Πέμπτη, 2 Νοεμβρίου 2017

Ο ΘΡΗΝΟΣ ΤΟΥ ΓΛΑΡΟΥ

COMICOGRAFIMATA
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ 
G_ΟΙΚΟΘΕΝ

ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΛΑΜΠΗΔΟΝΕΣ

[ 52 ] Ο θρήνος του γλάρου


Κορίτσι με το κίτρινο βλέμμα.
Ήσουνα κυματαφρός που έσβησε
και χάθηκε,
γλαρόνι αδύναμο που παρέσυρε
το δυνατό αγέρι,
βαρκούλα ξαρμάτωτη που κίνησε
για μεγάλο ταξίδι,
ανέμου πνοή περαστική,
δάκρυ μου που στάθηκε αστέγνωτο.


Δεν είχ' αντιληφτεί, πότε κι από πού εμφανίστηκε. Ήταν μισόγυμνη, μετρίου αναστήματος, με καστανά κοντά μαλλιά. Με γεμάτους, καλοσχηματισμένους γοφούς κι ανορθωμένα στήθη. Συνήθισα να βλέπω γυμνές γυναίκες στις παραλίες και δε μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση το γεγονός αυτό καθαυτό. Ωστόσο, η ομορφιά της κοπέλας είχε κάτι το άγριο, το αρχέγονο.
– Ξέρεις πώς τη λένε αυτήν εδώ την παραλία; με ρώτησε.
Και, χωρίς να περιμένει την απάντησή μου, συνέχισε.
Βόσσο, αλλά κανένας δε γνωρίζει το γιατί.
– Κάτι έχω ακούσει. 
Γονάτισε και ξάπλωσε μπρούμυτα, σιμά μου. Οι γυμνές θηλές της βυθίστηκαν στην πυρωμένη άμμο.
Ανατρίχιασα και βιάστηκα να πω:
– Θέλεις να σου δώσω την πετσέτα μου; Η άμμος ζεματάει, θα πάθεις κανένα έγκαυμα.
– Δεν έχω ανάγκη, είπε γελώντας.
Ύστερα, βάλθηκε να σκαλίζει την άμμο με τα δάχτυλά της και να κοιτάζει στο βάθος της τρύπας.
– Έρχεσαι συχνά εδώ. Σου αρέσει το μέρος;
– Πολύ, αλλά εγώ δε σ’ έχω ξαναδεί.
– Δεν εμφανίζομαι πάντα. Μόνο όταν θέλω. Ξέρω να κρύβομαι.
Άρχισα ν’ ανησυχώ. Ήταν κι εκείνα τα παράξενα κιτρινωπά της μάτια, που παρόμοια δεν έτυχε να δω σε άλλης γυναίκας πρόσωπο.
– Δεν καταλαβαίνω, είπα συνεσταλμένα.
– Σε παρακολουθούσα, χωρίς να με βλέπεις. Ήθελα να βεβαιωθώ ότι δεν είσαι κανένας ανώμαλος! είπε σουφρώνοντας χαριτωμένα τα χείλη της.

Το είχε ερωτευτεί αυτό το αγόρι, πολύ πριν πέσει στην αγκαλιά του. Τον είχε δει πολλές φορές απ’ το δασάκι της πλαγιάς, να διαβάζει, να κολυμπάει. Μια μέρα έφτασε δίπλα του, χωρίς να την πάρει είδηση. Κάθισε σ’ ένα βραχάκι, μισοκρυμμένη, και τον παρατηρούσε που κοιμόταν ήρεμος. Πήρε προσεκτικά το βιβλίο του και το άνοιξε.

“Αν αυτό που καταστράφηκε στον παράδεισο ήταν καταστρέψιμο, τότε δεν ήταν ουσιαστικό· αν όμως ήταν ακατάστρεπτο, τότε ζούμε σε μια λαθεμένη πίστη.”1

Ευφυής της φάνηκε ο συλλογισμός του συγγραφέα. Η ψυχή της ευφράνθηκε. Ήθελε να τον φιλήσει κείνη τη στιγμή στο κυματιστό του στόμα, μα θα τον ξυπνούσε. Αυτόν ήθελε να παντρευτεί! Θα τον άκουγε να της διαβάζει και θα παρακολουθούσε τις γκριμάτσες των χειλιών του.

– Τον βρήκα, κάποτε, άσχημα χτυπημένο στο φτερό
Μ’ ένα ξαφνικό τίναγμα σηκώθηκε όρθια και κατευθύνθηκε προς το βράχια. Την ακολούθησα κι ακουμπήσαμε, δίπλα δίπλα, στον πέτρινο τοίχο.
– Πες μου για σένα.
– Μένω στη Σ.. Πάω κι έρχομαι με τα πόδια. Μου αρέσει η διαδρομή στα στενά μονοπάτια και στις ανήλιαγες ρεματιές. Είμαι φοιτητής και κάνω τις διακοπές μου.
– Πώς και δε σε ξέρω; Δεν πήγες Γυμνάσιο στην Α.;
Ναι, αλλά είμαι μεγαλύτερός σου και δε συναντηθήκαμε.
– Δηλαδή, είσαι από κείνους που φεύγουν μόλις αρχίζουν οι βροχές. Άραγε, θα φέρνεις στο μυαλό σου το μέρος ετούτο, σαν θα βρίσκεσαι στο ζεστό σου δωμάτιο με τις ανέσεις σου;
– Φέτος στα σίγουρα, επειδή θα σε σκέφτομαι.
Στράφηκε και με κοίταξε. Τα χείλια της άνοιξαν σ’ ένα θεσπέσιο χαμόγελο.
Τα μάτια της! Κάτι υπερφυσικό είχαν τα μάτια της και με στράβωναν. Σπινθηροβολούσαν σαν τις κορφές της θάλασσας στο φως του Ήλιου. Λες και εξέπεμπαν κάποιο σήμα κινδύνου. Κατέβασα τα δικά μου, μα, αν μπορούσα να μαντέψω τα μελλούμενα,.. δε θα τα ξεκολλούσα ούτε στιγμή από πάνω της.
Τότε πήρα είδηση το γλάρο. Όλη την ώρα έκοβε βόλτες πάνω απ’ τα κεφάλια μας, αλλά τώρα περπατούσε μπροστά μου, καμαρωτός, καμαρωτός. Μια ροζ κορδελίτσα ήταν δεμένη στην κνήμη του.
– Τον βρήκα, κάποτε, άσχημα χτυπημένο στο φτερό και τον φρόντισα. Έκτοτε, δεν έφυγε ποτέ από κοντά μου.
– Δε φοβάσαι μόνη σου; Σε τούτη την ερημιά δεν έρχεται κόσμος. Δεν είσαι ασφαλής,.. να προσέχεις!
– Μπα! Δείχνω τρομαγμένη; Μ’ έχεις δει να τρέχω; και ξεκαρδίστηκε στα γέλια φανερώνοντας τ’ αρμονικά της δόντια, τα οποία ήταν τόσο καθαρά, σαν τα μαργαριταρένια βότσαλα της ακροθαλασσιάς στα πόδια μας, που τα πήγαινε και τα ’φερνε το κύμα.
Σύρθηκε κοντά μου και γαντζώθηκε σαν πεταλίδα στο βράχο. Και μιλούσε διαρκώς. Ένας ξάδελφός της ήταν ο πρώτος, μου ’πε, μα την πόνεσε πολύ. Κι από τότε κανένας άλλος.
– Προσπάθησα να του εξηγήσω πως δεν έπρεπε, σα συγγενείς που είμαστε, μα δε μ’ άκουσε. Έλειπε κι η μητέρα μου,.. σχεδόν με βίασε. Δεν τον ξανάφησα όμως, αν κι ερχότανε τακτικά και μου το ζητούσε μ’ επιμονή.
Δεν ήξερε να κάνει έρωτα και αφέθηκε στα χέρια μου.
– Εσύ είσ’ αλλιώς! Σ’ έβλεπα πέρα στη βρύση που την είχες αγκαλιά και της χάιδευες τα μαλλιά και μετά που της έκανες έρωτα. Και φιλιόσασταν τόσο όμορφα, σαν πουλιά που χαριεντίζονται. Ζήλευα πολύ. Ευχόμουν να ’μουν στη θέση της. Πόσο χρονώ είναι; είπε κι έβγαλε ένα τρεμουλιαστό ερωτικό βογγητό, σφίγγοντας τα πόδια της στη μέση μου με δύναμη.
– Δεκάξι.
– Έφυγε;.. Δεν τη βλέπω πια.
Κούνησα το κεφάλι μου.
– Λυπήθηκες, καθόλου;
Δεν της απάντησα, γιατί οι μνήμες ήταν νωπές και δεν μπορούσα ν’ αξιολογήσω τα συναισθήματά μου ούτε να συνειδητοποιήσω το μέγεθος της απώλειας.
– Μου υπόσχεσαι πως θα ’ρθεις κι αύριο; είπε, καρφώνοντας τα μυστηριώδη μάτια της στη λαμπερή επιφάνεια της θάλασσας.
Της απάντησα ότι δε μου ζητούσε καμιά ιδιαίτερη χάρη, αφού την αμμουδιά αυτήν την προτιμούσα ούτως ή άλλως. Σίγουρα θα μ’ εύρισκε να την περιμένω.
Την παρατηρούσα βουβός να φοράει ένα λευκό τσίτι με χοντρές τιράντες και κουμπάκια στο στήθος, που το ’χε χωμένο σε μια τρύπα στο βράχο. Καμιά λέξη δε βγήκε απ’ τα στόματά μας μήτε φωνή μήτε κλάμα. Δυο βλέμματα, μόνο. Και μετά, εκείνη ανηφόριζε ξυπόλητη με απίστευτη γρηγοράδα. Κάπου στη μέση της πλαγιάς στάθηκε τελείως ακίνητη και κάρφωσε τη ματιά της κάτω στον όρμο. Δυστυχώς, για στερνή φορά.
– Τ’ όνομά μου είναι Αστρινή!.. φώναξε κι η φωνή της αντιλάλησε στα πλάγια.
Την έβλεπα να σκαρφαλώνει προς τη ράχη και να χάνεται στην πίσω πλευρά του λόφου, ενώ ο γλάρος έκανε βουτιές δίπλα της.
– Κι εμένα Β…! ξεφώνησα, μα δε θα μ’ άκουσε.
Δεν την ξανάδα, αν και συνέχισα να πηγαίνω εκεί, ανελλιπώς, όλο το υπόλοιπο καλοκαίρι. Κοιτούσα την έρημη παραλία και μονολογούσα:
– Να!.. Τώρα θα φανεί· κάπου θα ’ναι κρυμμένη και με παρατηρεί.
Την τελευταία μέρα, έκλαψα, ούρλιαξα και σήκωσα με απελπισία τα χέρια μου στον ουρανό ζητώντας βοήθεια.
– Αστρινή!!..
Η καρδιά μου σχίστηκε σε χιλιάδες κομματάκια, που ’πεσαν και χάθηκαν ανάμεσα στις ψηφίδες της άμμου.
Ο περήφανος γλάρος ζυγιάστηκε αποπάνω μου. Ερχόταν καθημερινά και στεκόταν στα βράχια του Βόσσου. Μου ’κανε παρέα, από τότε που χάσαμε κι οι δυο την Αστρινή. Έμεινε αρκετή ώρα ταλαντευόμενος και μετά πήρε μια στροφή και κατευθύνθηκε προς τις αμμοθίνες της γειτονικής παραλίας.
Δεν είχε ταίρι ούτε έκανε παρέα με τους άλλους της ομάδας. Κάπου κάπου σήκωνε το ένα του πόδι καμαρωτά κι επιδείκνυε το ροζ κορδελάκι, το οποίο ήταν περασμένο στη λεπτή του κνήμη. Κι ύστερα, έχωνε το κεφάλι του μες στο στήθος, γιατί δεν ήθελε να τον βλέπουν οι άλλοι να δακρύζει.

Είχε περάσει ένας ολόκληρος χρόνος και η πληγή που μου ’χε δημιουργήσει η Αστρινή δεν έλεγε να γιατρευτεί. Το επόμενο καλοκαίρι πήγαινα στα γύρω χωριά και ρωτούσα γι’ αυτήν, ώσπου έφτασα στο Κοτρώνι. Ένας ντόπιος μου είπε πώς θα ’βρισκα το σπίτι. Το ύφος του όμως δε μ’ άρεσε. Στην αυλή συνάντησα την ηλικιωμένη μητέρα της. Με κέρασε γλυκό του κουταλιού και νερό μπούζι απ’ το πηγάδι. Έπειτα, με κοίταξε με μάτια απλανή και, όπως καθάριζε τ’ αγριόχορτα στην ποδιά της, με ρώτησε:
– Πώς σε λένε, παληκάρι μου;
– Β…, κυρά.
Πλησίασα το γλάρο, που τσιμπολογούσε μες στα πόδια της τα υπολείμματα των χόρτων, και τον πήρα στην αγκαλιά μου.
– Πού βρίσκεται η Αστρινή, κυρά;
– Ευτυχώς, εδώ κοντά. Τη βλέπω κάθε μέρα.
Έβαλε το χέρι στην τσέπη της ποδιάς της και μου ’δωσε ένα χαρτί, όμορφα διπλωμένο.
Όσο διάβαζα, ο γλάρος με πρόσεχε στα μάτια λες και καταλάβαινε πως μέσα στο χαρτί ήταν εκείνη.
Τελειώνοντας, του χάιδεψα το ροζ κορδελάκι και για πολλή ώρα ο ένας κοιτούσε, με θλιμένη την καρδιά, τα δακρυσμένα μάτια του άλλου.
Σε πειράζει, κυρά, να πάρω το χαρτί; κατάφερα να πω.
Όχι, παιδί μου. Να ’ρχεσαι να μας βλέπεις, αν δεν σου κάνει κόπο.
Πριν βάλω την επιστολή στο σακίδιο, ξαναδιάβασα τα τελευταία σπαρακτικά της λόγια:
«…Μάνα, κοίτα καλά, όταν έρθει να σε βρει ο Β…, να μου τον φέρεις, να του πω ότι τον αγάπησα και μαζί του θα ’θελα να ζήσω…»
Κατεβαίνοντας, μηχανικά, το κατηφορικό μονοπάτι έστριψα προς το νεκροταφείο. Ο γλάρος θα μου ’δειχνε το μνήμα της, αν έφτανα ποτέ μέχρις εκεί.

1. Φραντς Κάφκα "Ημερολόγια"

[πρώτη γραφή για το blog]

CG-G-02-01-1-52
_________________________________
© ΒΕΚ, 2017 
Απαγορεύεται, ρητά, η αντιγραφή κι αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρους του, μ' οποιοδήποτε τρόπο, αυτούσιου ή τροποποιημένου, χωρίς την έγκρισή μου [Ν.2121/1993 (25 Α΄)]




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου