Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

ΜΩΒ ΠΛΕΞΟΥΔΕΣ

COMICOGRAFIMATA
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ 
ΟΙΚΟΘΕΝ
ΨΗΦΙΔΕΣ

ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΛΑΜΠΗΔΟΝΕΣ

[ 43 ]  ΜΩΒ  ΠΛΕΞΟΥΔΕΣ



Μωβ πασχαλιές. Επιτάφια στολίδια, επί τοίχου κρεμάμενες. Τοίχου πανύψηλου, όμως, ακατοίκητου σπιτιού. Τις κοιτάζαμε από κάτω η Έλενα κι εγώ. Μεγάλη Παρασκευή ήταν, που γυρνάγαμε στο χωριό, αγόρια και κορίτσια, να μαζέψουμε λουλούδια, για να στολίσουν οι γυναίκες τον Επιτάφιο.
ΕΓΩ: Όμφακες εισίν, λέω γελώντας, για να την εντυπωσιάσω.
Ωστόσο, η Έλενα έτρεξε στο καλντερίμι, στην ανηφορίτσα, και μπήκε στην αυλή του παρατημένου κτίσματος. Πέρασε βιαστικά ανάμεσα στις ανθισμένες τριανταφυλλιές, που υψώνονταν σαν πολύχρωμοι θυσανωτοί θάμνοι, ξεφωνίζοντας σε κάθε αγκύλωμα, και σκαρφάλωσε στο πλατύ πεζούλι. Την ακολούθησα και κοίταξα. Από κάτω χάος.
ΕΛΕΝΑ: Πιάσε με να σκύψω να τις φτάσω! λέει και λυγίζει σα βέργα το σώμα της.
ΕΓΩ: Πρόσεξε, Έλενα! λέω και της πιάνω το χέρι.
ΕΛΕΝΑ: Απ’ τη μέση κράτησέ με, χαζέ!
Απ’ τη μέση... ένας λόγος είναι, αλλά πώς γίνεται;
ΕΓΩ: Θα πέσεις και θα σκοτωθείς! επιμένω, μήπως το μετανιώσει και κατέβει και γλιτώσω τη δοκιμασία.
Με κεντούσαν και οι ακάνθινοι κορμοί των απεριποίητων τριανταφυλλιών, παντού. Αίμα έτρεχε από μικρές αμυχές του δέρματος.
ΕΛΕΝΑ: Μη με κρατάς απ’ το χέρι. Πώς θα να τις κόψω;
ΕΓΩ: Πάμε να φύγουμε, θα μας δουν και θα βρούμε κανένα μπελά.
ΕΛΕΝΑ: Φοβιτσιάρη!
Η άσπρη πλισέ φουστίτσα της, ανασηκωμένη, πιασμένη τυχαία στ’ αγκάθι μιας λευκάνθεμης τριανταφυλλιάς, έτσι που φαινόταν ως απάνω η ασπράδα των ποδιών της.
«Όχι, τυχαία, βλάκα!», σκέφτεται η Έλενα.
Την έπιασα απ’ τη λυγερή μέση, έτσι που οι αντίχειρες και οι δείχτες των χεριών μου συναντήθηκαν μπρος και πίσω.
ΕΛΕΝΑ: Βάσταξέ με πιο σφιχτά, μη γλιστρήσω! και σερνόταν σα δεντρογαλιά στις μεγάλες σαπόπετρες του πεζουλιού.

Μωβ πασχαλιές. Επιτάφια στολίδια, επί τοίχου κρεμάμενες. 












Κι εγώ σηκώθηκα στις μύτες των παπουτσιών μου και την κόλλησα πάνω στη λεκάνη μου, για περισσότερη σιγουριά. Τότε, θα ένιωσε ασφαλής, γιατί δε ξαναμίλησε, μόνο στριφογύριζε κι έκοβε ολοένα ολόκληρα κλωνάρια και μου τα 'δινε, και πάλι κουνιόταν σα φίδι που κουλουριάζεται να ξαποστάσει, και 'γώ την έσφιγγα με περισσότερη δύναμη, κι αυτή συνέχιζε να τανιέται και να κόβει μωβ πλεξούδες, με τα μάγουλα ροδοκόκκινα κι ένα ένοχο, πονηρό γέλιο χαραγμένο στα κλειστά της χείλια, ώσπου λέπτυνε στα χέρια μου και χάθηκε, και σαστισμένος συνειδητοποίησα ότι κρατούσα, απ' το λεπτό του κοτσάνι, ένα εξαίσιο τρυφερό τριαντάφυλλο με όλα τα χρώματα της πλάσης πάνω του, και την ίδια στιγμή μύρισα τη θεία ευωδία των ημερών να μας τυλίγει και ρόδινες στάλες να γλυκαίνουν το στόμα μου.

Το βράδυ, στην περιφορά του Επιτάφιου στα στενοσόκακα του χωριού μας, μες στο σκοτάδι, ήμασταν πιασμένοι απ’ το χέρι.
ΕΛΕΝΑ: Τις βλέπεις; Εκεί στην οροφή, πάνω απ' το σώμα του Χριστούλη τις έδεσα! Δεν είναι όμορφες;
ΕΓΩ: Σαν τις πλεξούδες των μαλλιών σου, Έλενα.
Η Έλενα μου έσφιξε το χέρι με δύναμη.


δεύτερη γραφή, 2018
__________________________
CG-G-02-01-43

©ΒΕΚ 2017

Απαγορεύεται, ρητά, η αντιγραφή κι αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρους του, μ' οποιοδήποτε τρόπο, αυτούσιου ή τροποποιημένου, χωρίς την έγκρισή μου [Ν.2121/1993 (25 Α΄)]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου