Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017

ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

COMICOGRAFIMATA
G_ΨΗΦΙΔΕΣ 

ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΛΑΜΠΗΔΟΝΕΣ


 
  [57]   ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ



[Χιουμοριστική, κόμικ, και ερωτική συνάμα]


Τι να ’κανε; Να χόρευε στη μέση του δρόμου, λόγου χάριν.




Με γοητεύουν όλες το ίδιο. Χωρίς καμία απολύτως διάκριση. Από καιρού εις καιρόν, ωστόσο, με θέλγει περισσότερο κάποιο συγκεκριμένο είδος, εντελώς περιστασιακά και για διάφορους λόγους. Άλλοτε οι σοβαρές, ενίοτε οι ελαφριές, οι αστείες, καμιά φορά η noir, μαύρη, εκδοχή τους, ακόμη και οι παλιομοδίτικες. Και βέβαια αυτές που τις χαρακτηρίζει το ερωτικό, αισθησιακό στοιχείο. Ώσπου, η αρχική ευχαρίστηση, που μου προσφέρουν, μετατρέπεται σ’ ενοχλητική εμμονή, πολλάκις δε και σε τυραννικό ψυχαναγκασμό. Τότε, παρατηρούνται και τ’ ακόλουθα αλληλοσυνδεόμενα φαινόμενα: ν’ αυξάνεται ταχύτατα ο αριθμός τους, γιατί είμαι αχόρταγος, δεν μπορώ να ελέγξω αυτό μου το βίτσιο, γιατί περί τούτου πρόκειται, και να μειώνονται, εξ ίσου ταχύτατα, τα χρηματικά μου αποθέματα, επειδή μου κοστίζουν ακριβά, τα κομμάτια μαθές που επιλέγω για τη συλλογή μου είναι πανάκριβα. Μολαταύτα, εγώ συνεχίζω
το βιολί βιολάκι μου! Έτσι, η συνήθης ερώτηση: «Τι διαβάζεις αυτόν τον καιρό;» μου πάει γάντι! Γιατί αναφέρομαι στις μορφές του έντυπου λόγου, αν εσάς αλλού πήγε ο νους σας.

Εκείνον τον καιρό, λοιπόν, συνέλεγα απ’ αυτά τα εικονογραφημένα, που είναι πλούσια σε ζωγραφιές και φτωχά σε κείμενα, που οι μεταφραστές και οι εκδότες τα βάφτισαν κόμικς, χωρίς να μπουν στον κόπο ν’ αναζητήσουν την κατάλληλη ελληνική λέξη. Οι γλωσσαμύντορες, δυστυχώς, άργησαν να πάρουν είδηση το γεγονός κι έτσι η ονομασία εγκαταστάθηκε για τα καλά στον προφορικό και στο γραπτό λόγο.

Περιεργαζόμουν λοιπόν κάποιο από δαύτα, μ’ εντυπωσιακό, όντως, εξώφυλλο. Θαύμασα την πάγκαλη χάρτινη ηρωίδα και το ’ριξα στο καλάθι, γεμάτος χαρά για το εύρημα και συνέχισα την αναζήτηση. Δεν την είχα πάρει είδηση, παρ’ όλο που με ακολουθούσε, όπως έμαθα μετά. Την είδα μόνο τότε που έχωσε το χέρι της και μου βούτηξε το άλμπουμ.

– Για δες εδώ, τι περίφημα σκίτσα! την άκουσα να μονολογεί.

Πριν προχωρήσω στη διήγηση, κρίνω σκόπιμο να σας γνωρίσω την αφεντιά μου. Είμαι πολιτικός μηχανικός και μπήκα στην πέμπτη δεκαετία της ζωής μου, που σημαίνει ότι στριφογύρισα παραπάνω από σαράντα φορές γύρω απ’ τον Ήλιο. Διήνυσα χιλιάδες χιλιόμετρα κι όσο αδιάφορο ήταν αυτό το ταξίδι άλλο τόσο, χωρίς εκπλήξεις, ήταν και η μέχρι σήμερα ζωή μου. Τι κρίμα να μην μπορεί να μας εντυπωσιάσει, να μας ταρακουνήσει λίγο αυτό το υπέροχο κατά τα άλλα κατασκεύασμα, το Σύμπαν. Ημέρα-νύχτα, ημέρα-νύχτα, τίποτε το διαφορετικό. Ας είναι. Σας πληροφορώ λοιπόν ότι οι πιτσιρίκες δεν ανήκουν στ’ άμεσα ενδιαφέροντά μου, εδώ κι αρκετό καιρό. Το πήρα πια απόφαση κι έχω αράξει στα κυβικά μου. Το πολύ πολύ να πρόσεχα κάποια, αν κατάφερνε να μου τραβήξει την προσοχή με κάποια εκκεντρικότητά της. Γιατί όπως αντιληφθήκατε απεχθάνομαι το συντηρητισμό, τη στατικότητα. Μ’ αρέσει η δράση, η ενεργητικότητα. Τι να ’κανε; Να χόρευε στη μέση του δρόμου, λόγου χάριν.

Ζωγράφισα με γρήγορες κινήσεις στο πρόσωπό μου το καλό μου χαμόγελο, από ευγένεια, και κοίταξα τα δύο λευκά ευμεγέθη μύγδαλα, με τις ανοιχτοπράσινες χάντρες, που ήταν στερεωμένα στο δικό της πρόσωπο.
Η κοπέλα είχε ρίξει πάνω της μια αέρινη φούξια φούστα κι ένα άνετο μπλουζάκι παρά τον άσχημο καιρό που επικρατούσε έξω. Στους ώμους, έκαναν στάση τα ολόμαυρα μαλλιά της, πριν αμοληθούν ανεξέλεγκτα στον κατήφορο της πλάτης. Η μάνα της κι ο πατέρας της φρόντισαν να την κάνουν ψηλή κι ένιωθα κάπως μειονεκτικά δίπλα της. Μου χάρισε ένα διαυγέστατο χαμόγελο και τότε θυμήθηκα ότι έπρεπε να επισκεφτώ τον οδοντίατρο για κείνον τον καθαρισμό που επέμενε κι εγώ διαρκώς ανέβαλα.
Έκανα, αμέσως, την παραδοχή ότι ήταν μεταξύ εικοσιπέντε και τριάντα χρόνων –πιο κοντά, όμως, στα τριάντα– γιατί αλλιώς έπρεπε να την κάνω μ’ ελαφρά πηδηματάκια, πριν με μαζέψει κανένα Ηθών.
– Πώς και ένας γοητευτικότατος σαρανταπεντάρης ενδιαφέρεται ακόμη για τα κόμιξ;

Κατ’ αρχάς, μόλις άκουσα το σαρανταπεντάρης, αισθάνθηκα σαν περίστροφο των σαράντα πέντε χιλιοστών και υπ’ αυτήν την έννοια δεν το εξέλαβα ως κομπλιμέντο, δεδομένου ότι ένα πιστόλι και σκοτώνει και γρήγορο είναι! Δύο πράγματα που δεν ταίριαζαν με την περίσταση, διότι, αφ’ ενός μεν δεν είχα την πρόθεση να την ξαπλώσω με μια τρύπα να χάσκει στο σώμα της, αφ’ ετέρου δε, αν το ξάπλωμα προέκυπτε με τη συναίνεσή της, δε θα ήθελα να φανώ γρήγορος.
Απ’ την άλλη, σκέφτηκα ότι οι γυναίκες είναι σαν τον άνθρακα 14, που ανιχνεύει, μ’ εκπληκτική ακρίβεια, την ηλικία διαφόρων υλικών. Ο υπολογισμός των ηλικιών είναι το χόμπι τους. Δεν πέφτουν έξω, σχεδόν, ποτέ και κρατάω αυτήν την επιφύλαξη γιατί, περιέργως, όταν καλούνται να υπολογίσουν τα δικά τους χρόνια διαπράττουν –πάντα– μέγα λάθος. Σε μένα, ωστόσο, πέτυχε διάνα. Αυτό το καλοκαίρι θα ’κλεινα τα 45 μου.
Σχετικά με το δεύτερο προσδιορισμό μου, ως γοητευτικότατου, θεώρησα φρόνιμο να κρατήσω τις επιφυλάξεις μου, διαφορετικά, έπρεπε, το λιγότερο, να πάρουν τα μυαλά μου αέρα.

– Και στα πενήντα πέντε μου, την ίδια ερώτηση θα μου κάνετε!
– Μ’ εντυπωσιάζετε! 
Με δουλεύει, σκέφτηκα.
Κρατώντας το άλμπουμ στα ντελικάτα χεράκια της, κάθισε στο κομψό σαλονάκι του βιβλιοπωλείου, στερέωσε πίσω απ’ τ’ αυτιά τα μαλλιά της, που είχαν πέσει μπρος με τάση να προστατέψουν το μελιστάλαχτο πρόσωπό της από αδιάκριτους κι ενοχλητικούς −εγώ δε συγκαταλεγόμουν μεταξύ αυτών, να εξηγούμαστε, στο τσακ ήμουνα να φύγω− κι έσκυψε να το μελετήσει. Έτσι είχα όλη την άνεση να διαπιστώσω (σε μια υπόθεση εργασίας) ότι, ακόμη κι αν οι τιραντούλες της μπλούζας άντεχαν στο βάρος, οι τριγωνικές επιφάνειες σίγουρα δε θα μπορούσαν να συγκρατήσουν τα προικισμένα στήθια της –τα οποία κρέμασαν επικίνδυνα, επαληθεύοντας το νόμο του Νεύτωνα, σχετικά με την τάση των σωμάτων να κατευθύνονται προς το έδαφος− κι από στιγμή σε στιγμή θα ξεχύνονταν απότομα μπροστά στα μάτια μου! Κι επειδή δεν είμαι για τέτοιες δοκιμασίες, είπα να συμμαζευτώ, όσο ήταν ακόμη καιρός, και να τη χαιρετήσω διακριτικά, προσέχοντας, ωστόσο, να μην την προσβάλω. Αμ, υπολόγιζα χωρίς τον ξενοδόχο! Γιατί την άκουσα να λέει, χωρίς να σηκώσει το κεφάλι της:
– Με λένε Άννα και μένω εδώ κοντά. Πάμε να σας δείξω τα κόμιξ μου;
Ρε, παιδιά, εσείς οι πιο μεγάλοι, δε μοιάζει με το παλιό: Έλα στο δωμάτιό μου να σου δείξω τη συλλογή των γραμματοσήμων μου; Είναι πολυυύ… μεγάλη!, που λέγαμε στα κορίτσια, για να τα στριμώξουμε στο δωμάτιό μας και να προβούμε σ’ ανήθικες πράξεις;
Η κοπέλα, όμως, μ’ εμπιστευόταν και το εκτίμησα. Μάλλον, περνάω γι’ ακίνδυνος φαίνεται!

Βγήκαμε και μας υποδέχτηκαν οι χιονονιφάδες.
– Όταν χιονίζει ξαναγίνομαι παιδί, είπε χαρούμενη.
Έβγαλα το μαύρο σακάκι μου και της το πέρασα στους ώμους. Δεν είπε τίποτε, μόνο το κράτησε κι έγειρε το κεφάλι. Το πρόσωπό της γέμισε χιόνι.
– Κάποιος εκεί πάνω τινάζει τα παπλώματα, είπε κελαρύζοντας και σκέφτηκα πως ευτυχώς που ο Θεούλης έφτιαξε και τις γυναίκες, γιατί αλλιώς η ζωή μας θα ήταν ανούσια.
Ότι έμεινε κοντά, ήταν αλήθεια. Σ’ ένα μικρό διαμέρισμα, στο δεύτερο όροφο μιας πολυκατοικίας. Της αρκούσε, μέχρι να βρει το σύντροφό της και να παντρευτεί, καθώς μου εξήγησε. Το σπίτι άστραφτε από καθαριότητα. Μ’ είδε που κοιτούσα γύρω γύρω σαν περισκόπιο υποβρυχίου σ’ ανάδυση, που ψάχνει για εχθρικά ίχνη.
– Μόνη μου κάνω τις δουλειές, αν αναρωτιέστε. Είμαι κορίτσι από σπίτι.

Καλά έκανε και μου το ’πε, γιατί έχω πάθος με την καθαριότητα· είμαι άρρωστος μπορώ να πω. Κυνηγάω τα μόρια της σκόνης με μια συσκευή δικής μου εμπνεύσεως και κατασκευής, γιατί είμαι πεπεισμένος ότι είναι εξωγήινης προέλευσης. Έρχονται, δε, με τις ηλιαχτίδες, καβάλα στα λαμπερά φωτόνια κι ευθύνονται για πάμπολλα ανθρώπινα δεινά. Κάποτε, θ’ ασχοληθώ πιο σοβαρά με το θέμα αυτό, ίσως να γράψω και καμιά μελέτη.

Να χόρευε στη μέση του δρόμου, λόγου χάριν.
Αλλά η μεγάλη μου λόξα, το παραδέχομαι, είναι τα βιβλία. Με πιάνει, μπροστά τους, κάτι σαν ερωτικός παροξυσμός. Γι’ αυτό, πλησίασα στη βιβλιοθήκη της και βύθισα τα τρεμάμενα χέρια μου ανάμεσα στις πολύχρωμες εκδόσεις κόμιξ μ’ ερωτική ευχαρίστηση. Μπορεί να ξαμόλησα και κανέναν αναστεναγμό, δε θυμάμαι. Απ’ ό,τι κατάλαβα, από τους γλουτούς και τα στήθια που θώπευα, επικρατούσαν οι γυναικείοι χαρακτήρες και έργα θηλυκών σκιτσογράφων. Να υποστηρίξει και το φύλο της, πώς να το κάνουμε! Και δίπλα στα κόμιξ, λογοτεχνία: Καζαντζάκης, Καμύ, Κάφκα. Τα τρία φοβερά Κ. Το φοβερό τρίδυμο. Ασκητική, Ο επαναστατημένος άνθρωπος, Ο Πύργος. Ενδιαφέρουσα περίπτωση γυναίκας. Έστρεψα προς το μέρος της και πρόλαβα να δω ότι με κοιτούσε μετά μεγίστης προσοχής. Τότε, χτύπησε το πρώτο καμπανάκι.
– Ωραία όλ’ αυτά, βρε κορίτσι μου, αλλά εγώ τι ρόλο παίζω, μπορείς να μου εξηγήσεις σε παρακαλώ;
– Θα δείτε, μη βιάζεστε! Να σας κεράσω κάτι;
– Καφές ελληνικός υπάρχει;
Και βέβαια υπήρχε και τον έφτιαξε μερακλίδικο. Ευωδίασε όλο το σπίτι. Άρχισα να τη συμπαθώ. Γιατί ως γυναίκα, δεν το συζητάμε. Μια λεπτή κουκλίτσα, να την έχεις κάπου και να μην ασχολείται με τίποτε. Μόνο να τροχίζει και να βάφει τα νυχάκια της. Να χτενίζει τα μαλλάκια της και να μετράει τις εβένινες τριχούλες, κάθε μέρα, μην της λείψει καμιά. Να γλείφεται σαν γατούλα. Αν κι η ίδια, φαντάζομαι, πως δε θα τον προτιμούσε αυτόν το ρόλο.
Σήκωσε την κούπα του καφέ και δοκίμασε.
– Καυτός! είπε.
– Σαν τα χείλη σας! μου ξέφυγε και δαγκώθηκα, πηγαίνοντας, τουλάχιστον, είκοσι πέντε χρόνια πίσω στο χρόνο, τότε που συνήθιζα να ξεφουρνίζω αυτές τις μπούρδες κοιτάζοντας λιγωμένος τα μπούτια των δεσποινίδων που συνόδευα, μέχρι να τα ζουπήξω.
Τα δόντια της άστραψαν και τα μάτια της έλαμψαν ή το αντίθετο; Πού να θυμάμαι με την τόση ταραχή που μ’ είχε κυριέψει.
– Ψήσατε νόστιμο καφέ!
– Να σας περιγράψω την τεχνική μου, για να φτιάχνετε κι εσείς εξ ίσου καλό;
Έγνεψα ναι. Μα τι λέμε, γαμώ το, τρελαθήκαμε; Σήκωσε το δάκτυλό της.
– Ο καφές και η ζάχαρη αναμειγνύονται εν ψυχρώ, ουδέποτε εν θερμώ, κι ανακατεύουμε απ’ τα δεξιά προς τ’ αριστερά, έως ότου το μίγμα γίνει ομοιόμορφο, καφετί και πηχτό σαν σιρόπι. Η φωτιά του καμινέτου πρέπει να σιγοκαίει και κρατάμε το μπρίκι στον α–χνό! Ποτέ δεν ψήνουμε καφέ στο μάτι της κουζίνας! Δε φτιάχνουμε ομελέτα!
Γελάσαμε για το, επιτηδευμένα, διδακτικό της ύφος. Από γέλιο σε γέλιο το πηγαίναμε. Για πού, όμως, θα μου εξηγούσε κάποιος; 
Γέρο, πρόσεξε, όπως πας θα την ερωτευτείς με την πρώτη, σκέφτηκα.
– Έχετε παρατηρήσει ότι τα κόμιξ, από τότε που μπήκαν στα βιβλιοπωλεία, είναι πανάκριβα;
– Δεν το συζητώ. Έχετε απόλυτο δίκιο. Είναι σκέτη εκμετάλλευση, της απάντησα.
Ο πληθυντικός ευγενείας έσπαζε συνεχώς τζάμια. Θερινό θα καταντούσε το διαμέρισμα, έτσι που το πηγαίναμε. Μολαταύτα, κανείς μας δεν αποφάσιζε να τον καταργήσει, μ’ όλα τα καταστρεπτικά επακόλουθα για τα γυάλινα αντικείμενα του σπιτιού!
– Έχω καταρτίσει μια λίστα μ’ αυτά που θα ήθελα ν’ αγοράσω ως τα Χριστούγεννα, μα το πορτοφόλι μου δεν αντέχει στις εξωφρενικές τιμές κάθε κυρίου Ντερζόπουλου!
Ώστε, αυτό ήταν λοιπόν! Για το πορτοφόλι μου ενδιαφερόταν. Η αιώνια σχέση· η μικρή και ο γέρος με τα λεφτά.
– Ενώ το δικό μου, ε; είπα ενοχλημένος.
− Μη γίνεστε πρόστυχος, δεν εννοούσα αυτό σε καμιά περίπτωση!
– Συγγνώμη, είμαι πολύ βλάκας.
– Δεν είστε, λογικά σκεφτήκατε. Και μην είστε τόσο αφελής. Πιστέψατε ότι σας κουβάλησα στο δωμάτιό μου για να δείτε την Πωλέτ μου και την Κάρμεν μου;
Σταμάτησε για λίγο και συνέχισε με κάπως αλλοιωμένη φωνή, αλλά χωρίς τρακ:
– Δε σας έχει πει καμιά, ότι διαθέτετε ακατανίκητη γοητεία;
Η νέα γενιά δεν κρύβει τα λόγια της και δε φείδεται έργων, όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια. Πολλά είδαν τα ματάκια μου, αλλά αλησμόνητη θα μου μείνει η στιγμή κατά την οποία αφαιρούσε το μπλουζάκι της και ταλαντεύτηκαν τα ροδαλά δίδυμα κάλλη της για να ισορροπήσουν στη συνέχεια σ’ οριζόντια θέση, σε πείσμα του νόμου της Φυσικής που προανέφερα, σαν καρποί ροδιάς που ακινητούν στα λεπτά κλαριά με το σταμάτημα του σφοδρού αέρα που τα ταρακούνησε.



Κατόπι, λαχανιασμένοι, με τα κορμιά μας ένα κουβάρι, σταματήσαμε τις ερωτικές περιπτύξεις και ψάχναμε τα μέλη μας. Αφού συναρμολογηθήκαμε, μείναμε εγώ ανάσκελα κι εκείνη μπρούμυτα. Απ’ το ύψος των ματιών μου, έβλεπα τις δίδυμες ασκεπείς προεξοχές της με αξιώσεις εξερευνητή ορέων, ενώ η ίδια είχε χαθεί πίσω απ’ την κουρτίνα των μαλλιών της κι αγνοούσα τι έκανε.
– Αννούλα –μετά το σεξ έγινε και Αννούλα– φρόντισε να βρεις κανένα καλό παιδί, γιατί ο γεροντοέρωτας είναι επικίνδυνος!
– Στα 45 του δεν είναι κανείς γέρος, αγόρι μου!
Προσέξατε τον τονισμό στην προφορά και την κτητική αντωνυμία; Δεν την ξεστομίζει εύκολα μια γυναίκα, αν δεν είναι βέβαιη εκατό τοις εκατό για τα αισθήματά της.
Και φυσικά ακούστηκε το δεύτερο καμπανάκι κι εμένα μ’ έζωσαν οι όφεις.
Σ’ αυτό το σημείο, τελειώνει η δική μου αφήγηση, επειδή έφυγα και θα δώσω το λόγο στο συγγραφέα και φίλο μου, που είναι γνώστης των όσων διαδραματίστηκαν μετέπειτα.

Να χόρευε στη μέση του δρόμου, λόγου χάριν.

Όταν έκλεισε η εξώπορτα του διαμερίσματος κι έμεινε μόνη της, την πήρε το παράπονο κι άρχισε να κλαίει. Ο φίλος της, εντελώς ανεύθυνος –ο μαλάκας– την είχε αφήσει (δε μπορούσε, με τίποτε, να προφέρει το ρήμα παρατήσει) γιατί τα ’μπλεξε με κάποια άλλη, μικρότερή της. Ένα τσουλί, απ’ ότι πληροφορήθηκε! Θα πάω με τον πρώτο τυχόντα! τον απείλησε. Δε φάνηκε να συγκινείται. Κι απ’ την επομένη στήθηκε στο βιβλιοπωλείο και διάλεγε με τα μάτια. Όχι, δε θα πήγαινε με τον οποιονδήποτε. Πόρνη ήτανε; Έναν άντρα ζητούσε, να τον κουκουλώσει, όπως τη συμβούλευε κι η γιαγιά της.
 Πέρασε το λεμονί κιλοτάκι στα λαγόνια κι έπιασε τα μαλλιά της σε χαμηλό κότσο, με δυο τρία κλασικά τσιμπιδάκια. Ξάπλωσε στο στενό κρεβάτι με τα κατατσαλακωμένα σεντόνια –αύριο να θυμόταν να τα πλύνει, απόψε ήθελε να τον μυρίζει– και γύρισε προς τον τοίχο. Ναι, θα τον ξανάβλεπε! Της άρεσε κι ήταν καλύτερος, απ’ το μαλάκα, στον έρωτα, που έτρεχε σαν άλογο στον ιππόδρομο αδιαφορώντας για το αν η αναβάτρια ένιωθε ασφαλής πάνω του. Με τη σκέψη αυτή, μαζεύτηκε σαν έμβρυο στη κοιλιά της μάνας της και δεν άργησε να κοιμηθεί…
...Όταν ξύπνησε, άρχισε να γλύφει τον άντρα της, σαν γατούλα, για να τον κάνει να σηκωθεί.
– Άντε, αγόρι μου, να πας στη δουλειά σου, πέρασε η ώρα.

Όπως θα καταλάβατε, το τρίτο και τελευταίο κουδούνισμα δεν το προκάλεσε κανένα φανταστικό καμπανάκι, αλλά η καμπάνα της εκκλησίας της Αγίας Αικατερίνης, στην οποία οι δυο τους παντρεύτηκαν. Γιατί ο φίλος μου παρέλειψε να σας πληροφορήσει, πως τότε που γνώρισε την Άννα ή Αννούλα όπως τη λέει, δεν ήταν παντρεμένος κι εκείνη το ’χε αντιληφθεί κοιτώντας τα δάχτυλά του. Κι όταν πήγε να ψήσει τον καφέ στην κουζίνα, κοίταξε τη φωτογραφία της γιαγιάς της και την είδε να της κλείνει το μάτι πονηρά σα να συμφωνούσε με την επιλογή της.

Ο σκιτσογράφος, κουρασμένος, έτριψε τα μάτια του, άφησε το λεπτό μαύρο μαρκαδοράκι στη βάση του σηκωμένου σχεδιαστηρίου κι έβαλε τα χέρια πίσω απ’ το κεφάλι, για να χαλαρώσει. Κοίταξε προς τη μεριά του κρεβατιού, όπου η Λίζα, η γυναίκα του, του ’δειχνε, ώρες τώρα, τα ζηλευτά νώτα και το κίτρινο βρακάκι της, μέσ’ απ’ τις πτυχές της μάλλινης κουβέρτας. Στο πάτωμα, ήταν πεσμένο ένα ερωτικό κόμικ του Manara, που το διάβαζε πριν κοιμηθεί. Άνοιξε το παράθυρο για να ξεζαλιστεί. Το χιόνι έπεφτε αδιάκοπα σε χοντρά μπαλώματα. Στο περβάζι το ’χε στρώσει κανονικά! Η ζέστη άρχισε να εγκαταλείπει το δωμάτιο και βιάστηκε να κλείσει το παράθυρο, τραβώντας στην άκρη την κουρτίνα, για να βλέπει τις νιφάδες να χορεύουν στο σκοτάδι. Γδύθηκε κι έπεσε πλάι της. Εκείνη τον αντιλήφθηκε και γύρισε προς το μέρος του, χωρίς ν’ ανοίξει τα μάτια της. Σήκωσε πρώτα το δεξί της πόδι και μετά το δεξί της χέρι και τον καπάκωσε. Τα κάτασπρα μπούτια της πρόβαλαν λαχταριστά. Τα στήθια της ζουπήχτηκαν στο γερό θώρακά του. Το μαλακό κορμί της ήταν ζεστό και του θέρμανε την καρδιά. Έβαλε το χέρι του στη μέση της, εκεί που ’χε μαζευτεί το δαντελένιο νυχτικό της κι ύστερα το ’συρε και το ’χωσε μες στο κιλοτάκι. Ένιωσε τη λεκάνη της να τρίβεται πάνω του και άκουσε τον υποτονθορύζοντα αισθησιακό αναστεναγμό της που έσβησε ξαφνικά και μετά, έγινε απόλυτη ησυχία. Γι’ άλλη μια νύχτα θα τον είχε παγιδευμένο μέχρι το πρωί. Άλλη μια νύχτα άυπνος. Α! αύριο, πρέπει, οπωσδήποτε, να συζητήσουμε γι’ αυτήν την κατάσταση. Δεν πάει άλλο! Εντάξει, της είχε ζητήσει να παίρνει πόζες και να κάνει κινήσεις να τον εμπνέει, αλλά αυτή το παράκανε! συλλογίστηκε. Κατόπι, σκέφτηκε ότι το κείμενο παραήταν μεγάλο κι έπρεπε να το μικρύνει, για να χωρέσει στα καρέ και στα μπαλονάκια.
Κόμικ έκανε, δεν έγραφε διήγημα.


CG-G-02-01-1-57
_________________________________
© χαρακτήρες, ιδέα, διάλογοι, απόδοση, ΒΕΚ, 2017 
Απαγορεύεται, ρητά, η αντιγραφή κι αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρους του, μ' οποιοδήποτε τρόπο, αυτούσιου ή τροποποιημένου, χωρίς την έγκρισή μου [Ν.2121/1993 (25 Α΄)]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου