα άγανα μεταξύ τους προκαλώντας ένα συρτό ήχο σαν ψίθυρο, που χάιδευε ευχάριστα τ’ αυτιά μας. Έναν άλλο ήχο, διαφορετικό, κοφτό, ρυθμικά επαναλαμβανόμενο, έβγαζαν τα γυριστά δρεπάνια που τσάκιζαν ανελέητα τις ξερές καλαμιές. Οι γυναίκες, νιες και ηλικιωμένες, σκυφτές, με τις χρωματιστές μαντήλες στα κεφάλια τους, προχωρούσαν γοργά και χώνονταν όλο και πιο βαθιά μες στην ξανθιά στάχυνη θάλασσα λιώνοντας στο χώμα τις κομμένες καλαμιές που τις τρυπούσαν τους αστραγάλους, αμίλητες, ακούραστες. Οι μανάδες μας και οι ξένες γυναίκες, οι εργάτριες, ήταν, που είχαν ξυπνήσει πολύ πριν χαράξει, να μην τις βρει ο ήλιος για μερικές ώρες να βγάλουν την πολλή δουλειά, γιατί, μετά, το λιοπύρι κατάκαιγε την κορφή του λόφου κι ό,τι άλλο εύρισκε ακάλυπτο, ανθρώπους, ζωντανά. Μας είχαν στρώσει, κάτω από ένα πρόχειρα φτιαγμένο στιγάδι, υφαντές στους αργαλειούς του χωριού, κουρελούδες και παρακολουθούσαμε ξαπλωμένοι, όλη τη δράση, το θερισμό. Εγώ και η Φιλιώ. Δεν ήμασταν συγγενείς, συμμαθητές μόνο κι ούτε είχαμε φιλική σχέση μέχρι κείνη τη μέρα. Ένα χρόνο μεγαλύτερή μου ήταν η Φιλιώ, στη Β΄κι εγώ στην Α΄ Γυμνασίου, με ίσια καστανά μαλλιά, ψηλή και λίγο εγωίστρια. Φορούσε κάτι φουστάνια πλισέ, κοντά, και στριφογύριζε, για να φαίνονται τα πόδια της, επειδή ήταν μακριά και στρογγυλεμένα. Σήμερα το φόρεμά της είχε χρώμα λευκό, πτυχωτό, με δυο λεπτές τιράντες και κουμπάκια στο στήθος της. Σα νυχτικό έμοιαζε, πανέμορφο και την κολάκευε.
Μου ’λεγε και μου ξανάλεγε, για να με κάνει να ζηλέψω, πως όλοι στο Γυμνάσιο ήταν ερωτευμένοι μαζί της, μα αυτή, τάχα, τους απέκρουε. Κι άμα τη ρωτούσα γιατί, σήκωνε τους ώμους με χάρη, σούφρωνε τα χείλη της. Δε μου αρέσει κανείς τους. Πίσω μας τα πυκνά πουρνάρια, με τις αιχμηρές φυλλωσιές, κι ολούθε το σπαρμένο χωράφι. Παρατηρούσαμε ακίνητοι μια σουσουράδα που περπατούσε μπροστά μας μέχρι που μας είδε και πέταξε τρομαγμένη. Η Φιλιώ γέλασε με την καρδιά της. Μου άρεσε να βλέπω το χαμόγελό της, τ' ανοιγμένα χείλια της και τα δόντια της. Και μεταξύ μας, μου κρυφο άρεσε η Φιλιώ. Ας ήμουνα μικρός, πονηρευόμουνα. Στα χωριά τ’ αγόρια γίνονται άντρες πιο νωρίς απ’ ότι στις πόλεις, γιατί δουλεύουν, από μικρά, έξω στα χωράφια. Θαμνεύουν τα λιοπερίβολα απ' τα μικράτα τους. Δένει το σώμα και το βιολογικό ρολόι αρχίζει να χτυπάει, θέτοντας σε λειτουργία το γενετήσιο ένστικτο.


Καμαρωτή σαν και σένα, είπα και γύρισε απότομα και με κοίταξε.
Ποια;
Η σουσουράδα.
Έκανε, λες κι είχε ακούσει το ωραιότερο κομπλιμέντο κι αφαιρέθηκε πέρα μακριά.
Εσύ ποιαν αγαπάς; μου ’πε ξαφνικά.
Τη Χαρούλα, απάντησα γρήγορα.
Γιατί; συνέχισε.
Έχει πράσινα μάτια, είπα χωρίς καθυστέρηση.
Τα δικά μου δε σ’ αρέσουν; ρώτησε, έχοντας χάσει το αρχικό υπεροπτικό της ύφος και στράφηκε να μου τα δείξει.
 Ολοκάστανα σαν τα μαλλιά της, αεικίνητα σαν το περπάτημα της σουσουράδας.

Και τα δικά σου μ’ αρέσουν, αλλά...
Τι, αλλά;
Μου ’δειξε το βρακάκι της, γι' αυτό! είπα με θάρρος.
Φάνηκε να συλλογίζεται και γύρισε κατά τη θάλασσα που χάνονταν στον ορίζοντα, εκεί που ορθωνόταν το Αγιονόρος.
Άμα ενώσουμε το μπλε με το κίτρινο, ξέρεις τι χρώμα βγαίνει ;
Είχα την αίσθηση ότι άλλαζε κουβέντα. Δεν ήξερα και δεν απάντησα.
Πράσινο, το διάβασα στην εγκυκλοπαίδεια.
Ύστερα, ξάπλωσε, έβαλε τα χέρια πίσω απ' το κεφάλι της και άπλωσε τα μακριά της πόδια στη δροσερή χρωματιστή χοντρή κουρελού.
Τα μάτια της Χαρούλας έχουν κάτι από θάλασσα, είπε αινιγματικά.
Δε σε καταλαβαίνω.
Κάτι από τη νερένια θάλασσα και κάτι από τη στάχυνη. Γι’ αυτό σ’ αρέσει η Χαρούλα.
Τσάκισε από δίπλα μια καλαμιά και την έβαλε στο στόμα.
Φιληθήκατε;
Ναι!
Πώς ήταν;
Την είδα που δάγκωσε το κάτω χείλι της, σα να μετάνιωσε που μου φανέρωσε την άγνοιά της, αν και μεγαλύτερη στην ηλικία.
Σα να γλύφεις βρεγμένη ζάχαρη, είπα, τα ξεχνάς όλα.
Και τη μαμά και τον μπαμπά;
Κι αυτούς, όλα!
Έφερε μια τούμπα προς το μέρος μου. Η μέση της στένεψε κι άλλο κι υψώθηκαν οι ολόγιομοι γοφοί της, καθώς έβαλε το ένα πόδι πάνω στο άλλο. Με το χέρι της έχωσε το φόρεμα ανάμεσα στα μπούτια της και το πάτησε. Λύγισε τα πόδια πίσω. Έβλεπα τα γόνατά της που γυάλιζαν, γυμνά. Κοίταξε κατά το σπαρτό. Κανείς δεν είχε την έγνοια μας. Μας είχαν ξεχάσει.
Μετά, της έκανες έρωτα;
Κάτω απ’ την κουρελού τα κομμένα στάχια άρχισαν να μ’ ενοχλούν, με τρυπούσαν.
Της έπιασα το βρακάκι.
Κι ύστερα;
Δε σου λέω.
Γύρισε μπρούμυτα.
Καλά.
Ανασήκωσε τα πόδια και τα κούνησε παιχνιδιάρικα. Η φούστα της είχε απλώσει πάνω και γύρω της. Με κοίταξε με το ένα μάτι και ακούστηκε σιγανά, σα να με παρακαλούσε.
Πες μου.
Όχι.
Θα μαρτυρήσω πως τα ’χετε με τη Χαρούλα.
Κι εγώ θα πω πως με άφησες να σε φιλήσω.
Καλά, δε θα σε μαρτυρήσω.
Γύρισα κι εγώ μπρούμυτα.
Είσαι ο καλύτερος μαθητής,  άκουσα τον καθηγητή των Μαθηματικών που το 'λεγε. Αλλά κι εγώ έτσι νομίζω. Τα ξέρεις όλα. Είσαι και ο πιο όμορφος.
Ο καθηγητής το ’πε κι αυτό;
Γέλασε.
Όχι βρε χαζέ, εγώ στο λέω, είπε και χαμήλωσε το βλέμμα της ντροπαλά.
Δε μίλησα.
Ξέρεις γιατί δε θέλω κανένα άλλο αγόρι;
Όχι, αφού δε μου ’πες.
Γιατί μ’ αρέσεις εσύ.
Λες ψέματα.
Έκρυψε το πρόσωπό της κι άρχισε να κλαίει. Μα πού τα ’χε τόσα δάκρυα;
Συγγνώμη, Φιλιώ.
Σταμάτησε, αμέσως.
Θέλεις να δεις και το δικό μου;
Ποιο;
Αυτό που σου 'δειξε και η Χαρούλα. 
Άμα θέλεις εσύ.
Εγώ θέλω.
Τότε θέλω κι εγώ.
Ρίξε πάνω μας το σεντόνι.
Πήρα το διπλωμένο σεντόνι, που σκεπαζόμασταν το μεσημέρι και κοιμόμασταν και το άπλωσα. Κουκουλώθηκε και γύρισε αντίθετα. Είδα το σεντόνι να τσαλακώνεται απ' τον αγκώνα της που το ανασήκωνε.
Έλα, δες.
Μπήκα κι εγώ κάτω απ’ το σκέπασμα. Είχε τραβήξει το φουστάνι λοξά. Σχημάτισα την εντύπωση πως έβλεπα το κορμί μιας γυναίκας κι όχι της Φιλιώς. 

 
Γυρίσαμε ανάσκελα και κοιταχτήκαμε. Είχε ένα χαμόγελο σαν εκείνης της ζωγραφισμένης γυναίκας που μας έδειξε η φιλόλογος μια μέρα σ’ ένα βιβλίο και μας είπε ότι είναι ο καλύτερος πίνακας στον κόσμο, μα δε θυμάμαι τ’ όνομά της ούτε το ζωγράφο που την έκανε, λες είχε μπροστά του τη Φιλιώ κι έβλεπε το χαμόγελό της.
Το είδες;
Ναι.
Ποιανής είναι ωραιότερο;
Το δικό σου, Φιλιώ.
Άγγιξέ το! είπε και ταυτόχρονα σήκωσε το σεντόνι.
Δεν κινήθηκα. Η Χαρούλα μου ’χε πιάσει μόνη της το χέρι μου κι εκείνη το ακούμπησε πάνω της, εγώ δε θα το ’κανα ποτέ.
Πιάστο, βλάκα! Δεν αρκεί να 'σαι καλός μαθητής, πρέπει να 'σαι και άντρας.
Ξέχασα πως η Φιλιώ ήταν υπερήφανη και, άμα θιγόταν ο εγωισμός της, δε θα με ξαναμιλούσε. Η Φιλιώ ήθελε να μου δώσει τα ίδια και κάτι παραπάνω απ' τη Χαρούλα, το καταλάβαινα. Και υπάκουσα.
Η κοιλιά της ήταν κίτρινη, όπως της σουσουράδας. Άπλωσα το χέρι μου και το χάιδεψα, όπως θα χάιδευα και το φτέρωμα της σουσουράδας. Απαλά. Με το άλλο χέρι της μου το απομάκρυνε.
Φτάνει.
Πρόλαβα να καταλάβω πως ήταν γλιστερό, γιατί της Χαρούλας ήταν κεντητό, ανάγλυφο 
Πες μου τώρα.
Μ’ άφησε κι ακούμπησα πίσω της.
Δε φοβήθηκε μην γκαστρωθεί!; είπε με έκδηλη απορία.
Όχι.
Κι ύστερα;
Μετά μείναμε έτσι κι ούτε αυτή ούτε εγώ μιλούσαμε.
Και της άρεσε;
Έτσι μου ’πε.
Εσένα;
Μου άρεσε.
Πες μου για το φιλί.
Δε φιληθήκαμε τότε. Φοβήθηκε κι έφυγε μη μας δουν.
Πού ήσασταν;
Πίσω απ' τον πίνακα.
Α...
Σηκώθηκε και ανακάθισε. Είδε που όλοι ήταν απασχολημένοι και ξάπλωσε γυρίζοντάς μου την πλάτη.
Κάντο και σε μένα, αλλά γρήγορα μην έρθει κανείς.
Κουκουλώθηκα και την πλησίασα. Πήρα το σχήμα της. Δεν ήξερα όμως πού να βάλω τα χέρια μου.
Αυτό είναι;
Ναι.
Και τώρα;
Θα περιμένουμε.
Τι;
Δεν ξέρω
Τ' αγόρια πρέπει να ξέρουν.
Εγώ δεν ξέρω, δεν είμαι κάνας αλήτης.
Και θα μείνουμε ακίνητοι;
Δεν ξέρω τι άλλο μπορούμε να κάνουμε.
Καλά είναι κι έτσι.
Νομίζω πως, τώρα, σ’ αγαπάω πιο πολύ απ' τη Χαρούλα.
Να γυρίσω να κοιταζόμαστε; Θέλεις;
Αφού το θέλεις εσύ, ναι.
Είχε βολέψει το φόρεμα και με το χέρι της πίεζε την κουρελού να ισιώσει εκεί που τη σήκωναν, βουναλάκια, οι καλαμιές. Τα μάτια της σπιθοβολούσανε. Με το δάχτυλο ακολούθησε μια κόκκινη γραμμή και σταμάτησε μόλις συνάντησε την καρδιά μου. Άνοιξε όλη την παλάμη της, την ανέστρεψε και για λίγο την άκουγε να αγωνίζεται να κρατηθεί μες στο στέρνο μου.  Και, έχοντάς με αιχμάλωτο με το χέρι και τη ματιά της, είπε:
Ποια απ’ τις δυο μας θα παντρευτείς;

Δεν παντρεύτηκα καμιά τους, αλλά μετά από εξήντα χρόνια ζωής κατάλαβα πως όλες οι γυναίκες που αγάπησα βρίσκονται μέσα σε μια γυναίκα, στη γυναίκα μου και αναδύονται όποτε εγώ το θελήσω κι όπως τις γνώρισα. Χωρίς να 'χουν μεγαλώσει ούτε μια μέρα. Φυσικά και η Χαρούλα και η Φιλιώ.

Έξω, τα σερνικά τζιτζίρια λαλούσαν τρελαμένα απ’ την κάμα, χαλούσαν τον κόσμο. Τότε ακούστηκε, από μακριά, η φωνή της μάνας μου.
- Να πάτε να φέρετε φρέσκο νερό, μας τελείωσε.
Πεταχτήκαμε πάνω, αρπάξαμε τις β'τσέλες που μας έφερε και κάναμε τον κατήφορο. Η πηγή δε βρισκόταν μακριά, αλλά ήταν μες στο δάσος, απομονωμένη, κι είχε και μια μεγάλη στέρνα με βατράχια.
Θα πλυθούμε κιόλα να δροσιστούμε;
Ναι, Φιλιώ.,
Λες αλήθεια πως μ’ αγαπάς πιο πολύ απ’ τη Χαρούλα;
Ναι, Φιλιώ.
Ακόμα κι αν δε σ’ αφήσω να με φιλήσεις;
Ναι, Φιλιώ.
Έβγαλε το ψάθινο καπέλο που φορούσε, το πέταξε στα στάχυα, κι έτρεξε χορεύοντας προς τη ρεματιά.  Πανάλαφρη, πετούσε, σχεδόν, κουνώντας τα χέρια της όπως τα πουλιά.

Ο φτερωτός θεός έκανε μια στροφή αποπάνω τους και μετά πέταξε ως την πηγή. Εκεί κάθισε δίπλα στη βρυσούλα και ξεκρέμασε το τόξο απ' τον ώμο του.  Ακούστηκε το τρεχαλητό τους κι ετοιμάστηκε. Στήριξε το μικρό βέλος στη χορδή. Την τάνυσε, σημάδεψε το έμπα του μονοπατιού και, ύστερα, γέλασε. Το τρυφερό βέλος σφύριξε.
Ο ήλιος, απ' το κέντρο τ' ουρανού, τσουρούφλιζε την πλάση.

___________________________________________
[Το διήγημα αυτό όπως και όλα τα υπόλοιπα κάτω απ’ τον προσωρινό τίτλο ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΛΑΜΠΗΔΟΝΕΣ, αποτελούν σχεδιάσματα των πεζογραφημάτων μερικά απ’ τα οποία θα ενταχθούν στη συλλογή. Ευχαριστώ τους λίγους, αλλά τακτικούς, φίλους που κάνουν τον κόπο και τα διαβάζουν στην πρωτόλεια μορφή τους.]

CG-G-02-01-1-61
_________________________________
© ΒΕΚ, 2017 Απαγορεύεται, ρητά, η αντιγραφή κι αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρους του, μ' οποιοδήποτε τρόπο, αυτούσιου ή τροποποιημένου, χωρίς την έγκρισή μου [Ν.2121/1993 (25 Α΄)]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου