Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2016

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΩΝ ΚΟΜΙΚΣ

COMICOGRAFIMATA
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
ΟΙΚΟΘΕΝ

εκδόσεις

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΩΝ ΚΟΜΙΚΣ









ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ (*)





Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΩΝ ΚΟΜΙΞ





1.1    Σημασιολογικές αναδιφήσεις

Η ΜΕΛΕΤΗ θα ’χει ως πρωταρχικούς στόχους την ανεύρεση των, επί μέρους,  τ ύ π ω ν1  των κόμιξ (*), των  θ ε μ α τ ι κ ώ ν  κ α τ η γ ο ρ ι ώ ν2  των  έ ν τ υ π ω ν  κόμιξ, μέσ’ από μια συνοπτική ιστορική καταγραφή αυτών των εκδόσεων στη χώρα μας και τη διερεύνηση διαφόρων  θ ε ω ρ η τ ι κ ώ ν  ζητημάτων. Ως  κ ό μ ι κ,  σήμερα, θεωρείται μόνο το προϊόν της τυπογραφικής τέχνης, δηλαδή το μικρό ή μεγάλο περιοδικό, το άλμπουμ, το λεύκωμα, το βιβλίο, κ.λπ. κι όχι αυτό καθαυτό το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Η εργασία αυτή, εκλαμβάνει τα κόμιξ ως: το δημιούργημα της συνδυασμένης έκφρασης, μέσω των
τεχνικών της Ζωγραφικής και της Γραφής, με σκοπό την αφήγηση δι’ εικόνων και κειμένων, οπουδήποτε κι αν αποτυπώνεται. Ο κύκλος, που εμπεριέχει όλα τα έργα αυτής της τεχνοτροπίας, καλύπτει μία αρκετά μεγάλη περιοχή των ανθρώπινων δραστηριοτήτων και τα τυπωμένα κόμιξ αποτελούν ένα μέρος του. Η επιφάνεια του κύκλου είναι το πεδίο  α ν α φ ο ρ ά ς  και πιο συγκεκριμένα το  υ π ε ρ σ ύ ν ο λ ο  α ν α φ ο ρ ά ς  των εντύπων κι άλλων στοιχείων, που θα συμπεριληφθούν στην έρευνα και τα οποία αναγκαστικά θα διαμορφώσουν τα όποια συμπεράσματα. Η περιφέρεια του  κ ύ κ λ ο υ  τ ω ν  κ ό μ ι ξ  [δες σχέδιο παραρτήματος] δεν έχει μέχρι σήμερα οριοθετηθεί επακριβώς, ώστε ν’ αγκαλιάσει, ως περιβάλλουσα, τις διακριτές έντυπες εκδόσεις κόμιξ ή άλλου συνώνυμου ή παρεμφερούς τίτλου (κόμικς, εικονογραφημένα, κ.ά.), καθώς και κάθε άλλο στοιχείο που κατά το σκεπτικό της μελέτης είναι κόμικ.
Πρώτος λόγος είναι η μη προσηκόντως αιτιολογημένη προσπάθεια εξοβελισμού κάθε  μ η  έ ν τ υ π η ς  μορφής κόμιξ, των αρχέτυπων του είδους, αρχής γενομένης απ’ τα άτεχνα σκαλίσματα των προϊστορικών ανθρώπων στους βράχους των σπηλαίων που διέμεναν, μέχρι τις χειροποίητες ζωγραφικές απεικονίσεις, πάνω στους μοναστηριακούς κώδικες, τις περγαμηνές και τους παπύρους!
Το προβαλλόμενο επιχείρημα, πως υπάρχει δυσκολία πρόσβασης, κάθε ενδιαφερόμενου, στα πρωτότυπα σχεδιάσματα, επειδή δεν υπάρχουν διαθέσιμα αντίγραφά τους, δεν αφορά στην ουσία του πράγματος, ώστε μία παράσταση να απολέσει, γι’ αυτό το γεγονός και μόνο, το χαρακτηρισμό της ως εικονογραφημένης διήγησης. Όσοι ενδιαφέρονται ή διαθέτουν πνεύμα ανήσυχο, έχουν δει θρησκευτικές απεικονίσεις τύπου κόμιξ στα λίγα, όντως, βιβλία που κυκλοφορούν στο εμπόριο, είτε στις Βιβλιοθήκες των Μονών, που επισκέπτονται. Αντιπαρέρχομαι το επιχείρημα ότι δεν έχει τη δυνατότητα κανείς να τ’ απολαύσει ξεφυλλίζοντάς τα στο κρεβάτι του, γιατί μ’ αυτή τη λογική ακόμη κι οι τεράστιες εκδόσεις: Περιπέτειες του Λούθερ Ακράιτ3, και Van Gogh και ο μεγάλος Γέροντας Βαρσανούφιος4 δε θα ήταν κόμιξ! Τα καλλιτεχνήματα έχουν την ίδια ονομασία, όπου κι αν βρίσκονται. Ιστορικά, η μη έντυπη μορφή αφήγησης με διαδοχικές εικόνες,  π ρ ο η γ ή θ η κ ε  της τυπωμένης· όπως την αντιλαμβάνεται ο άνθρωπος μετά την εφεύρεση της Τυπογραφίας απ’ τον Γουτεμβέργιο (1455). Ο Αιγυπτιακός  Π ά π υ ρ ο ς  τ ο υ  Α ν ι,
(1240 π.Χ.), με τις πανέμορφες, έγχρωμες απεικονίσεις, σκίτσα σε παράθεση και κείμενα γραμμένα στην ιερογλυφική γραφή, που αναφέρονται στη μετά θάνατο ζωή του εκλιπόντος, είναι προγενέστερος κάθε μορφής έντυπου κόμικ σε παγκόσμιο επίπεδο κατά 3000 χρόνια! Οι εικονίσεις επί των εκκλησιαστικών βιβλίων, με Βιβλικές ιστορίες, γινόταν συστηματικά μέχρι να οργανωθούν και να λειτουργήσουν επαγγελματικά τυπογραφεία στην Ελλάδα (1850). Η Εύα, ο Αδάμ κι ο Όφις είναι απ’ τους πρώτους ήρωες κόμιξ, ως πρωταγωνιστές του γνωστού επεισοδίου της Βίβλου που στοίχισε στον άνθρωπο την έξοδό του απ’ τον Παράδεισο. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι έχουν βρεθεί διακοσμητικές αναπαραστάσεις5 περιστατικών της Αγίας Γραφής, φιλοτεχνήματα ακάματων μοναχών αντιγραφέων, που πλησιάζουν στη μορφή των σημερινών έντυπων κόμιξ  α π λ ο ύ  τ ύ π ο υ. Οι ζωγράφοι ασφαλώς και δε σχεδίαζαν κόμιξ με τη σημερινή έννοια του όρου· η παράθεση όμως των εικόνων τούς εξυπηρετούσε στην εξιστόρηση των γεγονότων, που ήθελαν ν’ αποτυπώσουν. Επίσης το ζωγραφικό ύφος κάποιων εικόνων6, προσομοιάζει στην τεχνική των έντυπων κόμιξ. Τέλος, λαϊκοί και ακαδημαϊκοί (λόγιοι) ζωγράφοι έχουν εκφραστεί με τη εικαστική


γλώσσα των κόμιξ, είτε εν αγνοία τους, είτε επιχειρώντας να εκφραστούν και μ’ αυτόν τον τρόπο. Το συμπέρασμα, που βγαίνει αβίαστα απ’ τα παραπάνω, είναι ότι τα έντυπα κόμιξ μ ι μ ή θ η κ α ν παλιότερες αφηγηματικές τεχνικές και  δ ι δ ά χ τ η κ α ν  απ’ αυτές· δεν προήλθαν από παρθενογένεση. Κάθε εποχή τού ανθρώπινου πολιτισμού συνεχίζει από κει που σταματάει η προηγούμενη, πατώντας στα προγονικά επιτεύγματα. Δεν κυκλοφόρησαν απ’ την πρώτη στιγμή τα  κ ό μ ι ξ  τ ω ν  β ι β λ ι ο π ω λ ε ί ω ν. Οι χάρτινοι ήρωες, κι αυτοί, πήραν σταδιακά την οριστική τους μορφή, όπως οι: Μίκυ Μάους και Λούκυ Λουκ7. Προηγήθηκαν πρωτόγονες και πρωτόλειες προσπάθειες και δοκιμάστηκαν αναρίθμητοι σχεδιαστικοί τύποι μέχρι να φτάσουμε στις φινετσάτες σημερινές εκδόσεις.

Ο δεύτερος λόγος συνίσταται στο ότι δύο βασικά ζητήματα, που έχουν τεθεί κατά καιρούς από μερίδα θιασωτών των έντυπων κόμιξ κι εξακολουθούν να την προβληματίζουν, δεν έχουν αντιμετωπιστεί με τη δέουσα προσοχή.
Το πρώτο ζήτημα αφορά στους πιο κοντινούς συγγενείς των έντυπων κόμιξ: τις  γ ε λ ο ι ο γ ρ α φ ί ε ς,  και τις ειδικές γελοιογραφικές συνθέσεις. Υπάρχει διάχυτη η πεποίθηση ότι έχουν σχέση με τον κόσμο των κόμιξ. Αμφισβητείται, δηλαδή, η απολυτότητα της έκφρασης: «Η γελοιογραφία δεν είναι κόμικ», που συναντάται σε πολλές μελέτες8 και δοκίμια.
Το δεύτερο ζήτημα είναι πιο ουσιαστικό και αφορά στο θέμα των τυπικών και ευκόλως αναγνωρίσιμων χαρακτηριστικών, που πρέπει να ενδύεται μια έντυπη έκδοση, ώστε να εισέλθει στην κοινωνία των κόμιξ.
Η γελοιογραφία, το αντίστοιχο του ανέκδοτου του προφορικού λόγου, ως έκφραση του γραπτού αφηγηματικού λόγου, που αναπτύχτηκε στη χώρα μας με ραγδαίους ρυθμούς στο δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα, παράλληλα με την ίδρυση των επαγγελματικών τυπογραφείων, είναι ο προάγγελος του απλού έντυπου κόμικ, του  c o m i c  s t r i p  . Άλλωστε, όπως θα δούμε στη συνέχεια, η βιβλιογραφία βρίθει γελοιογραφικών comic strips. Ο γελοιο-γραφών, συνενώνει τις πολυάριθμες διαδοχικές εικόνες ενός φανταστικού, κυρίως, περιστατικού και ξεδιαλέγει τη μία και καλή, όπως ο επαγγελματίας χαρτοπαίκτης συγκεντρώνει με την τέχνη τού ταχυδακτυλουργού τα φύλλα της τράπουλας κι ανασύρει τον άσσο κούπα, προκαλώντας το θαυμασμό των υπολοίπων παικτών! Γι’ αυτό, ενίοτε, διαβάζοντας μια γελοιογραφία την αντιλαμβανόμαστε πληρέστερα όταν την αναλύσουμε στα εξ ων συνετέθη. Γίνεται ευκόλως αντιληπτό ότι ένα γελοιογραφικό σκίτσο, από μόνο του, δεν έχει τη δύναμη να καταδείξει στον αναγνώστη την κίνηση στο διάνυσμα του χρόνου και πάντα η χρονική διαφορά (Δt) των συμβάντων στα δύο άκρα της, θα ’ναι μηδενική. Κι ενώ, ένα απλό κόμικ τριών καρέ θ’ αφηγούνταν ένα γεγονός σε τρεις διαδοχικές πόζες, που θα αντιστοιχούσαν σε τρεις διαφορετικούς χρόνους (t1, t2, t3), η γελοιογραφία δε θα χρησιμοποιήσει ποτέ τη διάσταση του χρόνου, γιατί αντιστοιχεί σ’ ένα, ακαριαίο,  ά χ ρ ο ν ο  στιγμιότυπο. Το μηδενικό χρονικό εύρος της γελοιογραφίας, δεν αρκεί για το ξεδίπλωμα μιας γελοιογραφικής αφήγησης, στον περιορισμένο χώρο ενός καρέ, όσο δεινός κι αν είναι ο καλλιτέχνης. Παρ’ όλ’ αυτά συνηθίζεται η εφαρμογή κάποιων τρικ, όπως το κούνημα του κεφαλιού, των χεριών, η παράλληλη μετατόπιση προσώπων, διάφορες γραφικές απεικονίσεις που δίνουν την εντύπωση της στοιχειώδους κίνησης μέσα στο καρέ. Το έντυπο κόμικ, αντιθέτως, έχει πολύ μεγάλο αφηγηματικό χρονικό άνοιγμα, απ’ το απώτατο παρελθόν έως τ’ άγνωστο μέλλον και το θέμα του μπορεί να καταλάβει οποιοδήποτε κομμάτι της ευθείας του χρόνου. Επιπροσθέτως, χρησιμοποιεί και την  α ν α χ ρ ο ν ί α9, διακόπτοντας την αφηγηματική ροή (χρονική ασυνέχεια) κι επιστρέφει σε γεγονότα του παρελθόντος ή πετάγεται στο μέλλον, δυνάμενο να πραγματοποιήσει χρονικούς ελιγμούς, προσθέτοντας στη διήγηση βάθος και στην υπόθεση ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Καθίσταται, λοιπόν, σαφές ότι η διαφορά μεταξύ των δύο αφηγηματικών τεχνικών, εντοπίζεται κυρίως στην αφηγηματική ροή, την οποία η γελοιογραφία του ενός σκίτσου δεν εξασφαλίζει. Το γεγονός αυτό, όμως, σε καμία περίπτωση δε δικαιολογεί τον εξοστρακισμό των γελοιογραφιών απ’ τον κύκλο των κόμιξ, όπως θα δούμε παρακάτω.
Εκτός απ’ τις γελοιογραφίες του ενός πλάνου υπάρχουν και τα θεματικά ευμεγέθη πλαίσια, που καταλαμβάνουν, συνήθως, ολόκληρη την επιφάνεια της σελίδας του λευκώματος ή της εφημερίδας, μες στα οποία ένα ή περισσότερα πρόσωπα ομιλούν ή δρουν σε περισσότερες από δύο πόζες και σε διαφορετικές χρονικές στιγμές. Ο κύριος εκπρόσωπος
αυτής της φόρμας είναι ο γελοιογράφος Γιάννης Κυριακόπουλος (ΚΥΡ). Είναι ή όχι έντυπο κόμικ η συγκεκριμένη μορφή εικονογράφησης; Για να απαντηθεί αυτή η ερώτηση θα πρέπει να προηγηθεί ο ενδελεχής  ο ρ ι σ μ ό ς  των κόμιξ.

Ψάχνοντας για τα όρια του πεδίου αναφοράς των κόμιξ κι αφήνοντας πίσω μας τις γκρίζες περιοχές των γελοιογραφιών, μπαίνουμε στα εδάφη των βιβλίων και των εκδοτικών τους οίκων. Προσφάτως κι αυτοί δραστηριοποιούνται στο χώρο των εικονογραφημένων αφηγήσεων. Η έλλειψη, ωστόσο, σχετικής εμπειρίας οδηγεί σε λανθασμένους χειρισμούς, τόσο στην επιλογή, όσο και στο χαρακτηρισμό του περιεχομένου παρόμοιων εντύπων. Άμεσο αποτέλεσμα της κακής διαχείρισης του αντικειμένου είναι η διακοπή σειρών μ’ ενδιαφέρον, λόγω του υπερβολικού κόστους παραγωγής που προφανώς δεν αποσβέστηκε στον επιθυμητό χρόνο, επειδή λ.χ. επιλέχθηκε η έκδοση με σκληρό10 εξώφυλλο. Πολλάκις, το κόμικ της εκδοτικής εταιρίας είναι καταφανέστατα ένα εικονογραφημένο βιβλίο,11 που ναι μεν διαθέτει άρτια εικονογράφηση, εν τούτοις τα σκίτσα που περιέχει, από μόνα τους, δεν αρκούν για να διηγηθούν την ιστορία ή το μύθο διότι δημιουργούνται μεταξύ των μεγάλα κενά, που μπορούν να γεφυρωθούν μόνο με πεζό λόγο. Η ύπαρξη αυτών των εκτεταμένων, ενδιάμεσων κειμένων παραπέμπει στους γνωστούς αφηγηματικούς τρόπους, δηλαδή το μυθιστόρημα, τη νουβέλα και το διήγημα. Αντιθέτως, υπάρχουν βιβλία12 που έχουν τη μορφή του κόμικ κι ικανοποιούν τα κριτήρια των αναγνωσμάτων αυτής της κατηγορίας. Παρ’ όλ’ αυτά δε χαρακτηρίζονται τέτοια, είτε γιατί δεν αναπτύσσονται μέσα σε κλειστά καρέ κι απουσιάζουν τα συννεφάκια-στοιχεία που, ορισμένοι σκληροπυρηνικοί του είδους, απαιτούν να υπάρχουν σ’ όλα τα έντυπα κόμιξ-είτε γιατί ο εκδότης δε διακινδυνεύει αυτήν την κατηγοριοποίηση του βιβλίου, που κατά τη γνώμη του θα το υποβάθμιζε ποιοτικά. Η περιοχή αυτή θεωρείται αχαρτογράφητη και προσφέρεται για έρευνα, που θα φέρει στο φως τα  θ α μ μ έ ν α13  κόμικς.
Φτάνουμε, τελικά, στην άκρη, εκεί όπου συνωθούνται εκατέρωθεν της συνοριακής γραμμής, διάφορες εκδόσεις, που περιμένουν, αναλόγως, το εισιτήριο ή το εξιτήριο. Για να ξεδιαλέξουμε, όμως, τα κόμιξ μέσ’ απ’ το πλήθος, πρέπει προηγουμένως να γνωρίζουμε τι ακριβώς είναι κόμικ σύμφωνα με τις  π α ρ α δ ο χ  έ ς  μ α ς.  Ποια δηλαδή είναι, εν τέλει, τα βασικά κι αδιαμφισβήτητα χαρακτηριστικά γνωρίσματά του προκειμένου να μη βρίσκεται μπροστά του σε δίλημμα ο αναγνώστης κι ο βιβλιοθηκονόμος; Η μελέτη αυτή έχει καταλήξει ότι κόμικ καλείται, μια παράσταση ή μια έντυπη έκδοση αν διαθέτει αθροιστικά τα πιο κάτω στοιχεία:
α. Εικονογράφηση, με σχεδιασμένες εικόνες, ζωγραφικές απεικονίσεις, σκίτσα οποιασδήποτε καλλιτεχνικής τεχνοτροπίας, που βρίσκονται μέσα σε πλαίσια-οιουδήποτε σχήματος-ή όχι, ασπρόμαυρα ή έγχρωμα, με τη χρήση ραπιντογράφου, μαρκαδόρου, μολυβιού, υλικών ζωγραφικής, ή άλλου μέσου, υπό τον αυστηρό περιορισμό να διαδέχεται η μία (εικόνα) την άλλη και ν’ αφηγούνται, συνολικά, με τη βοήθεια μικρού κειμένου (β) ή μόνες τους, το μύθο ή την ιστορία. Η ύπαρξη της εικόνας (α) είναι, a priori, υποχρεωτική.
β. Μικρά κείμενα ανά καρέ ή σελίδα: τα οποία μπορούν ν’ απαντώνται ως λεζάντες των εικόνων οριζόντια-πάνω ή κάτω- μέσα στο καρέ, ή έξω απ’ αυτό, στα λευκά κενά (gutter), ως λόγια ή σκέψεις των προσώπων μέσα σε συννεφάκια. Κάποιες ή όλες οι σελίδες ενός κόμικ δύνανται να στερούνται κειμένου14 με την προϋπόθεση ότι οι εικόνες (α) διηγούνται το μύθο ή την ιστορία.
γ. Οι εικόνες (α) και τα κείμενα (β) να είναι αποτυπωμένα, πάνω: σε μία επιφάνεια οιουδήποτε υλικού, τυπογραφική σελίδα (ή μέρος της), ένα ολιγοσέλιδο φυλλάδιο, τεύχος ή βιβλίο, οιωνδήποτε διαστάσεων και να είναι κατάλληλα συνδυασμένα, ώστε να κάνουν κατανοητή τη διήγηση. 
δ. Σενάριο, δηλαδή το αρχικό κείμενο, η αφήγηση: μ’ ελεύθερο θεματολόγιο, που μπορεί να είναι ένας μύθος, της φαντασίας του κειμενογράφου, ή ένα ιστορικό γεγονός ή μια διασκευή λογοτεχνικού έργου, το οποίο υλοποιείται μέσω καταλλήλως σχεδιασμένων εικόνων και γραπτού λόγου. Σήμερα, έχει γίνει κοινώς αποδεκτό ότι ένα έντυπο κόμικ δεν οφείλει να είναι αυστηρά χιουμοριστικό15, προφανώς για να στεγαστούν κάτω απ’ τον ίδιο τίτλο οι αμέτρητες συναφείς εκδόσεις.
Απ’ την αναλυτική περιγραφή των επί μέρους δομικών υλικών του κόμικ, καθίσταται πλέον εφικτός ο συνοπτικός ορισμός του:
Κόμικ είναι, η παράσταση ή η έντυπη έκδοση-αυτόνομη ή μη-αποτελούμενη από αλληλοδιάδοχα σχεδιάσματα μετά μικρού συνοδευτικού πεζού (ή ποιητικού) λόγου, που αφηγούνται μια ιστορία ή ένα μύθο.
Μεταβάλλοντας με  τ έ χ ν η  τα δύο κύρια υλικά (α) και (β), βάσει προδιαγεγραμμένων συμβατικών κανόνων, δημιουργούνται όλοι οι τύποι των κόμιξ. Η τεχνική και το ταλέντο των καλλιτεχνών, έχουν δώσει μέχρι σήμερα τους γνωστούς επί μέρους μορφότυπους των έντυπων κόμικς. Ανάμεσά τους ξεχωρίσουν τα υπέροχα  ε ι κ α σ τ ι κ ά16,  τα  π ο ι η τ ι κ ά17, τα  λ ο γ ο τ ε χ ν ι κ ά18, κ.ά. Εξ ορισμού προκύπτει ότι παραστάσεις, επί βράχων και τοιχωμάτων σπηλαίων των προϊστορικών ανθρώπων (σκηνές κυνηγιού, ή λατρείας, κ.λπ.), αγγείων (αρχαιοελληνικών, κ.ά.), οικοδομημάτων (ζωγραφικές συνθέσεις επί τοίχων, κ.λπ.), δαπέδων και τοίχων της εποχής μας, ταξινομούνται στα κόμιξ αν πληρούν τις προαναφερόμενες απαιτήσεις .
Οι γελοιογραφίες, λοιπόν, που αποτελούνται από ένα τετραγωνάκι της μιας ατάκας, όπως συνηθίσαμε να το βλέπουμε τυπωμένο σ’ εφημερίδες και περιοδικά εδώ και πενήντα χρόνια, εξετάζοντές τες υπό το πρίσμα των απαιτούμενων χαρακτηριστικών (α-δ), προκύπτει ότι στερούνται της ιδιότητας της αλληλοδιαδοχής των εικόνων. Ο συγγραφέας και σκιτσογράφος Κυριάκος Κάσσης γράφει19 ότι: {«Αν σαν γελοιογραφία θεωρείται το σατιρικό σκίτσο που έχει  μ ί α  έ ω ς  τ ρ ε ι ς  α λ λ η λ ο δ ι ά δ ο χ ε ς  ε ι κ ό ν ε ς,  σ α ν  κ ό μ ι κ ς  θ ε ω ρ ε ί τ α ι  ε κ ε ί ν ο  π ο υ  έ χ ε ι  π ε ρ ι σ σ ό τ  ε ρ ε ς  α π ό  τ ρ ε ι ς»}*. Η έννοια της γελοιογραφίας κατά τον Κάσση δεν ταυτίζεται με των άλλων μελετητών, που θεωρούν ως γελοιογραφία το ένα καρέ. Ας μελετήσουμε, όμως, προσεκτικά μία γελοιογραφία20 του Βασίλη Χριστοδούλου (του ενός πλάνου). Ο Β.Χ. παρατηρητής ή


δημιουργός τού περιστατικού, προφανώς, έχει δει ή φανταστεί ολόκληρη την εξέλιξή του. Δεν αποτύπωσε, όμως, όλες τις διαδοχικές θέσεις του κινούμενου ζευγαριού-οπότε θα ’χε κάνει κόμικς-, αλλά κείνη που τον ενδιέφερε, τη στιγμή που ακούστηκε η ατάκα. Σταμάτησε τη δράση ακινητοποιώντας τα πάντα και σχεδίασε την παράσταση,  α φ α ι ρ ώ ν τ α ς  τα-πριν και μετά-πλάνα. Ο Σαρτρ γράφει21 ότι: {«Το παρόν είναι, κατ’ ουσίαν, αισθησιοκινητικόν» [sensori-moteur]. Είναι «μ ι α  τ ο μ ή» που επιχειρεί η παράσταση σε μια μάζα «ε ν  ρ ο ή».}* Ενυπάρχουν, επομένως, στο μοναδικό σκίτσο, ως κρυφές κι οι υπόλοιπες συμπληρωματικές εικόνες, καθιστώντας την τυπωμένη γελοιογραφία ένα  ε ν  δ υ ν ά μ ε ι  έντυπο κόμικ. Ο Πέτρος Μαρτινίδης, πανεπιστημιακός καθηγητής και συγγραφέας, σε μια μελέτη22 του για τα κόμιξ, φαινομενολογικού και ιστορικού χαρακτήρα, γράφει: {Η σχηματική απόδοση ποικίλων ιδεολογημάτων γεννιέται, έτσι, για να έλξει νέες μερίδες αναγνωστικού κοινού, ενώ μεγάλοι ζωγράφοι, όπως ο Ντορέ, ο Ντωμιέ κ.ά., διοχετεύουν το ταλέντο τους σ’ εφήμερα αλλά εξαιρετικής απήχησης σχεδιάσματα· ανοίγοντας παράλληλα, τον δρόμο για το  α φ α ι ρ ε τ ι κ ό  σ κ ί τ σ ο  α π ό  τ ο  ο π ο ί ο  θ α  α ν τ λ ή σ ο υ ν  τ ό σ ο  ο ι  γ ε  λ ο ι ο γ ρ α φ ί ε ς  ό σ ο  κ α ι  τ  α  «κ ό μ ι κ ς»}*. Ένα λοιπόν  ε γ γ ε ν έ ς  χαρακτηριστικό γνώρισμα των δύο σχεδιαστικών τύπων είναι το αφαιρετικό σκίτσο. Επειδή το γελοιογραφικό καρέ είναι το μικρότερο αυτοτελές τμήμα στο οποίο απο-συντίθεται ένα κ ω μ ι κ-ό κόμικ, διατηρώντας κάποια απ’ τα χαρακτηριστικά του, στην παρούσα εργασία οι γελοιογραφίες θ’ αντιμετωπίζονται ως  ε ν  δ υ ν ά μ ε ι  κόμιξ.
Τα χάρτινα πάνελ του ΚΥΡ διακρίνονται σε δύο κατηγορίες. Η πρώτη περιλαμβάνει εκείνα που είναι διαχωρισμένα με οριζόντιες και κάθετες γραμμές σ’ ένα καμβά από τετραγωνάκια ή χωρίς αυτόν, τα οποία διαθέτουν όλα τα χαρακτηριστικά (α-δ) των κόμικς. Ενδεικτικά και μόνο αποθησαυρίζω απ’ το πρώτο Λεύκωμα23 του Κυρ: Εκλογές στη Τζούτζια, Τι έκανες στο κουρείο μπαμπά;, Ισπανία!, Παραμύθι χωρίς όνομα, Ιερατικό δελτίο, Η επίσημη αγαπημένη. Αυτές οι συνθέσεις είναι μονοσέλιδα έντυπα κόμιξ απλού τύπου24. Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει όμοιας μορφής πλαίσια, τα οποία περιέχουν ανεξάρτητες γελοιογραφίες, με τις οποίες σχολιάζεται το κεντρικό θέμα, αλλά δε σχηματίζεται ιστορία-διήγηση. Πρόκειται, επομένως, για ομοιοθεματικές γελοιογραφίες. Τα κόμιξ του ΚΥΡ ανήκουν σ’ ένα πρωτότυπο κι εντελώς προσωπικό είδος γελοιογραφικής προσέγγισης ενός θέματος της επικαιρότητας, που πάντοτε αναγράφεται ως τίτλος στην κορυφή του πλαισίου. Είναι αρθρωτές χιουμοριστικές διηγήσεις κι ανήκουν στο βασικό κορμό των έντυπων κόμιξ: τα κωμικά. Συνειρμικά, επειδή κι άλλοι σκιτσογράφοι μιμήθηκαν την τεχνική του ΚΥΡ, κάθε παράσταση αυτής της μορφής εντάσσεται στα κόμιξ, υπό τις τιθέμενες προϋποθέσεις.

1.2 Οι προσηγορίες των κόμικς

Η «ΕΛΛΗΝΙΚΗ» ΛΕΞΗ  κ ό μ ι ξ  αποτελεί την ηχητική απόδοση της αγγλικής  c o m i c s, που σημαίνει τα κωμικ-ά (εκ του comic=κωμικός). Η λέξη «comic» χαρακτηρίζεται ως λέξη-δάνειο της αγγλικής απ’ την ελληνική γλώσσα, αφού αντιστοιχεί επακριβώς στο θέμα του επιθέτου κ ω μ ι κ-ός (-η,-ο, επιθ. τριγεν. και τρικατ., =αυτός που προκαλεί το γέλιο) κι  ε π α ν ε ι σ ή χ θ η  (αντι-δάνειο) στο λεξιλόγιό μας ως άκλιτο ουσιαστικό με τις μορφές κ ό μ ι κ  ή  κ ό μ ι κ ς  (ουδέτ. στην ονομαστ. ενικ. και πληθυντ. αριθ.) για να προσδιορίσει τις έντυπες εκδόσεις αυτού του τύπου. Στην πορεία οι δυο λέξεις έγιναν μία κι επικράτησε ο τύπος  κ ό μ ι κ ς,  που χρησιμοποιείται τόσο στον ενικό όσο και στον πληθυντικό αριθμό.
Η Μελέτη θεωρεί όχι απλώς αδόκιμη αλλά και βαρβαρισμό τη χρήση της λέξης κόμικς στον ενικό αριθμό. (κυκλοφόρησε το κόμικς του τάδε…!).
Η λέξη απαντάται κι ως  κ ό μ ι ξ,  (άραγε, με μετατροπή του «κς» σε «ξ» ή με ελληνοποίηση του συνώνυμου: c o m i x 25 ;).
Πρωταρχικά, η αγγλική λέξη χαρακτήριζε τις εικονογραφημένες κωμικ-ές ιστορίες, που δημοσιεύονταν σε περιοδικά κι εφημερίδες λίγο πριν την αυγή του 20ου αιώνα και φιγουράρισε για πρώτη φορά σε τίτλο περιοδικού το 1890 (στο αγγλικό: Comic Cuts). Η ιστορική έρευνα έχει καταλήξει στ’ ότι τα πρώτα κόμιξ περιείχαν  μ ό ν ο ν  α σ τ ε ί ε ς ιστορίες. Στη Μεγάλη Βρετανία η αρχή έγινε στο σατιρικό έντυπο Ally Slopers Half Holiday, το 1884, με κεντρικό αντι-ήρωα έναν εκπρόσωπο της εργατικής τάξης τον Sloper, ενώ στις ΗΠΑ στην εφημερίδα New York World, το 1895, στο στριπ  Hogan's Alley, που έκανε για πρώτη φορά την εμφάνισή του το Κίτρινο Παιδί (Yellow Kid), το πιτσιρίκι με την κίτρινη πουκαμίσα. Στη χώρα αυτή τα τυπωμένα κόμιξ ονομάστηκαν και  S u n d a y  f u n n i e s,  γιατί συνόδευαν, ως ένθετα, τις κυριακάτικες εφημερίδες.
Στην Ελλάδα, μέχρι το 1950, δημοσιεύονταν κόμιξ διαφόρων τύπων, σ’ εφημερίδες και περιοδικά ποικίλης ύλης. Εκείνη τη χρονιά κυκλοφόρησαν σε αυτόνομη έκδοση οι περιπέτειες του Μπιμπίκου με τίτλο: Ο Μπιμπίκος Εφευρέτης, που μέχρι τότε κοσμούσαν το οπισθόφυλλο του περιοδικού Ελληνόπουλο.

Το 1951, ο πανίσχυρος-εκείνη την εποχή-εκδοτικός οίκος των Αφων Πεχλιβανίδη, φέρνοντας στη χώρα μας την αμερικανική σειρά  Classic  C o m i c s,  δε χρησιμοποίησε στον ελληνικό τίτλο τη λέξη κόμικς ή κόμιξ. Τα ονομάτισε Κλασσικά  Ε ι κ ο ν ο γ ρ α φ η μ έ ν α  κι έγιναν το περιοδικό θρύλος για τους αναγνώστες εκείνης της γενιάς κι όχι μόνο. Λίγα χρόνια, όμως, αργότερα, το 1961, θα υποκύψει στο ρεύμα και θα βαφτίσει ως κόμικς την πλέον πετυχημένη σειρά του είδους δίνοντας της τον τίτλο: Τα καλύτερα  κ ό μ ι κ ς. Κι ο ασκός του Αιόλου είχε ανοίξει!
Στη χώρα μας κανείς δεν προσπάθησε να βρει έγκαιρα την αρμόζουσα λέξη γι’ αυτά τα έντυπα, που να συνάδει και με το γλωσσικό πολιτισμό μας. Η ανεκτικότητά μας κι η ενδοτικότητά μας κάποιες φορές δεν έχουν όρια, καταντούν παροιμιώδεις. Οι γλωσσολόγοι διατυμπανίζουν ότι η ελληνική γλώσσα δεν κινδυνεύει απ’ την ενσωμάτωση ξένων λέξεων. Μπορεί να ’χουν δίκιο· αλλά υπάρχει και το γλωσσικό γόητρο το οποίο υπερασπίζονται όλοι οι Έλληνες, όχι μόνο οι επιστήμονες.
Έτσι, όλα τα Ελληνικά Λεξικά, σιγά-σιγά, την επισημοποίησαν καταγράφοντάς την στα λήμματά τους. Γράφει ο Θησαυρός του Χ. Γιοβάνη: κόμικς, τα (λ.αγγλ.)· 1. σκιτσογραφημένες κωμικές ή περιπετειώδεις ιστορίες που δημοσιεύονται σε συνέχειες, σε εφημερίδες ή περιοδικά, 2. (κατ’ επέκτ.) π ε ρ ι ο δ ι κ ό* με σκιτσογραφημένες ιστορίες. Στο Ελληνικό Λεξικό των Τεγόπουλου-Φυτράκη: κόμικς: ακλ. ουσ. [αγγλ. Comics] , σειρά σχεδίων που αφηγούνται μια ιστορία.
Γιατί, όμως, οι Γάλλοι τα είπαν Bandes Desinnees (BDs), οι Ιταλοί Fumetti, οι Ισπανοί Tebeos (TBO), οι Ιάπωνες Manga; Για ν’ αποφύγουν, προφανώς, τη νόθευση της γλωσσικής τους έκφρασης. Ο Πέτρος Μαρτινίδης πρώτος-προς τιμήν του-πρότεινε26 και στη συνέχεια την υποστήριξε από κάθε θέση, την ελληνική σύνθετη λέξη  ε ι κ ο ν ο γ ρ α φ η γ ή μ α τ α, ως προερχόμενη απ’ τη συνένωση τμημάτων των λέξεων: εικονογραφη(μένα +(αφη)γήματα. Ο φιλόλογος Χρίστος Δάλκος προτιμά να τα χαρακτηρίσει  κ ω μ ι κ ο γ ρ α φ ή μ α τ α, (Συντακτικό της Αρχαίας Ελληνικής σε κωμικογραφήματα, Εκδόσεις Δίαυλος). Η πρώτη ονομασία φαντάζει δόκιμη και ταιριαστή, η δεύτερη χαρακτηρίζει μόνο τα κωμικά κόμιξ, είναι ωστόσο κι οι δυο ελληνικές. Αλλά είναι πια αργά για να τις υιοθετήσουμε και βέβαια δε φταίνε οι καθηγητές γι’ αυτό. Δυστυχώς, εδώ, τα έντυπα κόμιξ θα συνεχίσουν να λέγονται κόμικς, γιατί αυτή η λέξη, στις 61/2 δεκαετίες που διανύθηκαν, απ’ το 1950, εδραιώθηκε, ρίζωσε μέσα μας και το μυαλό μας αρνείται να δεχθεί οποιαδήποτε άλλη.

Τα τελευταία χρόνια, είδαν την πόρτα ανοιχτή και μας επισκέφτηκαν οι Graphic Novels,  οι  γ ρ α φ ι κ έ ς  ν ο υ β έ λ ε ς.  Το νέο αυτό όρο εισήγαγε στο λεξιλόγιο των κόμιξ, ο κύριος Will Eisner, κυκλοφορώντας το: A contract with God and other tenementstories, Poorhouse Press, 1978, (στην Ελλάδα: Συμβόλαιο με το Θεό και άλλες ιστορίες, απ’ τις εκδόσεις Απόπειρα 2009). Οι εκδότες, όταν τον ανακάλυψαν, έσπευσαν να τον καταστρατηγήσουν και ονομάζουν πλέον τα πάντα γραφικές νουβέλες, για ν’ αποφύγουν την αναγραφή της επίμαχης λέξης κόμικς στο εξώφυλλο και να θέλξουν αναγνωστικό κοινό ευρέως φάσματος. Είναι, ωστόσο, ένας αδόκιμος προσδιορισμός· ένας  ψ ε υ δ ό τ ι τ λ 
ο ς  που δεν πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψη ως κριτήριο κατά την αγορά των κόμιξ.

Η βιβλιογραφία, επίσης, διαχωρίζει τις, ιδίοις αναλώμασιν, εκδόσεις κόμιξ, τα λεγόμενα  F a n z i n e s, δηλαδή κόμιξ που τυπώνουν και κυκλοφορούν οι ίδιοι οι κομίστες, χωρίς την παρεμβολή εκδοτικού οίκου. Στα Fanzines δημοσιεύονται συνήθως δουλειές νέων καλλιτεχνών, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κι οι φτασμένοι δεν προτιμούν αυτή τη μέθοδο (Τσούκης). Μια άλλη κατηγορία κόμιξ είναι τα S m a l l  P r e e s  C o m i c s,  τα οποία έχουν παρόμοια ύλη με τα Fanzines, αλλά δημοσιεύουν μόνο κόμιξ. Όλ’ αυτά τα έντυπα βγαίνουν με μεράκι κι αγωνία, με πολύ όμορφα εξώφυλλα κι αποτελούν την εναλλακτική πρόταση στα γέρικα κόμιξ,  ο λ ο κ λ η ρ ω μ έ ν η ς  μορφής, που μετρούν περίπου 65 χρόνια ζωής (1950-2014). 
Τα  F a n z i n e s  κυκλοφορούν σε λίγα αντίτυπα, μεταξύ γνωστών και φίλων και βοηθούν τους κομίστες να προχωρήσουν στο επόμενο βήμα της επαγγελματικής τους σταδιοδρομίας. Ωστόσο, οι πολυάριθμοι λεκτικοί ακροβατισμοί κι οι πολυποίκιλοι χαρακτηρισμοί δικαίως προκαλούν τα ειρωνικά σχόλια της αντίπερα όχθης.
συνεχίζεται


ΑΣΤΕΡΙΣΚΟΙ:

(*) Πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Θράκα" τ.3-4, εδώ αναδημοσιεύεται αναθεωρημένο
(*) Η μελέτη χρησιμοποιεί την εκδοχή κόμιξ για τον πληθυντικό αντί του κόμικς

ΕΝΑΡΙΘΜΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ 1:

1. Δες επόμενο κεφάλαιο: «Η Τυπολογία των κόμικς»
2. Δες παρακ. κεφάλαιο: «Η Κατηγοριοποίηση των κόμικς»
3. Τεράστιο κόμικς, (30x43), «Οι περιπέτειες του Λούθερ Αρκράιτ», JEMMA Press, 2007
4. Τεράστιο κόμικς, (29x40), «Van Gogh και ο μεγάλος Γέροντας Βαρσανούφιος», Αφοι Κυριακίδη, 1991, του Ιωάννου-Χαρίλαου Βρανού
5. Το πρωταρχικό αμάρτημα, στο: «Παραδόσεις», του Ιουλίου Καϊμη, Αθήνα, 1975 και στο: «Ο έρωτας στην αρχαία Ελλάδα», του Ανδρέα Λεντάκη, Καστανιώτης, 1997, σ.119
6. Η εικόνα του Αγίου Κοσμά που φέρει περιμετρικά τετραγωνάκια με σκηνές απ’ το βίο του αγίου
7. Ο Λούκυ Λουκ του Morris δεν έχει καμία σχέση με του Rene Goscinny
8. Πέτρος Μαρτινίδης, [«Κόμικς», Τέχνη και τεχνικές της εικονογραφήγησης], Εκδόσεις ΑΣΕ Α.Ε., 1990, σ.13,14
9. «Λεξικό λογοτεχνικών όρων», ΟΕΔΒ, 2009
10. «Το Τζίνι», Εκδόσεις Κέδρος, η έκδοση σταμάτησε στα δύο τεύχη
11.Οι εκδόσεις Οξύ έχουν χαρακτηρίσει κόμικς: το Μαύρο Γάτο του Ε.Α.Πόε, τη Μεταμόρφωση του Φ. Κάφκα, το Χριστουγεννιάτικο εφιάλτη του Tim Burton, τη Ζωή του Ιησού, του G. Haderer, κ.ά., που όμως είναι εικονογραφημένα βιβλία με θαυμάσια σκίτσα, Οι εκδόσεις Γνώση, τις 1280 μαύρες ψυχές, του Τζιμ Τόμσον, κ.ά.
12.Ο αμφίβολος επισκέπτης, Εκδόσεις Ερατώ, 1990 και Το επιπληκτικό ποδήλατο, Εκδόσεις Άγρα, 2013, του Edward Gorey, σε μετάφραση Σωτ. Κακίση. Ο E.Gorey στη διαδικτυακή Comiclopedia χαρακτηρίζεται ως ο κομίστας που βρίσκεται στη σκοτεινή πλευρά των κόμικς
13.Κάπως έτσι βρέθηκε το κόμικς του Βασίλη Αλεξάκη: «Η σκιά του Λεωνίδα», Εκδόσεις Εξάντας, 1984
14. Όπως το Little King του Otto Soglow
15. Δες παρακ. κεφάλαιο: «Η Κατηγοριοποίηση των κόμικς»
16. «Ο πειρασμός του Αγίου Αντωνίου», της Έλενας Ναβροζίδου, Selector, 1997
17. «Ιφιγένεια στην Αυλίδα», του Ευριπίδη, Μεταίχμιο, 2006
18. «Ανθρωπόλυκος», του Soloup, ΚΨΜ, 2009, βασισμένο στο Λυκάνθρωπο του Μπορίς Βιάν, «Μια χειμωνιάτικη νύχτα», του Σαίξπηρ, Εκδόσεις Πατάκη, 2008, του Θανάση Δήμου, «Ο αφρός των ημερών» του Μπορίς Βιάν, των MARCELLO,GRECCHI, Εκδόσεις Γνώση, 2013, κ.ά.,
19. Κυρ. Κάσσης:, «Ελληνική Παραλογοτεχνία και κόμικς», Εκδόσεις Ιχώρ & Α.Λ.Λ.Ε.Α.Σ., 1998
20. «Η Ολυμπιάδα της σύγκλισης», Εκδόσεις Νέα Σύνορα-Α.Α. Λιβάνη, 1997
21. «Η φαντασία», Σαρτρ, Εκδόσεις Αρσενίδη
22. Πέτρος Μαρτινίδης, [«Κόμικς», Τέχνη και τεχνικές της εικονογραφήγησης], Εκδόσεις ΑΣΕ Α.Ε., 1990
23. «Μπιζ του Κυρ», Εκδόσεις Αστερίας, 1972
24.Δες επόμενο κεφάλαιο: «Η Τυπολογία των κόμικς»
25. Απαντά στον τίτλο των εναλλακτικών κόμικς και χαρακτηρίζει ειδικά αυτή την κατηγορία: Underground comix
26. Πέτρος Μαρτινίδης, [«Κόμικς», Τέχνη και τεχνικές της εικονογραφήγησης], Εκδόσεις ΑΣΕ Α.Ε., 1990

Αναγκαία διευκρίνιση: Η αραίωση των γραμμάτων κάποιων λέξεων είναι του συγγραφέα

Εικόνες κεφαλαίου 1:

Εξώφυλλο του κόμικ: Διαπλανητικά, τεύχος 1, «Ο άνθρωπος χωρίς βαρύτητα», Εκδόσεις Αφων Πεχλιβανίδη, χ.χ
Η εικόνα του Αγίου Δημητρίου: με καρέ, που εικονίζουν κι εξιστορούν γεγονότα απ’ τη ζωή του Αγίου
Κόμικ από το λεύκωμα: Μπιζ του Κυρ, με τίτλο: «Τι έκανες στο κουρείο μπαμπά;» του ΚΥΡ, Εκδόσεις Αστερίας, 1972
Γελοιογραφία απ’ το άλμπουμ: του Βασίλη Χριστοδούλου: Η Ολυμπιάδα της σύγκλισης, Εκδόσεις Νέα Σύνορα-Α.Α. Λιβάνη, 1997
Το εξώφυλλο του κόμικ: Συμβόλαιο με το Θεό και άλλες ιστορίες, του Will Eisner, από τις Εκδόσεις Απόπειρα, 2009
Εξώφυλλο του φανζίν: Σύνδρομο, της Comicdom Press (Μη Κερδοσκοπική Εταιρία για την προώθηση και Διάδοση των Comics), τεύχος 2, 2009



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου