Τρίτη, 28 Νοεμβρίου 2017

ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΟΥ ΤΡΑΙΝΟΥ, ΤΟ

COMICOGRAFIMATA
G_ΨΗΦΙΔΕΣ 

ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΛΑΜΠΗΔΟΝΕΣ


[63] ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΟΥ ΤΡΑΙΝΟΥ


Φιληθήκαμε. Το κορίτσι ήταν σαν καυτή λιωμένη σοκολάτα.




 Η υπερταχεία επιβατική αμαξοστοιχία Αθηνών−Θεσσαλονίκης−Eξωτερικού ερχόταν στην ώρα της, χωρίς καθυστέρηση, όπως ανήγγειλαν βραχνά τα μεγάφωνα του σταθμού. Στην αποβάθρα, οι ταξιδιώτες ελάχιστοι, λόγω του προχωρημένου της ώρας. 
   Ανέβηκα και προχώρησα στο διάδρομο. Έσυρα την πόρτα του πρώτου κουπέ και αντίκρισα έξη μάτια να καρφώνονται πάνω μου. Ήταν ένα αντρόγυνο και μια κοπέλα, μάλλον η κόρη τους. Έριξα το βλέμμα του ένα γύρω, στο μικρό χώρο. Παντού βαλίτσες, βαλιτσούλες, κουτιά κι ένα σωρό μικροπράγματα. Δεν υπήρχε καθόλου μέρος για ν’ ακουμπήσω τη δική μου βαλίτσα.
– Αφήστε την κάτω, ανάμεσα στα πόδια μας, δε μας ενοχλεί, είπε ο κύριος ευγενικά.
Τον κοίταξα καλά πριν απαντήσω. Πενηντάρης σίγουρα, ίσως και μεγαλύτερος, με γκρίζα μαλλιά.
− Μοιάζει με μετακόμιση! είπα γελώντας.
– Πάμε στη Γερμανία. Τελείωσαν οι διακοπές μας στην Ελλάδα κι επιστρέφουμε.
– Έτσι, εξηγείται!
Η γυναίκα με κοίταξε εξεταστικά και φάνηκε σα να μελαγχόλησε. Έδειχνε νεώτερη απ’ τον άντρα της, με φροντισμένο σώμα, από κείνες τις παντρεμένες που ελκύουν ακόμη ερωτικά.

Κυριακή, 26 Νοεμβρίου 2017

ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ, Η

COMICOGRAFIMATA
G_ΨΗΦΙΔΕΣ 

ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΛΑΜΠΗΔΟΝΕΣ


[62] Η ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ


-Τι να προσέξω, πατέρα;





-Καλημέρα, πατέρα μου.
-Καλημέρα, κόρη μου.
-Είμαι πολύ χαρούμενη, σήμερα, μπαμπά.
-Γιατί, κορίτσι μου;
-Αγαπάω ένα αγόρι,
που αστραποβολάει σαν και μας,
λες κι είναι αδελφός μου.
-Χαίρομαι, παιδί μου, μα να
προσέχεις.
-Τι να προσέξω, πατέρα; 
-Τη νύχτα,
που δε θα σε βλέπω.





CG-G-02-01-1-62
_________________________________
© ΒΕΚ, 2017 Απαγορεύεται, ρητά, η αντιγραφή κι αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρους του, μ' οποιοδήποτε τρόπο, αυτούσιου ή τροποποιημένου, χωρίς την έγκρισή μου [Ν.2121/1993 (25 Α΄)]

ΚΙΤΡΙΝΗ, ΣΑΝ ΣΟΥΣΟΥΡΑΔΑ

COMICOGRAFIMATA
G_ΨΗΦΙΔΕΣ 

ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΛΑΜΠΗΔΟΝΕΣ




[61]  ΚΙΤΡΙΝΗ, ΣΑΝ ΣΟΥΣΟΥΡΑΔΑ




Έβγαλε το ψάθινο καπέλο που φορούσε, το πέταξε στα στάχυα, κι έτρεξε χορεύοντας





Τα στάχυα έγερναν κάτω από το βάρος του καρπού τους και αγγίζονταν, μπλέκονταν τα άγανα μεταξύ τους προκαλώντας ένα συρτό ήχο σαν ψίθυρο, που χάιδευε ευχάριστα τ’ αυτιά μας. Έναν άλλο ήχο, διαφορετικό, κοφτό, ρυθμικά επαναλαμβανόμενο, έβγαζαν τα γυριστά δρεπάνια που τσάκιζαν ανελέητα τις ξερές καλαμιές. Οι γυναίκες, νιες και ηλικιωμένες, σκυφτές, με τις χρωματιστές μαντήλες στα κεφάλια τους, προχωρούσαν γοργά και χώνονταν όλο και πιο βαθιά μες στην ξανθιά στάχυνη θάλασσα λιώνοντας στο χώμα τις κομμένες καλαμιές που τις τρυπούσαν τους αστραγάλους, αμίλητες, ακούραστες. Οι μανάδες μας και οι ξένες γυναίκες, οι εργάτριες, ήταν, που είχαν ξυπνήσει πολύ πριν χαράξει, να μην τις βρει ο ήλιος για μερικές ώρες να βγάλουν την πολλή δουλειά, γιατί, μετά, το λιοπύρι κατάκαιγε την κορφή του λόφου κι ό,τι άλλο εύρισκε ακάλυπτο, ανθρώπους, ζωντανά. Μας είχαν στρώσει, κάτω από ένα πρόχειρα φτιαγμένο στιγάδι, υφαντές στους αργαλειούς του χωριού, κουρελούδες και παρακολουθούσαμε ξαπλωμένοι, όλη τη δράση, το θερισμό. Εγώ και η Φιλιώ. Δεν ήμασταν συγγενείς, συμμαθητές μόνο κι ούτε είχαμε φιλική σχέση μέχρι κείνη τη μέρα. Ένα χρόνο μεγαλύτερή μου ήταν η Φιλιώ, στη Β΄κι εγώ στην Α΄ Γυμνασίου, με ίσια καστανά μαλλιά, ψηλή και λίγο εγωίστρια. Φορούσε κάτι φουστάνια πλισέ, κοντά, και στριφογύριζε, για να φαίνονται τα πόδια της, επειδή ήταν μακριά και στρογγυλεμένα. Σήμερα το φόρεμά της είχε χρώμα λευκό, πτυχωτό, με δυο λεπτές τιράντες και κουμπάκια στο στήθος της. Σα νυχτικό έμοιαζε, πανέμορφο και την κολάκευε.

Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017

ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΤΟΥ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟΥ ΕΝ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΙ




COMICOGRAFIMATA
G_ΨΗΦΙΔΕΣ

ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΛΑΜΠΗΔΟΝΕΣ

[60] ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΤΟΥ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟΥ ΕΝ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΙ



και τα μάτια απλανή κι ακίνητα.





Έβαλα τα πιο καλά μου και στις δέκα το βράδυ περίμενα απέναντι απ’ το Κόκκινο Σπίτι. Το φοβόμουν, έτρεμα, εκείνο το τεράστιο ζωγραφιστό Μάτι, που ήταν ο οφθαλμός της ψυχής κατά τον καλλιτέχνη. Συνείδηση του ασυνειδήτου εν συνειδήσει έγραφε από κάτω. Κοίταγα αλλού, αλλά, για καλό και για κακό, λοξοκοιτούσα και προς τα κει, τάχα αδιάφορα. Ήρθε με τη φίλη της, που θα την κάλυπτε και η οποία είχε θέσει βέτο να με δει, όπως θα μάθαινα αργότερα.
   – Σε ποια τάξη πας;
   Δάγκωσε τα νύχια της.
   – Στην Έκτη. Εσύ;
   – Κι εγώ στην Έκτη!
   Δε μάθαμε τίποτε καινούργιο, αλλά πώς ν’ αρχίζαμε;
   – Ο Στάθης, ο γείτονάς μου, μού λέει ότι είσαι πολύ καλός μαθητής και καλό παιδί.
   – Διαβάζω, αλλιώς μου το ξεκαθάρισαν απ’ το σπίτι: θα σκάβω και θα οργώνω σ’ όλη μου τη ζωή.
   – Μου αρέσεις!
   – Κι εσύ, Ερμιόνη, λάμπεις σαν μια ηλιαχτίδα!
   Τα μάτια της κοίταξαν το χώμα κι εγώ τα χαμηλωμένα βλέφαρά της που τρεμόπαιζαν.
   – Θα βλεπόμαστε;
   – Ναι!
   Καθώς εξαφανιζόταν στο σκοτάδι, κοίταξα το Μάτι και μου φάνηκε πιο φιλικό.

ΒΙΒΛΙΟΛΟΓΙΕΣ 5: ΜΥΘΙΣΤΟΡΙΕΣ (β)

COMICOGRAFIMATA
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ 
G_ΟΙΚΟΘΕΝ

ΒΙΒΛΙΟΛΟΓΙΕΣ

 [5] ΜΥΘΙΣΤΟΡΙΕΣ (β)


το ερωτικό στοιχείο υπήρχε ανέκαθεν στην ελληνική λογοτεχνία


 


...το ερωτικό στοιχείο υπήρχε ανέκαθεν στην ελληνική λογοτεχνία, το πρώτο άρτιο μυθιστόρημα στην παγκόσμια λογοτεχνία το «Κατά Χαιρέαν και Καλλιρρόην» του Χαρίτωνος αλλά και τα άλλα τέσσερα σωζόμενα αρχαία ελληνικά μυθιστορήματα περιέχουν ερωτικές ιστορίες, οι νεοέλληνες (όχι οι σύγχρονοι) όμως λογοτέχνες αυτο-φιμώθηκαν και τα δέντρα που φύτεψαν ξεράθηκαν, το «Δαιμόνιο» του Θεοτοκά, η «Νανότα» του Ξενόπουλου, το «Όνειρο στο κύμα» του Παπαδιαμάντη λάμπουν με τη φρεσκάδα τους, οι σύγχρονοι πεζογράφοι δεν έχουν κόμπλεξ και ξέρουν να συγκρατούν την πένα τους, γιατί το χυδαίο που ενδημεί στις παρυφές της λογοτεχνίας, καραδοκεί, όπως εξάλλου συμβαίνει σ’ όλες τις Καλές Τέχνες, τη Γλυπτική, τη Ζωγραφική, την Κινηματογραφία, κ.λπ, οι Τέχνες βέβαια δεν περιορίζονται, δε γνωρίζουν όρια, αλλά προσβάλλεται η αισθητική  και τότε αυτοακυρώνεται το ίδιο το καλλιτεχνικό έργο, το πεζογράφημα, «Ο μεγάλος Ανατολικός» του Εμπειρίκου είναι ένα παράδειγμα, μια απορία έχω, άραγε πώς να ένιωθαν οι κυρίες όταν άκουγαν το λογοτέχνη να το απαγγέλει-διαβάζει στα σαλόνια τους;, φυσικά το δικαίωμα οποιασδήποτε γραφής, όμως, δεν πρέπει να αφαιρείται από το δημιουργό, όσο θα βλέπουμε πτώματα παιδιών στα πεδία των μαχών, παιδάκια με πρησμένες κοιλιές, ο θόρυβος που δημιούργησε ο άντρας με το καρπούζι, μια εντελώς υποκειμενική έκφανση της ζωής, θα φαντάζει αδικαιολόγητος αν όχι υποκριτικός, απλά αγνοείς το έργο, του γυρίζεις τα νώτα, γενικά η υποκρισία χρησιμοποιείται ευρέως για να δικαιολογηθούν τ’ αδικαιολόγητα, ο στρατιώτης που σκοτώνει είναι φονιάς απ’ όποιο μέρος κι αν βρίσκεται, αφαιρεί ζωή που δεν μπορεί να αναπαραγάγει, την ίδια,

χαϊδεύοντας ή επιλέγοντας βιβλίο
και γι’ αυτήν την πράξη θα κριθεί-αν, ο πεζογράφος που αναπαράγει παρόμοιες σκηνές, και μάλιστα όταν εμφανώς τοποθετείται σ’ ένα απ’ τα χαρακώματα, είναι κι αυτός στρατιώτης, είναι συνιστώσα των ανθρώπινων βανδαλισμών, οφείλει να είναι αντικειμενικός κι όχι προκλητικός, ο Ρένος Αποστολίδης το μπόρεσε στην «Πυραμίδα 67», αλλά κι άλλοι πολλοί, κάποιοι δεν τα κατάφεραν, ειρωνικά χαμόγελα προκαλούν τα βιβλία των πολιτικών, που ο κάθε πικραμένος πάει να αιτιολογήσει τα λάθη του, να διαστρεβλώσει την πραγματική πολιτική ιστορία, και ξέρει πολύ καλά πως το βιβλίο μένει ενώ τα λόγια του θα ξεχαστούν, δυστυχώς έτσι συμβαίνει, μοστράροντας το πιο πετυχημένο χαμόγελο στο εξώφυλλο, αλλά δεν πείθει, ο πολυγραφότατος Μ. Παπακωνσταντίνου, εν αντιθέσει, έγραψε και λογοτεχνία «Η γιαγιά μου η ρούσα», κ.ά. δίπλα στα πολιτικά βιβλία κι έτσι μπορείς να διαχωρίσεις το έργο του, να τον δεις σα λογοτέχνη, έλεος βρε καλλιτέχνες, σας αγαπήσαμε στις οθόνες και στο σανίδι μην αμαυρώνεται την εικόνα σας με τις ιλουστρασιόν αυτοβιογραφίες σας και για τα παντοειδή κατορθώματά σας, δε θα το πιστέψετε, όλοι μας έχουμε να αφηγηθούμε παρόμοια, δε διεκδικείτε την αποκλειστικότητα, αν διαθέτετε τα κότσια γράψτε κάτι
 
ο Πλατής έγραψε ποίηση,
καλό, ο ηθοποιός Μάκης Πανώριος το κάνει χρόνια τώρα, ο Πλατής έγραψε ποίηση, «Τα παραπονεμένα», ναι ο καλός μας κωμικός, «ο πατέρας του Ερηνακίου!», με τις άπειρες θεατρικές και κινηματογραφικές εμφανίσεις, ο Αλέξης Δαμιανός, ηθοποιός και σκηνοθέτης, που ευτύχησε να δει την «Ευδοκία» του να φιγουράρει στην κορυφή των καλύτερων ελληνικών ταινιών, γυρίζοντας τρεις όλες κι όλες ταινίες, έγραψε θέατρο «Το καλοκαίρι θα θερίσουμε» και διηγήματα  «Πηγές ερημικές-Ηνίοχος», πολλοί προσπαθούν να μας πείσουν ότι δεν πρέπει να γράφουμε για έρωτες, όλα έχουν γραφεί, διαφωνούμε σ’ αυτό το τελευταίο, μα τότε μήπως να σταματήσουμε και να τρώμε αφού έχουμε γευτεί όλα τα φαγητά;, η ζωή συνεχίζεται λέμε ως απόφθεγμα και όσο ζούμε γι’ αυτήν θα γράφουμε, να γιατί προπορεύονται οι γυναίκες συγγραφείς, γιατί είναι οι πλέον αρμόδιες να γράψουν για τη ζωή αφού αυτές την εκκολάπτουν, τη
 
οι γυναίκες συγγραφείς, γιατί είναι οι πλέον αρμόδιες να γράψουν για τη ζωή
γεννάνε, και μη διαμαρτύρεστε που πουλάνε τρελά αυτά τα βιβλία, γιατί μήπως και

 τα βιβλία στοχασμών δεν τα έχουν πει όλα;, τι απομένει να ειπωθεί στη χώρα μας εν προκειμένω που γνωρίζουμε πιο καλά το συγγραφικό γίγνεσθαι, ένιοι διατείνονται πως οι στοχασμοί πρέπει να ενσωματώνονται στα άλλα πεζογραφήματα, κυρίως στα μυθιστορήματα που έχουν μεγάλο εύρος ανάπτυξης, και το πράττουν, λάθος μέγα, το μίγμα είναι κατά κανόνα ανομοιογενές, φίλος με ρώτησε αν το βιβλίο μου έχει διαλόγους, βαρέθηκα να διαβάζω -μου 'πε- ασφυκτικά γεμάτες σελίδες με τη μετατροπή της συζήτησης σε πεζό λόγο χωρίς παύλες (απαραίτητες κατά τη Γραμματική) ή εισαγωγικά (όπως συνηθίζεται, αλλά τότε τι θα βάλουμε στους τίτλους βιβλίων, κλπ, δεδομένου ότι τα πλάγια χρησιμοποιούνται στις μεταφορές και στα σημεία που ο συγγραφέας θέλει να επισημάνει), όλοι συμφωνούν πως οφείλουμε να εφαρμόζουμε τους γραμματικούς κανόνες, άλλως θα προκύψει ένα σημειολογικό χάος, αλλά πάλι τι

 
γιατί θα προέκυπταν ακατανόητα κείμενα
να πεις στους μεγίστους εκπροσώπους του γραπτού λόγου που έχουν θεσπίσει δικούς τους κανόνες, άλλοι βάζουν την τελεία έξω από τα εισαγωγικά (το σωστό κατά τη Γραμματική), άλλοι μέσα (λάθος), κατ’ αναλογίαν λέει του θαυμαστικού και του ερωτηματικού που μπαίνουν μέσα, η άνω τελεία σχεδόν καταργήθηκε, αντικαταστάθηκε, κακώς, με το κόμμα, το συντακτικό ανακάτεμα του τρίπτυχου ρήμα–υποκείμενο-αντικείμενο επιτρέπεται στο γραπτό λόγο και χρησιμοποιείται κατά κόρον, ο κανόνας του τελικού <ν> δεν τηρείται ή τηρείται μερικώς, γενικά είμαστε απείθαρχοι να μην επιδείξουμε αυτήν την αρετή μας κι εδώ, όμως δε γράφουμε όπως μιλάμε, γιατί θα προέκυπταν ακατανόητα κείμενα,......

(συνεχίζεται)
  
CG-G-02-02-13-5

Νικόλαος Τόλης
Νικόλαος Τόλης Θυμήθηκα το "Ίμερος και Κλινοπάλη "του Κ. Παπαγιώργη. Καλησπέρα Βάιε.
___________________________
© ΒΕΚ, 2017 
Απαγορεύεται, ρητά, η αντιγραφή κι αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρους του, μ' οποιοδήποτε τρόπο, αυτούσιου ή τροποποιημένου, χωρίς την έγκρισή μου [Ν.2121/1993 (25 Α΄)]

Πέμπτη, 23 Νοεμβρίου 2017

ΒΙΒΛΙΟΛΟΓΙΕΣ 4: ΜΥΘΙΣΤΟΡΙΕΣ (α)

COMICOGRAFIMATA
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ 
G_ΟΙΚΟΘΕΝ

ΒΙΒΛΙΟΛΟΓΙΕΣ

 [4] ΜΥΘΙΣΤΟΡΙΕΣ


.....ή ανάλογα να του συμβούν τέτοιες χαρές, οπότε θα ευφρανθεί, θα χαρεί,....


 

Διάβασα, διάβασα πολύ στη μέχρι σήμερα ζωή μου.....
Διάβασα, διάβασα πολύ στη μέχρι σήμερα ζωή μου και διάβασα όλα ανεξαιρέτως τα είδη του γραπτού λόγου, ξεκινώντας από το πιο δύσκολο είδος το δοκίμιο, που ενίοτε καταντάει επιστημονικό εγχειρίδιο, είναι δυσνόητο, και απαιτεί συγκέντρωση και επισταμένη μελέτη, αναδρομή σε βοηθήματα, ανάσυρση ακαδημαϊκών γνώσεων, σκέψη και συνεχίζοντας με το διήγημα, που πολλοί το χαρακτηρίζουν ως το φτωχό συγγενή του μυθιστορήματος, αλλά δεν είναι, είναι ο προθάλαμος εισαγωγής του εκκολαπτόμενου συγγραφέα στην τέχνη της λογοτεχνικής γραφής, το ισόγειο της πολυώροφης οικοδομής των γραπτών έντεχνων λογοτεχνημάτων, που χωρίς αυτόν θα ήταν αδύνατο να σταθεί όρθιος ο πύργος της βαβέλ των βιβλίων, είναι ένα συμπυκνωμένο γράφημα με όλη τη δομή του μυθιστορήματος, με αρχή μέση και τέλος, με την τελική κορύφωση-έκπληξη που σκάει σαν πυροτέχνημα και μας κάνει να παίρνουμε βαθιά ανάσα και να μη θέλουμε να διαβάσουμε τίποτε άλλο μήπως και καταστρέψουμε την καλή εντύπωση, ύστερα με τη νουβέλα, το μεγάλο διήγημα αλλά συγχρόνως μικρό μυθιστόρημα, όπου τα όρια είναι δυσδιάκριτα, γιατί πώς να σταματήσει την πένα του ο διηγηματογράφος, που τρέχει αφηνιασμένη πάνω στον λευκό κάμπο των χαρτιών, προκειμένου να μη χαρακτηριστεί νουβελο-γράφος, ή πόσο λίγο ακόμα να προσθέσει ο γράφων νουβέλα για να μπει στο χώρο του μυθιστορήματος, βεβαίως κι έχουν τεθεί κανόνες εκ μέρους της θεωρίας της λογοτεχνίας, αριθμός λέξεων (πόσες όμως), πολλοί ήρωες (πόσοι όμως), μεγαλύτερη πλοκή (πόση και πώς μετράται όμως), τη νουβέλα που διαβάζεται πιο εύκολα λόγω «έκτασης», μέχρι που μπερδεύτηκε κι ο μέγας των ελληνικών γραμμάτων και κοντοχωριανός μου (ένα στενό θάλασσας μας χωρίζει) Παπαδιαμάντης και τιτλοφόρησε

....να του γεννηθούν γενετήσια συναισθήματα....
τα «Ρόδινα ακρογιάλια» μυθιστόρημα, μα οι κανόνες είναι για να παραβιάζονται και ο Σεφέρης τιτλοφόρησε ένα ποιητικό του έργο «Μυθιστόρημα», για να τραβούν οι θεωρητικοί τα μαλλιά τους, ως κι ο «Κατάδικος» του Θεοτόκη θεωρείται νουβέλα, το μυθιστόρημα την αποθέωση της γραφής που δεν έχει όρια, φραγμούς, αρκεί όλα να είναι μπόλικα, σύνθετα και μεγάλα, αλλά, προς θεού, κατανοητά γιατί το μυθιστόρημα διαβάζεται ευρέως, δεν έχει συγκεκριμένο αναγνωστικό κοινό, πρέπει να το καταλαβαίνει και η κυρα-Μαρία στο χωριό, μην υπομειδιάτε, ποιοι νομίζετε ότι διαβάζουν πρωτίστως τα ένθετα βιβλία-ένθετα των εφημερίδων, συνήθως τα πρωτόλεια των συγγραφέων που εμείς οι μυημένοι τα έχουμε ξεπετάξει νεαροί, και, βέβαια, κανείς δε μέμφεται την κυρα-Μαρία, γιατί εμείς που τα διαβάσαμε βγάλαμε κάνα τρίτο μάτι κάνα κέρατο;, το μυθιστόρημα λοιπόν που οφείλει να περιέχει μια πρωτότυπη μυθιστορία κι όχι μια έτοιμη ιστορία, ένα βίωμα, γιατί τότε πέφτει στην κατηγορία των αυτογραφιών, των χρονικών που είναι άλλα πράγματα, κι εμένα δε μ’ ενδιαφέρουν καθόλου, μια μυθιστορία δημιουργούμενη εκ του μηδενός όπως είπε κι ο Σοπενχάουερ που αποδεικνύει την ικανότητα του συγγραφέα και τον εντάσσει στους καλούς μυθιστοριογράφους, άλλως αναπαράγει ιστορίες της ζωής, κάνει κουτσομπουλιό εν ολίγοις, όσο κι αν το στολίσει με λογοτεχνικά ψιμύθια, το μυθιστόρημα που είναι τόσο μύθος όσο και ιστόρημα, αλλά που να μη γέρνει προς κάποια μεριά, να ισορροπεί στο μεταίχμιο, (εδώ σε θέλω συγγραφέα- και σε μένα το συγγραφίσκο το λέω για να μη βγάζω την ουρά μου απέξω), τόση πραγματικότητα όση και φαντασία, χωρίς φαντασία δε λογίζεται ένα έργο μυθιστόρημα, χωρίς υπερβατικές διεισδύσεις στον κόσμο των ηρώων, χωρίς το μυστήριο, χωρίς αγωνία που συντηρείται και αυξάνεται προοδευτικά όσο πηγαίνουμε προς το τέλος της ανάγνωσης, το γραπτό παραμένει στη βάση της λογοτεχνικής πυραμίδας, δεν είναι ικανό να κεντρίσει τις ευαίσθητες συναισθηματικές και ψυχικές χορδές του αναγνώστη, τον αφήνει αδιάφορο, επειδή παρόμοιες ιστορίες διαβάζει και στην εφημερίδα του, ιδίως στο αστυνομικό ρεπορτάζ, ακούει και βλέπει στις καθημερινές ειδήσεις, ο αναγνώστης πρέπει να παρασυρθεί απ’ την πλοκή, ν’

....απαιτεί ... αναδρομή σε βοηθήματα, ανάσυρση ακαδημαϊκών γνώσεων, σκέψη
ακολουθήσει τους ήρωες να συμπάσχει διαρκώς μαζί τους, να φοβηθεί μην του συμβεί κι αυτουνού κάτι παρόμοιο, ώστε ν’ αναπτύξει νέους αμυντικούς μηχανισμούς, να κλάψει (ναι να κλάψει, και πολύ μάλιστα, γιατί τότε ο συγγραφέας έχει πετύχει, επειδή επετεύχθη ο στόχος του να προσεγγίσει τον αναγνώστη -μια μορφή επικοινωνίας είναι η γραφή-, που αποτελεί διαχρονικό, διακαή πόθο όλων των συγγραφέων του κόσμου, για τα παθήματα των χαρακτήρων), να ευχηθεί να μην του συμβούν τέτοιες συμφορές ή ανάλογα να του συμβούν τέτοιες χαρές, οπότε θα ευφρανθεί, θα χαρεί, να ερωτευτεί κάποιον ήρωα, σε σημείο να ψάξει να τον βρει στον εξω-κειμενικό, πραγματικό κόσμο του που ζει, να του γεννηθούν γενετήσια συναισθήματα κι όχι να μη δει γραμμένη, έστω και μια φορά, κάποια από τις "απαγορευμένες" λέξεις, που αποφεύγει μια μερίδα συγγραφέων που έτσι νομίζουν ή θεωρούν πως κάνουν σοβαρή λογοτεχνία, "συγγραφείς των σχολικών βιβλιοθηκών" ("μα πώς γράφει έτσι αυτός ο συγγραφέας, δε θα μπει ποτέ σε σχολική βιβλιοθήκη"-είπε κάποια συγγραφέας, που δε θέλω να μαρτυρήσω), συγγραφείς που έχουν σα μόνο στόχο τους να μπουν στ' αραχνιασμένα, στοιχειωμένα ερμάρια των σχολείων, απ' όπου εξοβελίσανε το "Ζικ ζακ στις νεραντζιές" της Έρσης Σωτηροπούλου-πράξη που τα δικαστήρια έκριναν παράνομη, έχουν όμως "Το νησί των θησαυρών" του Στίβενσον με το πειρατικό περιεχόμενο και μη παιδικούς χαρακτήρες εθίζοντας τα τρυφερά κι ευκολόπιστα τρυφερά μυαλά στο χρήμα, την ανθρώπινη μάστιγα, που εμένα με φοβίζει και με τρομάζει ακόμη και σήμερα, ενώ οι άλλοι συγγραφείς είναι τουλάχιστον λάγνοι, κι έτσι κόλλησαν το σουσούμι στον Καραγάτση, οι κριτές του που μάλιστα δεν είχαν γράψει ούτ’ ένα μυθιστόρημα στη ζωή τους (δύο εξ αυτών τουλάχιστον οι Γ.Κ.και Α.Σ.), αλλά πολύ δηλητήριο στη φαρέτρα τους, όμως ο Καραγάτσης διαβάζεται ως σήμερα, ανατυπώνεται συνεχώς, και πόσοι δεν ψάχνουν για χαμένα, λανθάνοντα έργα του σαν τους «Ληστές στα πρόθυρα των Αθηνών», ενώ οι επικριτές του μπήκαν στο Μουσείο αφ' ης στιγμής στέγνωσε η πένα τους,.............

(συνεχίζεται)
  
CG-G-02-02-13-4

Νικόλαος Τόλης
Νικόλαος Τόλης Θυμήθηκα το "Ίμερος και Κλινοπάλη "του Κ. Παπαγιώργη. Καλησπέρα Βάιε.
___________________________
© ΒΕΚ, 2017 
Απαγορεύεται, ρητά, η αντιγραφή κι αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρους του, μ' οποιοδήποτε τρόπο, αυτούσιου ή τροποποιημένου, χωρίς την έγκρισή μου [Ν.2121/1993 (25 Α΄)]