Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

ΣΠΑΝΟΣ ΚΩΣΤΑΣ

G_ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ ΟΙΚΟΘΕΝ

ΛΑΡΙΣΑΙΟΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ ΚΑΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ



[ 36 ] ΣΠΑΝΟΣ ΚΩΣΤΑΣ

Κώστας Σπανός


ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ


Ο Κώστας Σπανός γεννήθηκε στη Δεσκάτη το 1943. Σπούδασε στην Παιδαγωγική Ακαδημία Θεσσαλονίκης και εργάστηκε στην Α/θμια Εκπαίδευση από το 1965 ως το 1997 (τα τελευταία 9 έτη ως Διευθυντής). Από το 1968 ασχολείται συστηματικά με την Ιστορία της Θεσσαλίας. Από το 1980 εκδίδει αδιαλείπτως το ιστορικό περιοδικό Θεσσαλικό Ημερολόγιο (στο εξής Θ.Η.). Έως το 2016 έχουν κυκλοφορήσει 70 τόμοι του Θ.Η.. Έχουν δημοσιευτεί περί τις 500 μελέτες και άρθρα του σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες όπως: Αιολικά Γράμματα, Διαγώνιος, Δάοχος, Έλευσις, Θεσσαλικό Ημερολόγιο, Λαρισαϊκά Γράμματα, Μακεδονικό Ημερολόγιο, Μακεδονική Ζωή, Περραιβία, Τρικαλινό Ημερολόγιο, κ.ά. (Ο κατάλογος θα συμπληρωθεί). Είναι μέλος του Ομίλου Φίλων της Θεσσαλικής Ιστορίας και της Ελληνικής Ονοματολογικής Εταιρείας. Έχει συμμετάσχει σε πολυάριθμα (υπέρ τα 100) επιστημονικά συνέδρια και ημερίδες με ανακοινώσεις, δίδαξε σε πολλά επιμορφωτικά σεμινάρια. Για τις γλωσσικές και λαογραφικές μελέτες τιμήθηκε: Το 1968 με έναν έπαινο και τα έτη 1971, 1977 με δύο βραβεία από το «Κέντρο Έρευνας της Ελληνικής Λαογραφίας» και τη «Γλωσσική Εταιρεία της Ακαδημίας». Το 1978 τιμήθηκε με έπαινο από τον «Κύκλο Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου». Το 2000 βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών και τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας Κωστή Στεφανόπουλο για την πολυετή ενασχόλησή του με τη Θεσσαλική Ιστορία και την έκδοση του Θ.Η.


ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ





«Συγκομιδή», Θεσσαλική Εστία, 1974, ποιήματα
«Η Περραιβία του 1858 κατά τον Leon Heuzey», Περραιβία, ανάτυπο, 1978, μετάφραση
«Επιγραφές και ενθυμήσεις από τα χωριά Στόμιο και Καρίτσα της Λάρισας», Περραιβία, ανάτυπο, 1979
«Κλέφτικα Θεσσαλικά τραγούδια», Θεσσαλική Φωνή, 1980
«Το κατάστιχο του Αγ. Αθανασίου της Ραψάνης 1778-1889», Θ.Η., 1982
«Δημοτικά τραγούδια της Δεσκάτης», ΕΜΟΔ, 1986
«Δημοτικά τραγούδια του χωριού Ανατολή της Αγιάς», Σύλλογος Ανατολιτών Αγ. Ιωάννης Πρόδρομος, 1986
«Fr. Hild- Joh Koder, Η Βυζαντινή Θεσσαλία», Θ.Η., ανάτυπο, συλλογικό με τους Δημ. Αγραφιώτη, Γ. Παρασκευά (μετάφραση), 1987
«Ενθυμήσεις και Επιγραφές από την περιοχή της Δεσκάτης 1585-1914», ΕΜΟΔ, 1991
«Οι Θεσσαλικοί οικισμοί...», Θ.Η., ανάτυπο, 1993
«Το Ιστορικό του εξηλεκτρισμού της Λάρισας 1914-1994», Ένωση Τεχνικών ΔΕΗ Τμ. Λάρισας, 1994
«Οι Θεσσαλικοί οικισμοί...», Θ.Η., ανάτυπο, 1995
«Τα μαστόρικα (Κουδαρίτικα) της Δεσκάτης», Σωματείο Οικοδόμων και συναφών επαγγελμάτων Δεσκάτης, 2000
«Οι Θεσσαλικοί οικισμοί στο Ιεροσολυμιτικό Κώδικα 509», Θ.Η., ανάτυπο, 2001
«Οι Θεσσαλικοί οικισμοί...», Θ.Η., ανάτυπο, 2003
«Άγνωστοι Θεσσαλοί κλεφταρματωλοί αγωνιστές κατά την επανάσταση του 1821», εκδ. Αντ. Σταμούλη, 2005
«Τα Πρακτικά της Εκκλησιαστικής και της Σχολικής Επιτροπής της Δεσκάτης», Δήμος Δεσκάτης, 2009
«Θεσσαλικές Ενθυμήσεις 1404-1881, Α΄», [αυτοέκδοση ???], 2011
«Θεσσαλικές Ενθυμήσεις 1404-1881, Β΄», [αυτοέκδοση ???], 2011
«Ιστορικά στοιχεία για τον οικισμό Αργύρι της Αργιθέας», Θ.Η., 2014

«Δώδεκα ανέκδοτες επιστολές της συντροφίας των Αμπελακίων 1787-1799», Θ.Η., ανάτυπο, 2015

η συλλογή στοιχείων συνεχίζεται...
________________________________________
© ΒΕΚ, 2016 
Απαγορεύεται, ρητά, η αντιγραφή κι αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρους του, μ' οποιοδήποτε τρόπο, αυτούσιου ή τροποποιημένου, χωρίς την έγκρισή μου [Ν.2121/1993 (25 Α΄)]

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

ΑΠΡΟΣΕΧΤΕΣ ΑΛΛΑ... SEXY 7: ΜΑΙΡΗ ΚΥΒΕΛΟΥ

ΑΠΡΟΣΕΧΤΕΣ ΑΛΛΑ... SEXY

[7] ΜΑΙΡΗ ΚΥΒΕΛΟΥ





Τα πλάνα είναι από την ταινία:"Δύο μοντέρνοι γλεντζέδες", της "Καραγιάννης Καρατζόπουλος ΟΕ", σε σενάριο Ναπολέοντα Ελευθερίου και σκηνοθεσία Γιώργου Παπακώστα (1971). Η όμορφη και προικισμένη ξανθιά Μαίρη Κυβέλου μας χαρίζει αυτό το στιγμιότυπο. Να 'ναι καλά!

CG-C-02-01-6-7

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2016

ΑΥΤΟΝΟΗΤΟ, ΤΟ

ΨΗΦΙΔΕΣ

ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΛΑΜΠΗΔΟΝΕΣ

[ 42 ]  ΤΟ... ΑΥΤΟΝΟΗΤΟ



Σε δέκα λεπτά χτυπούσα την πόρτα του δωματίου 48, ΤΟ ΑΥΤΟΝΟΗΤΟ


Το... αυτονόητο


ΒΡΑΔΑΚΙ και βρισκόμουν στο βιβλιοπωλείο που σύχναζα. Κρατούσα ένα βιβλίο και διάβαζα με αφοσίωση. Όπως ήταν φυσικό, δεν παρακολουθούσα τι συνέβαινε γύρω μου. Γι’ αυτό, όταν ήρθε και στάθηκε δίπλα μου η πωλήτρια ξαφνιάστηκα.
«Αυτή είναι για σας», είπε και μου έτεινε μια κλειστή χάρτινη σακούλα.
«Από ποιον, παρακαλώ;» ρώτησα με απορία.

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2016

ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΙ: ΤΖΕΖΑΪΡΛΙΔΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ

ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΙ ΚΟΜΙΞ ΚΑΙ ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΩΝ


[ 2 ]  ΤΖΕΖΑΪΡΛΙΔΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ



ΧΡΗΣΤΟΣ ΤΖΕΖΑΪΡΛΙΔΗΣ  ( ?-2009 )


Ονομάστηκε πολύ εύστοχα ο «γελοιογράφος της Λάρισας» κι αυτό γιατί επί 25 περίπου συναπτά χρόνια διασκέδαζε καθημερινά τους αναγνώστες της εφημερίδας της Λάρισας Ελευθερία με τις γελοιογραφίες του. Το τακτικό ραντεβού ήταν στην δεύτερη σελίδα της τοπικής εφημερίδας. Η συνεργασία του Χρήστου Τζεζαϊρλίδη με την Ελευθερία ξεκίνησε δειλά τη δεκαετία του ΄60 αλλά όχι σε συνεχή βάση. Ο Χρήστος

ΤΟ BLOG ΠΡΟΤΕΙΝΕΙ ΑΞΙΟΛΟΓΑ ΒΙΒΛΙΑ 23: ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ

ΤΟ BLOG ΠΡΟΤΕΙΝΕΙ ΒΙΒΛΙΑ ΚΑΙ ΚΟΜΙΞ

G_ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ ΟΙΚΟΘΕΝ


[ 23 ] ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ





CG-G-02-02-23


Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2016

ΜΟΙΡΑΙΟ ΛΑΘΟΣ ΤΗΣ, ΤΟ

COMICOGRAFIMATA
G_ΨΗΦΙΔΕΣ

ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΛΑΜΠΗΔΟΝΕΣ

[ 46 ]  ΤΟ ΜΟΙΡΑΙΟ ΛΑΘΟΣ ΤΗΣ



Η σπαρακτική κραυγή της αντήχησε μες στ’ άδειο σπίτι.


Το μοιραίο λάθος της


"Δε θ’ αργήσω", του ’πε. Λίγο, να ’ριχνε μια ματιά στο πατρικό της και θα συνέχιζαν. Εκείνος θα την περίμενε στο αυτοκίνητο.
Η Τζένη καταγόταν απ’ το Κοτρώνι. Ψηλή, με μάτια αστρίτη που πετούσαν αστραπές. Όταν, στο πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου, έσερνε πρώτη το χορό, οι άντρες σταματούσαν και ν’ αναπνέουν ακόμη.
 Εκείνο το απόγευμα, επέστρεφαν με το φίλο της απ’ τη  Μελανή, μια απ' τις πολλές παραλίες του Κοτρωνίου. Έδειχνε τσατισμένη.
 
Κάτι με φοβίζει εδώ, σ' αυτήν την παραλία, της είπε ξαφνικά.
Εγώ εδώ μεγάλωσα, του αντιγύρισε, θυμωμένη.
― Τα Λούμπαρδα, έτσι δεν τα λέτε, μας κοιτάνε περίεργα, δεν το πρόσεξες;
Τρελλάθηκες;
Και γιατί δεν έχει κόσμο, Σαββατιάτικα;
Πάμε να φύγουμε, μου χάλασες τη διάθεση.

Λούμπαρδα, έτσι δεν τα λέτε
Καθώς βάδιζε, βιαστική, στο καλντερίμι που οδηγούσε στην παλιά της γειτονιά, ο γνώριμος χώρος την αντρείωσε και πήρε την απόφασή της. Σήμερα θα του το ’λεγε. Δεν τον αγαπούσε πλέον. Ο συνάδελφός της στο γραφείο, ήταν πιο αρρενωπός, την είχε παλαβώσει. Σπαρταρούσε σαν καμακωμένο ψάρι στην αγκαλιά του. Η καρδιά της, στη θύμησή του, άρχισε να χοροπηδάει σαν τρελή. Δεν έβλεπε την ώρα να ξημερώσει η Δευτέρα, για να τον συναντήσει, να νοιώσει πάνω της τα χέρια του. Αναστέναξε, κι ένας ερωτικός οίστρος την κατέλαβε

Με το μεγάλο φαγωμένο απ’ τη σκουριά κλειδί άνοιξε με δυσκολία τη σιδερένια αυλόπορτα. Διέσχισε την χορταριασμένη πλακόστρωτη αυλή και ξεκλείδωσε την ξύλινη εξώθυρα με τα σιδερένια δεσίματα. Ελαφρώς συγκινημένη, ανέβηκε ένα ένα τα φαρδιά σκαλιά, σταματώντας σε κάθε πονεμένο τρίξιμο των ξύλων. Απάνω, η αβέρτη σάλα, με τα πολλά παράθυρα, έχασκε εντελώς αδειανή. Αριστερά στο βάθος, το δωμάτιό της. Δεξιά, των γονιών της και του αδελφού της. Έσπρωξε την ταμπλαδωτή πόρτα της κάμαρας φοβισμένη. Είδε στη γωνία το σιδερένιο κρεβάτι της, στη βάση του το μπαούλο που φύλαγε τα ρούχα της, παρακεί τα σχολικά της βιβλία μες στην εσοχή του τοίχου. Να! Εκεί, στο ξύλινο περβάζι του παράθυρου, κουρνιασμένη, μελετούσε στο λιγοστό φως της λάμπας πετρελαίου που κρεμόταν στον τοίχο. Στη μεγάλη μυγδαλιά, απέναντι, στο ρημωμένο σπίτι, που τώρα ήταν κατάξερη, έβλεπε να εναλλάσσονται οι τέσσερις εποχές του χρόνου. Στα γερά κλωνάρια της, έδενε ο πατέρας της τη χοντρή τριχιά κι έκανε κούνια την Πρωτομαγιά και τ’ αγόρια κρύβονταν τριγύρω και κοίταζαν τα γυμνά της πόδια, καθώς ο αέρας σήκωνε το φουστανάκι της. Αισθάνθηκε έναν πικρό κόμπο στο λαιμό να την πνίγει. Δεν υπολόγιζε να νοιώσει τόσο άσχημα. Έτρεξε να βγει έξω. Πάνω στον πανικό της, ξέχασε την ετοιμόρροπη σκάλα. Αυτήν, που μικρή την ανεβοκατέβαινε τρέχοντας, αναρίθμητες φορές κάθε μέρα. Την τελευταία στιγμή, άκουσε τη φωνή της μάνας της, σαν τότε:
Μη Τζένη μου, πρόσεξε· θα σκοτωθείς καρδιά μου!
Ήταν όμως αργά. Πάτησε, με όλη της τη δύναμη, στο πρώτο σκαλοπάτι. Η σκάλα ξεπιάστηκε και βρόντησε, πέφτοντας στις χοντρές πλάκες του δαπέδου. Η σπαρακτική κραυγή της αντήχησε μες στ’ άδειο σπίτι.
Άααααα!!..
Όταν ο κουρνιαχτός καταλάγιασε, είδε από ψηλά το κορμί της ακίνητο. Ένα άλικο αυλάκι αίματος έκανε την εμφάνισή του πίσω απ’ το κεφάλι της.
Κρύωσε. Γύρισε και ζάρωσε στο παραγώνι, περιμένοντας τη μάνα της ν’ ανάψει τη φωτιά.



CG-G-02-01-1-46

©ΒΕΚ
__________________________________-
Απαγορεύεται, ρητά, η αντιγραφή κι αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρους του, μ' οποιοδήποτε τρόπο, αυτούσιου ή τροποποιημένου, χωρίς την έγκρισή μου [Ν.2121/1993 (25 Α΄)]

ΤΑΙΝΙΑ ΤΩΝ ΚΟΜΙΞ #19,20,21: ΚΟΜΙΞ ΔΑΣΚΑΛΕ;

Η ΤΑΙΝΙΑ ΤΩΝ ΚΟΜΙΞ

ΠΛΑΝΟ #19, 20, 21

- Εικονίτσες, εικονίτσες...


- Κι από κάτω λογάκια, λογάκια...


- Κόμιξ, δάσκαλε;
Τα τρία πλάνα είναι από την κινηματογραφική ταινία: "Ο Στρατής παραστράτησε",  που σκηνοθέτησε ο Κώστας Καραγιάννης, σε σενάριο των: Κώστα Πρετεντέρη και Ασημάκη Γιαλαμά (1969). Φαίνονται οι : Ντίνος Ηλιόπουλος και Δήμος Σταρένιος στον περίφημο διάλογο, τον καιρό που τα κόμιξ τελούσαν υπό διωγμόν απ' τον πνευματικό κόσμο της χώρας.

CG-G-02-02-2-19,20,21

ΘΩΜΑΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΘΩΜΑ

G_ΨΗΦΙΔΕΣ

[13]  ΘΩΜΑΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΘΩΜΑ


Είχε στον ώμο το όπλο γεμάτο και τη χειροβομβίδα στην τσέπη.


Θωμάς εναντίον Θωμά


ΣΤΟ ΥΨΩΜΑ, που διεκδικούσαν οι αντίπαλοι, χιόνιζε. Τη νύχτα, τα πυρά σταμάτησαν. Έπρεπε να ξεκουραστούν και τα όπλα, που πετούσαν φλόγες στα χέρια των στρατιωτών. Οι δύο στρατοί, πίσω απ’ τα χαρακώματα, αναπαύονταν. Μόνο οι φρουροί ξαγρυπνούσαν κι απ’ τις δύο πλευρές. Ο Θωμάς, ντυμένος βαριά με τη μακριά χλαίνη, ήταν ακούνητος στη σκοπιά του, γιατί η παραμικρή κίνηση μπορεί να πρόδιδε τη θέση του. Κρύωνε, αλλά δεν τολμούσε να περπατήσει, να κινηθούν τα αίματά του, να ζεσταθεί το κορμί του. Είχε στον ώμο το όπλο γεμάτο και τη χειροβομβίδα στην τσέπη. Έπιανε το κρύο μέταλλο κι έπαιζε μαζί της για να περάσει η ώρα. Το αεράκι έφερνε τις χιονιές πάνω του και του πάγωναν τα μάγουλα. Στο βάθος του σκοταδιού, φανταζόταν τη θάλασσα να ρουφά με μανία την άμμο, που της στεκόταν εμπόδιο να σκαρφαλώσει στις πλαγιές του λόφου. Εκεί, που το καλοκαίρι ξάπλωναν τα κορίτσια και λιάζονταν. Το νιο κορμί αφυπνίστηκε στη θύμηση. Ήθελε να κουκουλωθεί με την κουβέρτα του και να ονειρευτεί!
Ήταν ώρα να τον αλλάξουν. Από κάτω φάνηκε ένα μικρό φως ν’ ανεβαίνει σιγά σιγά. Τρελοί ήταν; Έρχονταν με φανάρι; Θα τους εντόπιζαν σίγουρα, αν δεν το ’χαν, ήδη, κάνει. Οι βαθμοφόροι ήταν για δέσιμο! Δεν μπορούσε, όμως, να τους ειδοποιήσει.

Ο Χρήστος ξύπνησε απ’ τις φωνές του θαλαμοφύλακα.
«Ξύπνα, ρε μαλάκα, ο άλλος θα ’χει ξυλιάσει. Θες να βρούμε κανένα μπελά;»
Σηκώθηκε και ντύθηκε στο λεπτό. Έλεγξε τον οπλισμό του και βγήκε στο διάδρομο του χαρακώματος. Πώς θα τον βρω; Είναι πίσσα! είπε. Ξεκρέμασε μία λάμπα θυέλλης και ξεκίνησε για την κορυφή γονατιστός. Το χιόνι τον εμπόδιζε να κάνει γρήγορα κι όλο γλιστρούσε. Πού και πού στεκόταν ν’ ανασάνει. Με το ’να χέρι κρατούσε τη λάμπα και με το άλλο σκάλιζε. Το όπλο το φορούσε διαγώνια πάνω στο στήθος του.

Ο απέναντι φρουρός σάρωνε με τα κιάλια την πλαγιά.
«Για έλα δω, ρε Μήτσο. Τι βλέπεις;»
«Φως! Φως, που μετακινείται αργά».
«Τι να ’ναι; Πήγαινε να φωνάξεις το λοχαγό».
Ο λοχαγός ήρθε, όπως ήταν απ’ τον ύπνο. Ο φαντάρος δεν μπορούσε ν’ αποφασίσει μόνος του.
«Τι είδες, ρε Θωμά; Ελπίζω να είναι κάτι σημαντικό».
«Πάρτε τα κιάλια, κύριε λοχαγέ» είπε και του ’δειξε το σημείο που έπρεπε να εστιάσει.
Ο λοχαγός κοίταξε με πολύ προσοχή. Το χέρι του γύριζε μαλακά το μηχανισμό της εστίασης. Θέλει να φάει το κεφάλι του μουρμούρισε και κατέβασε τα κυάλια.
«Θωμά, σημάδεψε το φως κι όταν σταθεροποιηθεί, ρίξε»

Ο Χρήστος είχε φτάσει πολύ κοντά στη σκοπιά, αλλά αμέλησε να σβήσει τη λάμπα. ΄Ηταν περίπου δίπλα στο Θωμά, όταν εκείνος ούρλιαξε:
«Σβήσ’ την, ρε μαλάκααα!» και συγχρόνως ακούστηκε το πρώτο φονικό κρακ.
Η σφαίρα τον πέτυχε στην πλάτη. Τραντάχτηκε ολόκορμος και γκρεμίστηκε ακαριαία. H λάμπα θυέλλης του ’φυγε απ’ το χέρι και χτύπησε σε πέτρα. Το γυαλί έσπασε και το υγρό λαμπάδιασε κι άρχισε να καίει το χιόνι.
Ο Θωμάς είδε τη θέση της λάμψης και σήκωσε αστραπιαία το όπλο του.
Πίεσαν τη σκανδάλη ταυτόχρονα!
Λίγο πριν πεθάνει, είδε στην άμμο τεντωμένα τα κορμιά των κοριτσιών και τη ζωή που θράσευε ανάμεσα στα γυμνά τους μπούτια και χαμογέλασε. Το καλοκαίρι δεν ήταν μακριά κι εκείνος θα ’κοβε βόλτες, πέρα δώθε. Όλο και κάποια τους θα τσιμπούσε! Και μετά, ήξερε τι θα ’κανε, γιατί έγινε άντρας πια! Έπιασε στα χέρια του όπλο!


CG-G-02-01-13

©ΒΕΚ 22-11-16

Απαγορεύεται, ρητά, η αντιγραφή κι αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρους του, μ' οποιοδήποτε τρόπο, αυτούσιου ή τροποποιημένου, χωρίς την έγκρισή μου [Ν.2121/1993 (25 Α΄)]

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2016

ΤΟ BLOG ΠΡΟΤΕΙΝΕΙ ΒΙΒΛΙΑ 22: ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΣΤΟ ΧΙΟΝΙ, ΤΑ

ΤΟ BLOG ΠΡΟΤΕΙΝΕΙ ΒΙΒΛΙΑ ΚΑΙ ΚΟΜΙΞ

G_ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ ΟΙΚΟΘΕΝ


[ 22 ] ΤΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΣΤΟ ΧΙΟΝΙ

http://comicografimata.blogspot.gr/2015/02/blog-post_17.html



ΔΕΙΤΕ ΕΚΤΕΤΑΜΕΝΗ ΑΝΑΛΥΣΗ:

http://comicografimata.blogspot.gr/2015/02/blog-post_17.html


CG-G-02-02-22

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

ΣΩΜΑ ΜΕ ΣΩΜΑ

G_ΨΗΦΙΔΕΣ


[ 12 ]  ΣΩΜΑ ΜΕ ΣΩΜΑ


Οι Άλλοι είχαν περάσει στην αντεπίθεση και ορμούσαν ακάθεκτοι

Σώμα με σώμα


ΚΑΤΑΚΑΛΟΚΑΙΡΟ· περασμένο μεσημέρι. Ανέβηκαν στο ύψωμα, που βρισκόταν κοντά στο χωριό, με τα πόδια. Ένα πευκοδάσος απλωνόταν και κάλυπτε τα ψηλώματα της χωμάτινης έξαρσης. Κυνηγήθηκαν στην κατηφοριά. Δεν υπήρχε ψυχή και αγαπήθηκαν ’πάνω στα ξερά χορτάρια, σ’ ένα κούφωμα της πλαγιάς, που ’μοιαζε με παλιό χαράκωμα. Ύστερα, η κοπέλα χορτασμένη ακούμπησε το κεφάλι της στα γόνατά του κι αποκοιμήθηκε.
Οι ακτίνες του ήλιου, που περνούσαν απ’ τ’ ανοίγματα των δέντρων, έμοιαζαν με γιγαντιαία φωτεινά πόδια που ανέβαιναν στην ανηφόρα, καθώς το άστρο μετακινούνταν στον ουρανό, γέρνοντας στην απομέσα πλευρά του λόφο.Πιο κάτω, πίσω απ’ τα βράχια, Εκείνοι είχαν στήσει τα πολυβόλα. Οι χειριστές τους σκέφτονταν ότι δε θα ’πρεπε να είχαν μείνει πολλοί απ’ τους Άλλους. Το πολύ πολύ καμιά ξεχασμένη σκοπιά κι αυτή έτοιμη να τα εγκαταλείψει, μόλις εκδηλωνόταν η τελική επίθεση.
Το κορίτσι τινάχτηκε· μια ηλιαχτίδα την πέτυχε τα μάτια και, όπως ανακλαδίστηκε, άστραψαν τα κάτασπρα μπούτια σαν κάννη καλολαδωμένου όπλου.
Ο σκοπός είδε κάτι να λάμπει στην πλαγιά και ρώτησε τον ανθυπολοχαγό. Εκείνος τον διέταξε να ρίξει· έτσι κι αλλιώς σε λίγο θα ξεκινούσαν. Το πολυβόλο τερέρισε και γάζωσε το ύψωμα εκεί που ήταν ξαπλωμένοι. Οι σφαίρες έσκαψαν τις πευκοβελόνες μπροστά τους. Χώματα τους έλουσαν και προσπάθησαν να κρυφτούν μες στην τρύπα. Με την επιστροφή, όμως, της κάννης, η ριπή τούς έκοψε στη μέση. Ύστερα, ακολούθησε απόλυτη ησυχία. Οι δυο τους ήταν πεσμένοι στο έδαφος, ακίνητοι.
Εκείνοι κάρφωσαν τη σημαία τους στο σημείο, αλαλάζοντας. Τους κλώτσησαν.
–Είναι νεκροί, άστε τους, είπαν κι έκαναν προς την κορφή.
Απ’ την απέναντι ράχη ετοιμάστηκαν να δουν το πρώτο κεφάλι να ξεπροβάλλει. Είχαν ακούσει τους πυροβολισμούς. Μόνο ο σκοπός έκανε το σταυρό του. Γνωστοί του ήταν και τους άφησαν να σκοτωθούν! Γαμώ τα γαλόνια τους! Τα δάκτυλα είχαν μουδιάσει στις σκανδάλες των όπλων, τα μάτια κουράστηκαν να κοιτούν στα κλισιοσκόπια. Όμως, περίμεναν με υπομονή, όπως ο κυνηγός το πουλί να καθίσει στο κλαρί. Το «Ύψωμα 237» είχε στρατηγική σημασία και δεν έπρεπε να πέσει στα χέρια Εκείνων.
Εκείνοι έκαναν δύο χοντρά λάθη. Πρώτον, πίστεψαν ότι οι Άλλοι υποχώρησαν και δεύτερον δεν υπολόγισαν τη νέα θέση του Ήλιου. Μόλις βγήκαν στην κορυφή, σήκωσαν αντανακλαστικά τα χέρια να προφυλάξουν τα μάτια, απ’ το άπλετο φως που δέχτηκαν. Τα δευτερόλεπτα αποδείχτηκαν μοιραία. Οι σφαίρες των Άλλων τους θέρισαν. Γέμισε η κορυφογραμμή πτώματα. Εκείνοι που σώθηκαν υποχώρησαν άτακτα, στις θέσεις που κατείχαν πριν την επίθεση.
Τους ποδοπάτησαν άγρια περνώντας από πάνω τους και λούφαξαν πίσω απ’ τα βράχια λαχανιασμένοι. Έγιναν ένα με το χώμα.
Την επόμενη στιγμή, ακούστηκε το κροτάλισμα των πολυβόλων κι απ’ τις δυο μεριές. Οι κορμοί των πεύκων γέμισαν σφαίρες. Οι Άλλοι είχαν περάσει στην αντεπίθεση και ορμούσαν ακάθεκτοι στην πλαγιά. Εκείνοι βγήκαν για να τους αντιμετωπίσουν σε μια μάχη σώμα με σώμα. Φωνές θανάτου αντικατέστησαν τους πυροβολισμούς. Οι ξιφολόγχες ξέσχιζαν χωρίς σταματημό ανθρώπινες σάρκες.
Σήκωσε το κεφάλι του ανήσυχος· νεκρική ησυχία, ακόμη και τα πουλιά κοιμούνταν. Είχε δει στον ύπνο του πως πέθανε!
− Ζω!.. Είν’ ωραία να ζεις! είπε ευτυχισμένος και τραβώντας της το φόρεμά βύθισε το δάχτυλο μέσα της και το στριφογύρισε. Το κορίτσι έβγαλε μια γλυκιά φωνή σα ένιωσε το μαχαίρωμα.
Γέλασε βραχνά και τον καβάλησε. Σε λίγο ακούγονταν δυνατά πλαταγίσματα απ’ τα σώματα που πάλευαν ειρηνικά.

Ένας δρυοκολάπτης από πάνω τους, που χτυπούσε με τη μύτη του ρυθμικά τα κλαδιά το ένα μετά το άλλο, αλλά εύρισκε μόνο μολύβι σφηνωμένο, πέταξε απογοητευμένος αφήνοντάς τους απόλυτους κυρίαρχους του «Υψώματος 237». 

________________________________________
Η φωτογραφία από δω:



CG-G-02-01-12

©ΒΕΚ 22-11-16


Απαγορεύεται, ρητά, η αντιγραφή κι αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρους του, μ' οποιοδήποτε τρόπο, αυτούσιου ή τροποποιημένου, χωρίς την έγκρισή μου [Ν.2121/1993 (25 Α΄)]

ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΥ ΕΛΕΝΗ

G_ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ ΟΙΚΟΘΕΝ

ΛΑΡΙΣΑΙΟΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ ΚΑΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ



[ 35 ] ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΥ ΕΛΕΝΗ


Ελένη Αναστασοπούλου



ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ


Η Ελένη Αναστασοπούλου γεννήθηκε στο Αργυροπούλι. Σπούδασε παιδαγωγικά στο Α.Π.Θ. και είναι κάτοχος δύο μεταπτυχιακών τίτλων. Στη "Διδακτική και Ψυχολογική Μεθοδολογία της Εκπαίδευσης" και στην "Οργάνωση και Διοίκηση στην Εκπαίδευση". Είναι Νηπιαγωγός. Διετέλεσε Προϊσταμένη, υπεύθυνη σχολικών δραστηριοτήτων, Σχολική Σύμβουλος Προσχολικής Αγωγής στην Καστοριά, εκπαιδεύτρια στο 1ο Δημόσιο ΙΕΚ Λάρισας και το ΠΕΚ Κοζάνης. Σήμερα είναι Διευθύντρια της Περιφερειακής Διεύθυνσης Εκπαίδευσης Θεσσαλίας. Παράλληλα έχει κοινωνική και πολιτική δράση, συμμετέχοντας σε Κινήσεις Πολιτών και ως συνδικαλίστρια, ενώ διετέλεσε και Νομαρχιακή Σύμβουλος. Γνωρίζει τρεις ξένες γλώσσες: αγγλικά, ιταλικά και ισπανικά. Κείμενά της έχουν δημοσιευτεί σε διαδικτυακές ιστοσελίδες. Ζει και δραστηριοποιείται στη Λάρισα.


ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ




«Οδός δημιουργικής γραφής», Οσελότος, 2012, συμμετοχή σε συλλογικό έργο με 8 διηγήματα
«Σκοτωμένο νερό», Γαβρηιλίδης, 2013, διηγήματα
«Το μυστικό της Ερασμίας και του Έραλντ», Διάπλους, 2014, παιδικό
«Δυσσάκος», Γαβρηιλίδης, 2015, μυθιστόρημα
«Ο Μπαμπαγιούμ και οι καραμέλες», Διάπλους, 2016, παιδικό
«Το σανταλάκι», Διάπλους, 2016, παιδικό

CG-G-02-02-7-35
η συλλογή στοιχείων συνεχίζεται....
________________________________________ 
© ΒΕΚ, 2016
Απαγορεύεται, ρητά, η αντιγραφή κι αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρους του, μ' οποιοδήποτε τρόπο, αυτούσιου ή τροποποιημένου, χωρίς την έγκρισή μου [Ν.2121/1993 (25 Α΄)]


Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2016

ΦΥΓΗ ΣΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ


COMICOGRAFIMATA
G_ΨΗΦΙΔΕΣ

ΛΑΜΠΗΔΟΝΕΣ

[ 11 ] ΦΥΓΗ ΣΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ

...έγειρε πίσω, λυγίζοντας τα γόνατα κι έμεινε να κοιτά με απορία τον ουρανό. 

 Φυγή στο άγνωστο




ΤΟ ΚΡΥΟ ΔΡΙΜΥΤΑΤΟ και το χιόνι έπεφτε αδιάλειπτα. Ήταν, ωστόσο, βαριά ντυμένος. Η χλαίνη τον κάλυπτε ολόκληρο και το κράνος τον προφύλασσε απ’ τις χιονονιφάδες, που χοροπηδούσαν γύρω του και του εμπόδιζαν την ορατότητα. Το όπλο, στο χέρι του, γεμάτο. Οι παλάσκες, στη ζώνη, τίγκα στις σφαίρες. Ακούστηκε, στο ράδιο αρβύλα, ότι οι Άλλοι είχαν πλησιάσει στις θέσεις τους. Κι απόψε, η βραδιά ήταν ιδανική να προωθηθούν στα ενδότερα. Γι’ αυτό είχαν βάλει επί πλέον σκοπιές, μην αιφνιδιαστούν.  
  Το στρατόπεδο βρισκόταν κοντά στο ποτάμι κι ολόγυρα απλωνόταν απέραντη πεδιάδα. Επισφαλής οχυρωματική θέση, το καταλάβαινε κι ο ίδιος. Ποιοι άσχετοι γαλονάδες την είχαν σχεδιάσει; Οι Άλλοι μπορούσαν να επιτεθούν από οπουδήποτε και να τους ρίξουν στα λασπωμένα και βρώμικα νερά του χείμαρρου. 
Φύλαγε απ’ τη μεριά της σιδηροδρομικής γραμμής και σάρωνε με το βλέμμα του τη δεντροστοιχία με τις λεύκες. Κατουριόταν, αλλά με τα τόσα που φόραγε το ξέχασε αμέσως.
Το τραίνο ακούστηκε από μακριά που ’ρχόταν ολοταχώς και σε λίγο φάνηκαν τα δυνατά του φώτα. Ήταν μακρύ· βαρέθηκε να βλέπει τα βαγόνια του να εναλλάσσονται μπροστά στα μάτια του. Διέκρινε και κεφάλια. Άντρες και γυναίκες. Οι άντρες θα κοιτούσαν, με τρόπο, τις γάμπες των γυναικών και κείνες θα κρυφοχαίρονταν, στο προαιώνιο παιχνίδι της ζωής.
Περνώντας και το τελευταίο βαγόνι, το ακολούθησε με το βλέμμα του, στρέφοντας το κεφάλι, σα να ήθελε ν’ αποδράσει μαζί του στο άγνωστο. Δεν τον ένοιαζε ο τελικός προορισμός, μόνο να ’φευγε από κει! Για ελάχιστα, όμως μοιραία, δευτερόλεπτα αφαιρέθηκε. Ο Απέναντι, που τον είχε χρεωμένο και τον σημάδευε, ανασηκώθηκε και το Μάνλιχερ γάβγισε.  
Τον είδε στο τελευταίο κλάσμα του προσωπικού του χρόνου. Ολόιδιος του φάνηκε, λες κι ήταν ο δίδυμος αδελφός του. Το φονικό κρακ δεν το άκουσε ποτέ. Μόνο, έγειρε πίσω, λυγίζοντας τα γόνατα κι έμεινε να κοιτά με απορία τον ουρανό. Το άγνωστο.  
“Ας είναι κι έτσι” σκέφτηκε και βούλιαξε στο χιόνι.

________________________________

CG-G-02-01-11

©ΒΕΚ 21-11-16
Απαγορεύεται, ρητά, η αντιγραφή κι αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρους του, μ' οποιοδήποτε τρόπο, αυτούσιου ή τροποποιημένου, χωρίς την έγκρισή μου [Ν.2121/1993 (25 Α΄)]


ΑΝΗΚΕΣΤΗ ΒΛΑΒΗ

G_ΨΗΦΙΔΕΣ

ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΛΑΜΠΗΔΟΝΕΣ


[ 41 ] Ανήκεστη βλάβη


Η φούστα της, καθώς ξαφνική σπιλιάδα φύσηξε, φτερούγισε


ΑΝΗΚΕΣΤΗ ΒΛΑΒΗ

Η φούστα της,
καθώς ξαφνική σπιλιάδα φύσηξε,
φτερούγισε
και μια πλεχτή πουά βούλα
σκάλωσε
στο ξεσκλίδι της καρέκλας·
σύγκαιρα
μια λεπτή άσπρη κλωστίτσα
ανέμισε.

Την ούγια
ανασήκωσε να δει κι άθελα
μού φανέρωσε
το κρυφό του μηρού γυμνό
λήγωμα
πάνω απ’ το βαθύ σφίξιμο
της κάλτσας

Η ζημιά διορθώνεται
είπε

Του ματιού μου όχι
μουρμούρισα




CG-G-02-01-1-41

©ΒΕΚ 20-11-16

Απαγορεύεται, ρητά, η αντιγραφή κι αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρους του, μ' οποιοδήποτε τρόπο, αυτούσιου ή τροποποιημένου, χωρίς την έγκρισή μου [Ν.2121/1993 (25 Α΄)]

Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2016

VACANZE FATALI

VACANZE FATALI



Τίτλος: VACANZE FATALI

Δημιουργός: Vittorio Giardino
Εκδοτική: Rizzoli Lizard
Πρώτη έκδοση: Οκτώβριος 2009
Τεύχη: 1
Σελίδες: 96
Διαστάσεις: 21,5x28,5
Χρώμα: Έγχρωμο
Τιμή: 19,50 €
ISBN: 978-88-17-03670-2


ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

Το άλμπουμ περιέχει έξη ιστορίες με τους τίτλους:

ΤΟ BLOG ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΤΩΡΑ...3: ΣΤΙΧΟΙ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗΣ

G_ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ ΟΙΚΟΘΕΝ

ΤΟ BLOG ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΤΩΡΑ...3

...ΓΙΑΤΙ ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΠΙΘΑΝΑ!




Αρχή ανάγνωσης 12-11-2016
Τέλος ανάγνωσης 22-11-2016


CG-G-02-02-12-3

Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2016

ΦΟΒΕΡΑ ΧΑΣΤΟΥΚΙΑ 13: ΜΟΣΧΟΝΑ-ΒΕΓΓΟΣ

C_ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ 

ΓΕΝΙΚΑ

ΤΑ ΦΟΒΕΡΑ ΧΑΣΤΟΥΚΙΑ

[ 13 ]  ΒΕΓΓΟΣ-ΜΠΕΤΥ ΜΟΣΧΟΝΑ



Το πλάνο είναι από την ταινία: "Πολυτεχνίτης και ερημοσπίτης", σε σκηνοθεσία Αλέκου Σακελλάριου, σενάριο του ιδίου και του Χρ. Γιαννακόπουλου, της "Ι. Καρατζόπουλος και Σια", (1963), όπου ο Θανάσης Βέγγος τρώει ένα ανάποδο χαστούκι από τη Μπέτυ Μοσχονά, κατά λάθος, εξεπίτηδες! Οι διάλογοι είναι φοβεροί και η Μοσχονά σ' έναν αξεπέραστο ρόλο γυναίκας-μάγκα.

CG-C-02-01-4-13