Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2016

ΑΥΤΟΝΟΗΤΟ, ΤΟ

ΨΗΦΙΔΕΣ

ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΛΑΜΠΗΔΟΝΕΣ

[ 42 ]  ΤΟ... ΑΥΤΟΝΟΗΤΟ



Σε δέκα λεπτά χτυπούσα την πόρτα του δωματίου 48

Το... αυτονόητο


ΒΡΑΔΑΚΙ και βρισκόμουν στο βιβλιοπωλείο που σύχναζα. Κρατούσα ένα βιβλίο και διάβαζα με αφοσίωση. Όπως ήταν φυσικό, δεν παρακολουθούσα τι συνέβαινε γύρω μου. Γι’ αυτό, όταν ήρθε και στάθηκε δίπλα μου η πωλήτρια ξαφνιάστηκα.
«Αυτή είναι για σας», είπε και μου έτεινε μια κλειστή χάρτινη σακούλα.
«Από ποιον, παρακαλώ;» ρώτησα με απορία.
«Δε γνωρίζω. Τη βρήκα στο πόστο μου, μ’ ένα σημείωμα καρφιτσωμένο πάνω της. Μπορείτε να μην τη δεχτείτε. Αν δεν την κρατήσετε, αφήστε την κάτω στο ταμείο κι όποιου είναι θα ’ρθει να την πάρει».
Κι απομακρύνθηκε αφήνοντάς με να λύσω εγώ το μυστήριο και ν’ αποφασίσω αν θα την κρατούσα ή όχι.
“Λες να ’χει καμιά βόμβα”, αναρωτήθηκα και... την άνοιξα. Δεν έπεσα έξω, γιατί... περιείχε βιβλία του Ροθ! Και μια κάρτα που έγραφε:

Σας επέλεξα, γιατί διαβάζετε


Κοίταξα γύρω μου, μα δεν υπήρχε άλλος πελάτης εκτός από μένα! Λίγο περίεργο μου φάνηκε το σημείωμα. Μ’ επέλεξε για ποιο πράγμα; Μήπως για... τ’ αυτονόητο; Αλλά, γιατί δεν παρουσιάστηκε; Μου ’κανε το δώρο κι εξαφανίστηκε;
“Κάποιου του χαρίζανε γάιδαρο και τον κοίταζε στα δόντια”, σκέφτηκα και βαστώντας τη σακούλα στο χέρι, βγήκα απ’ το βιβλιοπωλείο. Η πρώτη μου σκέψη ήταν να μπω σ’ ένα Café, στη μεγάλη πλατεία. Δεν μπορεί, θα μ’ ακολουθούσε, αλλιώς για ποιο λόγο υποβλήθηκε στα έξοδα να μου κάνει το δώρο; Το περιστατικό, που στην αρχή με παραξένεψε, τώρα αποκτούσε ενδιαφέρον.
Έπινα τον καφέ αργά αργά κι είχα το νου μου στην πόρτα. Αλλά και πάλι δε συνέβη τίποτε. Ετοιμαζόμουν να φύγω, όταν είδα να ’ρχεται προς το μέρος μου ένας σερβιτόρος. Mου ’δωσε μία κάρτα που έγραφε:

Πάτε στην Αψίδα του Γαλερίου.
Σε είκοσι λεπτά, θα ’μαι εκεί!

Ο σερβιτόρος, όπως μου εξήγησε, δε γνώριζε τίποτε· είχε βρει το δίσκο με γραπτές οδηγίες κι ο καφές μου ήταν πληρωμένος! Αυτό σήμαινε ότι είχε μπει μες στο Café! Με την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο, ξεκίνησα για το σημείο του ραντεβού.
Ανέβηκα στην Εγνατία οδό κι έστριψα δεξιά. Ακολούθησα το πεζοδρόμιο κι έφτασα στο Ρωμαϊκό μνημείο στην ώρα μου. Διέσχισα κάθετα την Εγνατία και στάθηκα κάτω απ’ την επιβλητική Αψίδα. Στη μικρή πλατεία, θα έκοβαν βόλτες, πέρα δώθε, ίσαμε διακόσια άτομα. Ζευγάρια, μοναχικοί, περαστικοί. Το μυστήριο, όμως, συνεχίστηκε, γιατί ένας μικρός, που στήθηκε μπροστά μου ξαφνικά, μου έδωσε μια τρίτη κάρτα κι έφυγε τρέχοντας, χωρίς να προλάβω να τον ρωτήσω. Διάβασα:

Ξενοδοχείο…
Δωμάτιο 48

«Αυτό πολυπάει!» μονολόγησα. «Ταινία γυρίζουμε;» Έσκισα την κάρτα κι αποφάσισα να τα παρατήσω, γιατί δεν ήταν του γούστου μου αυτά τα πράγματα.

Σε δέκα λεπτά χτυπούσα την πόρτα του δωματίου 48. Μου άνοιξε ένα πανέμορφο κορίτσι!
«Δεν καταλαβαίνω!..» είπα μ’ έκπληξη.
«Μη βιάζεστε να βγάλετε συμπεράσματα!..»
«Εσείς με φέρατε ως εδώ, μ’ αυτόν τον… κάπως ανορθόδοξο τρόπο;»
«Περίπου!..» είπε και γέλασε.
«Τι υποδηλώνει αυτό το περίπου;..»
«Θα σας εξηγήσω. Αλλά περάστε μέσα».
Δε φαινόταν να ’ναι παραπάνω από δεκαοκτώ. Τουλάχιστον, δεν κινδύνευα και μπήκα στο δωμάτιο.
«Είστε;..»
«Όχι, δε φαίνεται;»
«Με συγχωρείτε, λάθος μου. Αλλά πάλι, εσείς μια κοπέλα...»
«Αν δε σας αρέσω, μπορείτε και τώρα να φύγετε αν θέλετε».
«Ώστε, ζητάτε από μένα... τ’ αυτονόητο;»
Κούνησε καταφατικά το κεφάλι της.
«Αύριο παντρεύομαι και, απόψε, οι κολλητές μου μου έκαναν δώρο το δωμάτιο, ολονύχτια κάλυψη... και σας! Υποτίθεται ότι γλεντάμε, κάπου, όλες μαζί! Τα πάντα οργανώθηκαν απ’ τις φίλες μου. Αν το σχέδιό τους πετύχαινε, θα μου τηλεφωνούσαν, μόλις σας έβλεπαν να μπαίνετε στο ξενοδοχείο. Αν όχι θα περνούσαμε τη νύχτα παρέα. Πώς σας κατάφεραν, δεν το ξέρω· αύριο θα το μάθω κι εγώ. Όλα ήταν στα χέρια της Τύχης, αλλά ποτέ δε φανταζόμουνα ότι θα ήταν τόσο καλή μαζί μου!»
Δε μου διευκρίνισε, γιατί προτίμησε να περάσει την τελευταία εργένικη βραδιά της μ’ αυτόν τον τρόπο, αντί να ξεσαλώσει σε κανένα κέντρο όπως συνηθιζόταν, αλλά δεν ήμουνα τόσο αγενής να τη ρωτήσω.
Στο μεταξύ, γυμνώθηκε και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Ήταν όμορφη, καλοφτιαγμένη και πολύ νέα! Έπεσα δίπλα της και κοιταχτήκαμε με αμηχανία. Τα μάτια της γυαλοκοπούσαν και μάλλον έτρεμε. Απ’ ό,τι κατάλαβα, περίμενε να κάνω την αρχή. Έβαλα απαλά την παλάμη μου πάνω της. Έκαιγε σαν άρρωστη!

Το πρωί την ξύπνησα νωρίς, επειδή έπρεπε να βιαστεί να επιστρέψει στο σπίτι της. Οι δικοί της θ’ ανησυχούσαν με το δίκιο τους και η κομμώτρια θα καθόταν σ’ αναμμένα κάρβουνα.
Ήθελε ξανά έρωτα και δεν της χάλασα το χατίρι. Ήταν η δική της μέρα! Φεύγοντας, μου ’γραψε και το τηλέφωνό της, για να επικοινωνήσουμε μετά το γάμο της. Μπορεί να γινόμασταν και φίλες!
__________________________ 

CG-G-02-01-7-42
© ΒΕΚ, 2016 
Απαγορεύεται, ρητά, η αντιγραφή κι αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρους του, μ' οποιοδήποτε τρόπο, αυτούσιου ή τροποποιημένου, χωρίς την έγκρισή μου [Ν.2121/1993 (25 Α΄)]


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου