Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2016

ΘΩΜΑΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΘΩΜΑ

G_ΨΗΦΙΔΕΣ

[13]  ΘΩΜΑΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΘΩΜΑ


Είχε στον ώμο το όπλο γεμάτο και τη χειροβομβίδα στην τσέπη.


Θωμάς εναντίον Θωμά


ΣΤΟ ΥΨΩΜΑ, που διεκδικούσαν οι αντίπαλοι, χιόνιζε. Τη νύχτα, τα πυρά σταμάτησαν. Έπρεπε να ξεκουραστούν και τα όπλα, που πετούσαν φλόγες στα χέρια των στρατιωτών. Οι δύο στρατοί, πίσω απ’ τα χαρακώματα, αναπαύονταν. Μόνο οι φρουροί ξαγρυπνούσαν κι απ’ τις δύο πλευρές. Ο Θωμάς, ντυμένος βαριά με τη μακριά χλαίνη, ήταν ακούνητος στη σκοπιά του, γιατί η παραμικρή κίνηση
μπορεί να πρόδιδε τη θέση του. Κρύωνε, αλλά δεν τολμούσε να περπατήσει, να κινηθούν τα αίματά του, να ζεσταθεί το κορμί του. Είχε στον ώμο το όπλο γεμάτο και τη χειροβομβίδα στην τσέπη. Έπιανε το κρύο μέταλλο κι έπαιζε μαζί της για να περάσει η ώρα. Το αεράκι έφερνε τις χιονιές πάνω του και του πάγωναν τα μάγουλα. Στο βάθος του σκοταδιού, φανταζόταν τη θάλασσα να ρουφά με μανία την άμμο, που της στεκόταν εμπόδιο να σκαρφαλώσει στις πλαγιές του λόφου. Εκεί, που το καλοκαίρι ξάπλωναν τα κορίτσια και λιάζονταν. Το νιο κορμί αφυπνίστηκε στη θύμηση. Ήθελε να κουκουλωθεί με την κουβέρτα του και να ονειρευτεί!
Ήταν ώρα να τον αλλάξουν. Από κάτω φάνηκε ένα μικρό φως ν’ ανεβαίνει σιγά σιγά. Τρελοί ήταν; Έρχονταν με φανάρι; Θα τους εντόπιζαν σίγουρα, αν δεν το ’χαν, ήδη, κάνει. Οι βαθμοφόροι ήταν για δέσιμο! Δεν μπορούσε, όμως, να τους ειδοποιήσει.

Ο Χρήστος ξύπνησε απ’ τις φωνές του θαλαμοφύλακα.
«Ξύπνα, ρε μαλάκα, ο άλλος θα ’χει ξυλιάσει. Θες να βρούμε κανένα μπελά;»
Σηκώθηκε και ντύθηκε στο λεπτό. Έλεγξε τον οπλισμό του και βγήκε στο διάδρομο του χαρακώματος. Πώς θα τον βρω; Είναι πίσσα! είπε. Ξεκρέμασε μία λάμπα θυέλλης και ξεκίνησε για την κορυφή γονατιστός. Το χιόνι τον εμπόδιζε να κάνει γρήγορα κι όλο γλιστρούσε. Πού και πού στεκόταν ν’ ανασάνει. Με το ’να χέρι κρατούσε τη λάμπα και με το άλλο σκάλιζε. Το όπλο το φορούσε διαγώνια πάνω στο στήθος του.

Ο απέναντι φρουρός σάρωνε με τα κιάλια την πλαγιά.
«Για έλα δω, ρε Μήτσο. Τι βλέπεις;»
«Φως! Φως, που μετακινείται αργά».
«Τι να ’ναι; Πήγαινε να φωνάξεις το λοχαγό».
Ο λοχαγός ήρθε, όπως ήταν απ’ τον ύπνο. Ο φαντάρος δεν μπορούσε ν’ αποφασίσει μόνος του.
«Τι είδες, ρε Θωμά; Ελπίζω να είναι κάτι σημαντικό».
«Πάρτε τα κιάλια, κύριε λοχαγέ» είπε και του ’δειξε το σημείο που έπρεπε να εστιάσει.
Ο λοχαγός κοίταξε με πολύ προσοχή. Το χέρι του γύριζε μαλακά το μηχανισμό της εστίασης. Θέλει να φάει το κεφάλι του μουρμούρισε και κατέβασε τα κυάλια.
«Θωμά, σημάδεψε το φως κι όταν σταθεροποιηθεί, ρίξε»

Ο Χρήστος είχε φτάσει πολύ κοντά στη σκοπιά, αλλά αμέλησε να σβήσει τη λάμπα. ΄Ηταν περίπου δίπλα στο Θωμά, όταν εκείνος ούρλιαξε:
«Σβήσ’ την, ρε μαλάκααα!» και συγχρόνως ακούστηκε το πρώτο φονικό κρακ.
Η σφαίρα τον πέτυχε στην πλάτη. Τραντάχτηκε ολόκορμος και γκρεμίστηκε ακαριαία. H λάμπα θυέλλης του ’φυγε απ’ το χέρι και χτύπησε σε πέτρα. Το γυαλί έσπασε και το υγρό λαμπάδιασε κι άρχισε να καίει το χιόνι.
Ο Θωμάς είδε τη θέση της λάμψης και σήκωσε αστραπιαία το όπλο του.
Πίεσαν τη σκανδάλη ταυτόχρονα!
Λίγο πριν πεθάνει, είδε στην άμμο τεντωμένα τα κορμιά των κοριτσιών και τη ζωή που θράσευε ανάμεσα στα γυμνά τους μπούτια και χαμογέλασε. Το καλοκαίρι δεν ήταν μακριά κι εκείνος θα ’κοβε βόλτες, πέρα δώθε. Όλο και κάποια τους θα τσιμπούσε! Και μετά, ήξερε τι θα ’κανε, γιατί έγινε άντρας πια! Έπιασε στα χέρια του όπλο!


CG-G-02-01-13

©ΒΕΚ 22-11-16

Απαγορεύεται, ρητά, η αντιγραφή κι αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρους του, μ' οποιοδήποτε τρόπο, αυτούσιου ή τροποποιημένου, χωρίς την έγκρισή μου [Ν.2121/1993 (25 Α΄)]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου