Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2016

ΔΙΔΥΜΑ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ ΟΙΚΟΘΕΝ

9. ΔΙΔΥΜΑ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ






Δίδυμα μυθιστορήματα


Υπάρχει μια κατηγορία μυθιστορημάτων που πρέπει να χαρακτηριστούν συγγενή για έναν πασιφανή λόγο: διότι το έ ν α εξαρτάται από το ά λ λ ο, αποτελούν δηλαδή εν «λογοτεχνικό ζεύγος». Πρόκειται για μια ειδική περίπτωση πεζών αφηγημάτων με τα οποία θα ’πρεπε κάποια στιγμή ν’ ασχοληθεί η Ιστορία της Λογοτεχνίας, εμβαθύνοντας στους λόγους και στις πτυχές του φαινομένου, έστω και υπό μορφή καταγραφής και καταλογογράφησης.
Φυσικά δεν αναφέρομαι στα μυθιστορήματα που γράφουν τμηματικά πολλοί συγγραφείς αλληλοδιαδόχως, σαν το πολύ γνωστό «Μυθιστόρημα των Τεσσάρων» που άνοιξε το δρόμο και για άλλους μιμητές. Εκεί το βιβλίο είναι ένα και ο τρόπος γραφής είναι προσυμφωνημένος.
Λέγοντας «ζεύγος» το μυαλό του καθενός φαντάζεται μια αμφιμονοσήμαντη έλξη ή σχέση, όπως αυτή προκύπτει από την ανάκληση στη μνήμη γνωστών στερεότυπων της ζωής. Δύο σώματα (π.χ. δύο άνθρωποι), δύο αντικείμενα (π.χ. δύο «δίδυμοι» ήλιοι) που εξαρτώνται στενά το ένα από το άλλο και που η απομάκρυνση κάποιου εξ αυτών δημιουργεί προβλήματα ύπαρξης ή άλλης μορφής και στα δυο, τουλάχιστον προσωρινής φύσης- ενίοτε και μόνιμα. 
Ένα ζεύγος βιβλίων, όμως, είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό, διότι το ένα εκ των δύο
μπορεί να υφίσταται αυθύπαρκτο εσαεί, χωρίς την ανάγκη του άλλου, ακόμα κι αν το «άλλο» εξαφανιστεί δια παντός!

Τι συμβαίνει λοιπόν στην πράξη; Ένας συγγραφέας «αναλαμβάνει», με δική του πρωτοβουλία, να συνεχίσει κάποιο πεζογράφημα συγγραφέα που δεν βρίσκεται στη ζωή, με το δικό του ύφος, την δική του θεώρηση του κόσμου, τα δικά του, γενικά, πιστεύω. Ο συγγραφέας δηλαδή του δεύτερου βιβλίου στην καλύτερη των περιπτώσεων ενθουσιασμένος απ’ την πλοκή της ιστορίας του συναδέλφου του, προσφέρεται να τη συνεχίσει, επειδή τη θεώρησε ατελείωτη ή επειδή είναι ατελείωτη εν τοις πράγμασιν.
Η πρακτική αυτή που ευτυχώς δεν είναι ο κανόνας, έχει και θετικά και αρνητικά στοιχεία, γεννά δε και πλείστα ερωτήματα.
Εξ αρχής, καθίσταται αντιληπτό στον καθένα ότι το π ρ ώ τ ο εξ αυτών των έργων δύναται να υφίσταται χωρίς την ανάγκη του δ ε ύ τ ε ρ ο υ, πράγμα όμως που δε συμβαίνει και με το δ ε ύ τ ε ρ ο, που οφείλει ακόμη και την υπόστασή του στην ύπαρξη του πρώτου και δεν μπορεί να σταθεί μόνο του. Δηλαδή εάν κάποιος πάρει να διαβάσει το 2ο είναι αναγκασμένος να αγοράσει και το 1ο ενώ δε συμβαίνει το ίδιο στην αντίθετη περίπτωση.
Η α ν α γ κ α ι ό τ η τ α γραφής του ακόλουθου-έργου είναι αμφισβητήσιμη, διότι πραγματοποιείται χωρίς την εξασφάλιση της άδειας του συγγραφέα του πρώτου βιβλίου -ο οποίος ενδεχομένως να μην επιθυμούσε αυτήν την εξέλιξη- κι υπ’ αυτό το πρίσμα όσο καλόπιστη κι αν είναι η πράξη του δευτέρου συγγραφέα πάντα θα καθιστά επιφυλακτικό τον αναγνώστη για τις προθέσεις του.
Αλλά και το α π ο τ έ λ ε σ μα είναι ελεγκτέο με την έννοια ότι πολλοί θα μπορούσαν να γράψουν τη συνέχεια της πρώτης ιστορίας, από κει που σταμάτησε, ίσως και με καλύτερο τρόπο, ανάλογα με τη φαντασία που διαθέτει ο καθένας.
Υπάρχει όμως και κάτι που πιθανόν να μην περνά απ’ το μυαλό του δεύτερου συγγραφέα, αλλά γίνεται άμεσα αντιληπτό από τον αναγνώστη: η απομείωση της μ α γ ε ί α ς που προκαλούσε η ατελεύτητη γραφή της πρωτότυπης ιστορίας και η οποία διαλύθηκε με τη συνέχιση και ολοκλήρωση του μύθου. Κοντολογίς το έργο δορυφόρος μπορεί να ζημιώνει το αυτόφωτο έργο ρίχνοντας μια σκιά πάνω του.
Αντιμετωπίζοντας με ερευνητική διάθεση κι όχι κακόβουλα το τόλμημα θα πρέπει να αναφέρουμε και δυο ειδικά ερωτήματα που προκύπτουν.
  1. Μήπως ο δεύτερος συγγραφέας θέλει να κλέψει από την επιτυχία που είχε η έκδοση του πρώτου βιβλίου; Τα υπάρχοντα παραδείγματα όμως διαλύουν αυτήν την υποψία, καθότι πρόκειται για καταξιωμένους συγγραφείς που δεν είχαν αυτήν την ανάγκη. Να προβληθούν δηλαδή μ’ αυτόν τον τρόπο. 
  2. Μήπως ο δεύτερος συγγραφέας διήρχετο περίοδο ατοκίας, έλλειψης ιδεών, και κατέφυγε σ’ αυτή τη λύση; Μα και πάλι οι καταγεγραμμένες περιπτώσεις αποκλείουν κι αυτό το ενδεχόμενο, διότι πρόκειται περί πολυγραφότατων συγγραφέων που δεν στερούνταν ιδεών, το αντίθετο μάλιστα.
Κατά την άποψή μου, η ενέργεια των δεύτερων είχε μόνο αγαθές προθέσεις. Οι συγγραφείς αυτοί με τη δική τους προσπάθεια ήθελαν ν’ αναδείξουν έτι περαιτέρω τα πρωτοποριακά, όντως, πρωταρχικά μυθιστορήματα, πιθανόν να τα βγάλουν κι απ’ την αφάνεια, και το κατάφεραν.
Παρατηρείται δηλαδή το καταπληκτικό γεγονός: ένα βιβλίο να επηρεάζει το συγγραφικό γίγνεσθαι και συγχρόνως να επωφελείται απ’ αυτό όντας το ίδιο ως παθητικός δέκτης, αφού ο δημιουργός του δε βρίσκεται εν ζωή.
Έχω την αίσθηση πως οι όποιοι συγγραφείς τέλος πάντων κατέφυγαν σ’ αυτό το λογοτεχνικό τέχνασμα, των συνεχόμενων μυθιστορημάτων, υπάκουσαν σε μια εσώτατη παρόρμηση αισθανόμενοι την ανάγκη να απαντήσουν στο εναγώνιο ερώτημα που όλα τα παιδικά χείλη έχουν προφέρει άπειρες φορές ακούγοντας απ’ τη γιαγιά ( ή μαμά) τους ένα παραμύθι : «Και μετά  τι έγινε;». Γιατί ας μην ξεχνάμε ότι άπαντες οι συγγραφείς μυθιστορημάτων είναι το πρώτον παραμυθάδες και λειτουργούν με τους κανόνες γραφής των παραμυθιών.


(συνεχίζεται)

CG-G-02-02-9

© ΒΕΚ, 2016 
Απαγορεύεται, ρητά, η αντιγραφή κι αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρους του, μ' οποιοδήποτε τρόπο, αυτούσιου ή τροποποιημένου, χωρίς την έγκρισή μου [Ν.2121/1993 (25 Α΄)]


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου