Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2016

ΜΟΙΡΑΙΟ ΛΑΘΟΣ ΤΗΣ, ΤΟ

COMICOGRAFIMATA
G_ΨΗΦΙΔΕΣ

ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΛΑΜΠΗΔΟΝΕΣ

[ 46 ]  ΤΟ ΜΟΙΡΑΙΟ ΛΑΘΟΣ ΤΗΣ



Η σπαρακτική κραυγή της αντήχησε μες στ’ άδειο σπίτι.


Το μοιραίο λάθος της


"Δε θ’ αργήσω", του ’πε. Λίγο, να ’ριχνε μια ματιά στο πατρικό της και θα συνέχιζαν. Εκείνος θα την περίμενε στο αυτοκίνητο.
Η Τζένη καταγόταν απ’ το Κοτρώνι. Ψηλή, με μάτια αστρίτη που πετούσαν αστραπές. Όταν, στο πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου, έσερνε πρώτη το χορό, οι άντρες σταματούσαν και ν’ αναπνέουν ακόμη.
 Εκείνο το απόγευμα, επέστρεφαν με το φίλο της απ’ τη  Μελανή, μια απ' τις πολλές παραλίες του Κοτρωνίου. Έδειχνε τσατισμένη.
 
Κάτι με φοβίζει εδώ, σ' αυτήν την παραλία, της είπε ξαφνικά.
Εγώ εδώ μεγάλωσα, του αντιγύρισε, θυμωμένη.
― Τα Λούμπαρδα, έτσι δεν τα λέτε, μας κοιτάνε περίεργα, δεν το πρόσεξες;
Τρελλάθηκες;
Και γιατί δεν έχει κόσμο, Σαββατιάτικα;
Πάμε να φύγουμε, μου χάλασες τη διάθεση.

Λούμπαρδα, έτσι δεν τα λέτε
Καθώς βάδιζε, βιαστική, στο καλντερίμι που οδηγούσε στην παλιά της γειτονιά, ο γνώριμος χώρος την αντρείωσε και πήρε την απόφασή της. Σήμερα θα του το ’λεγε. Δεν τον αγαπούσε πλέον. Ο συνάδελφός της στο γραφείο, ήταν πιο αρρενωπός, την είχε παλαβώσει. Σπαρταρούσε σαν καμακωμένο ψάρι στην αγκαλιά του. Η καρδιά της, στη θύμησή του, άρχισε να χοροπηδάει σαν τρελή. Δεν έβλεπε την ώρα να ξημερώσει η Δευτέρα, για να τον συναντήσει, να νοιώσει πάνω της τα χέρια του. Αναστέναξε, κι ένας ερωτικός οίστρος την κατέλαβε

Με το μεγάλο φαγωμένο απ’ τη σκουριά κλειδί άνοιξε με δυσκολία τη σιδερένια αυλόπορτα. Διέσχισε την χορταριασμένη πλακόστρωτη αυλή και ξεκλείδωσε την ξύλινη εξώθυρα με τα σιδερένια δεσίματα. Ελαφρώς συγκινημένη, ανέβηκε ένα ένα τα φαρδιά σκαλιά, σταματώντας σε κάθε πονεμένο τρίξιμο των ξύλων. Απάνω, η αβέρτη σάλα, με τα πολλά παράθυρα, έχασκε εντελώς αδειανή. Αριστερά στο βάθος, το δωμάτιό της. Δεξιά, των γονιών της και του αδελφού της. Έσπρωξε την ταμπλαδωτή πόρτα της κάμαρας φοβισμένη. Είδε στη γωνία το σιδερένιο κρεβάτι της, στη βάση του το μπαούλο που φύλαγε τα ρούχα της, παρακεί τα σχολικά της βιβλία μες στην εσοχή του τοίχου. Να! Εκεί, στο ξύλινο περβάζι του παράθυρου, κουρνιασμένη, μελετούσε στο λιγοστό φως της λάμπας πετρελαίου που κρεμόταν στον τοίχο. Στη μεγάλη μυγδαλιά, απέναντι, στο ρημωμένο σπίτι, που τώρα ήταν κατάξερη, έβλεπε να εναλλάσσονται οι τέσσερις εποχές του χρόνου. Στα γερά κλωνάρια της, έδενε ο πατέρας της τη χοντρή τριχιά κι έκανε κούνια την Πρωτομαγιά και τ’ αγόρια κρύβονταν τριγύρω και κοίταζαν τα γυμνά της πόδια, καθώς ο αέρας σήκωνε το φουστανάκι της. Αισθάνθηκε έναν πικρό κόμπο στο λαιμό να την πνίγει. Δεν υπολόγιζε να νοιώσει τόσο άσχημα. Έτρεξε να βγει έξω. Πάνω στον πανικό της, ξέχασε την ετοιμόρροπη σκάλα. Αυτήν, που μικρή την ανεβοκατέβαινε τρέχοντας, αναρίθμητες φορές κάθε μέρα. Την τελευταία στιγμή, άκουσε τη φωνή της μάνας της, σαν τότε:
Μη Τζένη μου, πρόσεξε· θα σκοτωθείς καρδιά μου!
Ήταν όμως αργά. Πάτησε, με όλη της τη δύναμη, στο πρώτο σκαλοπάτι. Η σκάλα ξεπιάστηκε και βρόντησε, πέφτοντας στις χοντρές πλάκες του δαπέδου. Η σπαρακτική κραυγή της αντήχησε μες στ’ άδειο σπίτι.
Άααααα!!..
Όταν ο κουρνιαχτός καταλάγιασε, είδε από ψηλά το κορμί της ακίνητο. Ένα άλικο αυλάκι αίματος έκανε την εμφάνισή του πίσω απ’ το κεφάλι της.
Κρύωσε. Γύρισε και ζάρωσε στο παραγώνι, περιμένοντας τη μάνα της ν’ ανάψει τη φωτιά.



CG-G-02-01-1-46

©ΒΕΚ
__________________________________-
Απαγορεύεται, ρητά, η αντιγραφή κι αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρους του, μ' οποιοδήποτε τρόπο, αυτούσιου ή τροποποιημένου, χωρίς την έγκρισή μου [Ν.2121/1993 (25 Α΄)]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου