Δευτέρα, 4 Σεπτεμβρίου 2017

ΛΕΥΚΕΣ ΚΑΜΠΑΝΟΥΛΕΣ

COMICOGRAFIMATA
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ 
G_ΟΙΚΟΘΕΝ

ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΛΑΜΠΗΔΟΝΕΣ



[48] Λευκές καμπανούλες






Κάθε μέρα, απ’ το διαχωριστικό, με παρατηρούσαν φευγαλέα με κείνα τα παράξενα κιτρινωπά τους μάτια. Μερικές φορές, θαρρούσα ότι κάτι ήθελαν να μου πουν, μα δίσταζαν. Αλλά πώς να καταλάβω, αφού δε μιλούσαν; Μια μέρα πλησίασα. Βρεθήκαμε πρόσωπο με πρόσωπο. Δεν ενοχλήθηκαν, μόνο έστρεψαν το κεφάλι τους απ’ την άλλη. Σα να ντράπηκαν. Μετά, τις άκουσα που ξάπλωσαν στη σεζ-λονγκ. Τανύστηκα και τις είδα. Η μία πάνω στην άλλη.
Έκτοτε, πολύ συχνά, καθημερινά σχεδόν, ανέβαινα στην καρέκλα και έμπηγα ένα καρφί στον τοίχο, για να τις βλέπω. Ώσπου τα καρφιά γίνανε πολλά, ευθυγραμμισμένα όμως, γιατί σπούδαζα μηχανικός κι ήξερα να σχηματίσω μια ευθεία γραμμή ακόμη και με το μάτι.
Εκείνες, απ’ τη θέση τους, υπομειδιούσαν. Και η γραμμή των καρφιών τραβούσε σε μάκρος.
«Θα κρεμάσετε κάτι;» με ρώτησε ξάφνου.
Επιτέλους τις κίνησα το ενδιαφέρον. Είχα έτοιμη και την απάντηση.
«Ναι, τα όργανα σχεδίασης, μου πιάνουν πολύ μέρος στο τραπεζάκι που μελετάω, άσε που τα χάνω ολοένα».
«Α...» είπε και αφοσιώθηκε στο διάβασμα.
«Τι διαβάζετε, αν επιτρέπεται;»
«Επιτρέπεται. Βιπεράκια, φτηνά και καλά».
«Έχω πολλά, θα μπορούσα να σας τα δώσω;»
«Ναι, περνάω την ώρα μου μ’ αυτά. Τι άλλο να κάνουμε μόνες μας;», είπε σοβαρά.
Κατέβηκα με φόρα και σε λίγο ήμουν σκαρφαλωμένος στο τζαμένιο διαχωριστικό. Σηκώθηκαν απ’ την πολυθρόνα κι ήρθαν αποκάτω μου. Τις τα ’δωσα και με ευχαρίστησαν.
«Μήπως δε θα ’πρεπε, μπορεί ο σύζυγος...»
«Μην ανησυχείτε, δε θα του το πούμε! Ούτε εγώ ούτε το κορίτσι μου».
Την άλλη μέρα κρέμασα τα τρίγωνα, τους χάρακες, το ταυ, τα στένσιλ, όλα τα όργανά μου.
«Ωραία, τα τακτοποιήσατε», την άκουσα να λέει.
«Θα φέρω και το τραπεζάκι μου και θα διαβάζω εδώ τα βράδια, που ’χει δροσιά».
«Ωραία», επανέλαβε και σώπασε.
Η άλλη με κοίταζε απ’ το μέρος της κοιλιά της.
Η γάτα που καθόταν πάνω στο διαχωριστικό αποτελούσε το ενδιάμεσο, έπρεπε να την πάρω με το μέρος μου.
«Πήδα, πήδα» της έλεγα σιγανά.
Κάρφωνε τα μάτια της πάνω μου, λες και προσπαθούσε ν’ αντιληφθεί τι της έλεγα.
Μέχρι που μια μέρα, πήδηξε, αλλά απ’ τη μεριά τους. Λάθος κίνηση, σκέφτηκα, αλλά έγινε η αρχή.
Όταν ανέβηκε ξανά της έδειξα με το δάχτυλο.
«Πήδα, αποδώ!»
Έδωσε ένα σάλτο και πιάστηκε απ’ το τραπέζι μου. Έπεσαν μερικά βιβλία κάτω. Άκουσε το θόρυβο και φώναξε ανήσυχη.
«Σας έκανε καμιά ζημιά; Αχ, Λίζα, εδώ γρήγορα!»
Αλλά εγώ την κρατούσα απ’ το σβέρκο και δεν την άφηνα.
«Λίζα, εδώ!» την πρόσταξε.
Η Λίζα μου ’δειξε τα νύχια της.
Την ελευθέρωσα και κείνη τινάχτηκε σαν αίλουρος, πέρασε το διαχωριστικό και προσγειώθηκε αποδίπλα.
«Κακό κορίτσι!» την άκουσα να την επιπλήττει.
Έκτοτε μ’ επισκεπτόταν συχνά. Κυκλοφορούσε σ’ όλο το διαμέρισμά μου. Αλλά εγώ της έμαθα να τρυπώνει κάτω απ’ το κρεβάτι βάζοντας λιχουδιές κι ύστερα την έπαιρνα και ξαπλώναμε μαζί. Και τη γαργαλούσα στην κοιλίτσα της κι αυτή μου μιλούσε γατίσια και με κοιτούσε λιγωμένη.

Ήτανε Ιούνης, βράδυ. Η Θεσσαλονίκη έβραζε. Κι εγώ είχα εξεταστική περίοδο.
Το ζευγάρι μιλούσαν. Έσβησα τα φώτα και κάθισα στο τραπεζάκι μου, χωρίς να κάνω καθόλου θόρυβο. Τον παρακαλούσε να κάνουν έρωτα, αλλά ο άντρας προέβαλε ως δικαιολογία την αφόρητη ζέστη. 
«Δε θα κάνεις τίποτε εσύ!»
«Άσε με, ρε Λίζα! Δεν έχω την όρεξή σου!»
Αυτή κάτι είπε, θυμωμένη, και βγήκε στη βεράντα. Την άκουσα που ξεφύλλιζε νευρικά ένα Βίπερ και ξεφυσούσε. Είχα αποφασίσει να πάω για ύπνο, όταν είδα τη σκιά της να κινείται και με το χέρι να σηκώνει τη Λίζα πάνω στο διαχωριστικό.
«Πήδα, τώρα!» τη διέταξε χαμηλόφωνα.
Η Λίζα έδωσε έναν πήδο και κάθισε απαλά στο μωσαϊκό της δικής μου βεράντας. Με είδε στο σκοτάδι και πέρασε μες στο δωμάτιο. Περίμενα λίγο μα ούτε η γάτα έβγαινε ούτε από δίπλα ακουγόταν τίποτε.
Κάποια στιγμή διέκρινα πάλι τη σιλουέτα της.
«Η γάτα πήδηξε δίπλα στου φοιτητή, πάω να τη μαζέψω προτού κάνει καμιά ζημιά».
«Είναι αργά, θα τον ανησυχήσεις», μουρμούρισε εκείνος νυσταλέα.
«Διαβάζει στη βεράντα», του 'πε ψύχραιμα.
Έτρεξα στο μπάνιο. Δόντια, μασχάλες, σλιπ, κ.λπ. Όταν άκουσα το κουδούνι ήμουν πανέτοιμος.
«Μήπως κοιμόσουν και σε ξύπνησα;»
«Όχι, διάβαζα, πού να κοιμηθώ μ’ αυτή τη ζέστη!»
«Δε βρίσκω τη γάτα, μην ήρθε από δω;»
«Δεν την πήρα είδηση, αλλά ας ψάξουμε καλύτερα».
Πέρασε μέσα και, κλείνοντας, την κοίταξα στα γρήγορα. Φεγγερό νυχτικό, ανακατεμένα μαλλιά, ένας θηλυκός δαίμονας μες στο εργένικο δωμάτιό μου! Αλλά ήταν παντρεμένη, έπρεπε να προσέξω να μην την προσβάλω.
«Λίζα, Λίζα!» φωνάξαμε κι οι δυο ταυτόχρονα.
Η Λίζα παρίστανε τον ψόφιο κοριό, λες και καταλάβαινε πως δεν έπρεπε να φανερώσει την παρουσία της,. ΄
Όπως έσκυβε, έβλεπα τα βυζιά της που πήγαιναν πέρα δώθε κι έσμιγαν σαν δυο ολόλευκες καμπανούλες.
«Νάτη, κάτω απ’ το κρεβάτι!» είπε κάποια στιγμή και σύρθηκε να τη βγάλει, κουνώντας χαριτωμένα τον πισινό της. Η γάτα όμως τη φοβέριζε. Φαίνεται, προτιμούσε την παρέα μου.
«Εδώ, Λίζα!», μα η Λίζα δεν κουνιόταν.
«Να δοκιμάσω εγώ;» είπα.
«Φοβάμαι, να μη σε γρατσουνίσει. Δείχνει αγριεμένη. Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν υπακούει».
Η γάτα όμως στο κάλεσμά μου βγήκε απ'την κρυψώνα της και χώθηκε στην αγκαλιά μου.
«Είδατε, πόσο εύκολο ήταν», της είπα και συγχρόνως της γαργάλεψα την κοιλίτσα της (χωρίς να με δει η κυρά της).
Τότε, η Λίζα πήδηξε πάνω στο κρεβάτι. Με κοίταζε σα γυναίκα και νιαούριζε. Έκανε αυτά που της είχα μάθει.
«Για δες την που θέλει τα χάδια σου», είπε κι άκουσα ένα θρόισμα. 
Γύρισα.
Το νυχτικό της γλιστρούσε αποκαλύπτοντας το λαμπερό της, άγγιχτο κορμί.
«Καίγομαι», είπε και κυλίστηκε στο τσαλακωμένο σεντόνι μου.
Πάνω στην κοιλιά της η γάτα -κι ένα όνομα: Λίζα- μου χαμογελούσε πονηρά κι εκείνη γουργούριζε σα γάτα, ενώ η άλλη έπαιζε με τα μαλλιά της.
«Πώς σε λένε;»
«Λίζα!» νιαούρισε.
Η Λίζα δίπλα, ακούγοντας τ' όνομά τους, σαλτάρισε πάνω της, γατίζοντας.
Η τρίτη, έμεινε αμίλητη αλλά εξακολουθούσε να χαμογελάει γατίσια.
Κι είχα αποκάτω μου ούτε μία ούτε δύο μα τρεις Λίζες, που, από κείνη τη στιγμή, τις αγάπησα και τις τρεις.

CG-G-02-01-1-48
______________________________
Απαγορεύεται, ρητά, η αντιγραφή κι αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρους του, μ' οποιοδήποτε τρόπο, αυτούσιου ή τροποποιημένου, χωρίς την έγκρισή μου [Ν.2121/1993 (25 Α΄)]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου