Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2016

ΟΙ ΚΟΚΚΙΝΕΣ ΠΥΤΖΑΜΕΣ

ΛΑΜΠΗΔΟΝΕΣ

[ ] Οι κόκκινες πυτζάμες


― Ήρθε η αμερικανική βοήθεια! φώναζε στεντόρεια η μάνα μου στην αυλή.
Ήξερα περί τίνος επρόκειτο, γιατί μας το ’χε μάθει ο δάσκαλος. Απ’ την απέναντι ακτή του Ατλαντικού, μας έστελναν δώρα, επειδή οι παππούδες μας πολέμησαν γενναία τους Γερμανούς και τους Ιταλούς. Σίγουρα, ανάμεσά τους θα ’ταν κι ο δικός μου παππούς, που ’χω τ’ όνομά του! Γιατί άκουσα μια φορά τον πατέρα μου να λέει πως υπηρέτησε στο στρατό εύζωνος. Και σε μια φωτογραφία του είδα να ’χει κάτι μεγάλες μουστάκες σαν τις ξιφολόγχες των όπλων με τις οποίες οι τσολιάδες κυνηγούσαν τους Ιταλούς! Αυτά σκεφτόμουν καθώς έτρεχα μαζί με τους άλλους στην ανηφόρα. Έφτασα λαχανιασμένος στην αυλή του Δημοτικού Σχολείου την ώρα ακριβώς π’ ανοίγανε τα κουτιά. Έτριψα τα μάτια μου απ’ την έκπληξη. Γάλα μέσα σε σακούλες!.. και κίτρινο τυρί!.. Μα τι σόι πρόβατα ήταν αυτά που έβγαζαν κίτρινο γάλα; Όμως τι μαλακό και μυρωδάτο που ήταν κείνο το τυρί!.. Μέχρι κι η γιαγιά μου, που δεν είχε δόντια, πήρε μερτικό κι ύστερα έγλυφε και τα δάχτυλά της. Κι άμα σώθηκε, όλοι ξινίζαμε τα μούτρα σαν βλέπαμε στο τραπέζι τον άσπρο τρεμουλιαστό σβώλο που ’φτιαχνε η μάνα μου απ’ το άσπρο γάλα της γίδας μας.
Στο χωριό, ονομάζαμε «αμερικανική βοήθεια» κι ό,τι μπουναμάδες έφερναν οι συγγενείς μας που ζούσαν στη μεγάλη πόλη, όπου μαζεύτηκαν μετά το μεγάλο πόλεμο και το εμφύλιο μακελειό, για να ζήσουν καλύτερα. Λες και το χωριό τούς έφταιγε που ήταν ακαμάτηδες και τεμπέληδες κι ήθελαν να κάθονται και τα ψωμιά να πέφτουν σαν το μάννα εξ ουρανού. Όπως εκείνος ο χαραμοφάης που ένα πρωί, είχε τα χέρια στις τσέπες κι έκοβε βόλτες στην πλατεία κι όταν τον ρώτησαν:
Γιάννη γιατί δεν πας για δουλειά; απάντησε, κοιτώντας προς τα πάνω:
Δε βλέπετε που είναι έτοιμος για βροχή;
Μα ο καιρός ήταν θαυμάσιος κι ούτε ένα σύννεφο δε φαινότανε στον ουρανό!
Αλλά, όλοι αυτοί, ξαναγυρνούσαν στο χωριό το καλοκαίρι για τις διακοπές τους. Ακόμη κι εκείνοι που ’χαν πουλήσει τα δικά τους σπίτια και δε διέθεταν κατάλυμα κι ας γίνονταν βάρος στο σόι τους.
Μια χρονιά, θυμάμαι πως η θεία μου μου ’φερε πυτζάμες κι ένα μακρύ καρό παλτό. Και άιντε το παλτό το φόρεσα, αλλά τις πυτζάμες δεν ήθελα με κανένα τρόπο να τις βάλω πάνω μου, γιατί ήταν κατακόκκινες! Τ ό τ ε, γιατί αργότερα δεν τις αποχωριζόμουν και σ' αυτό συνετέλεσε ένα γεγονός που θα σας εξιστορήσω. 
 Κόκκινες πυτζάμες;.. ποτέ, τους είπα! 
Σαν αγρίεψαν, ωστόσο, τις φόρεσα κι έτρεξα να τρυπώσω κάτω απ’ τα σκεπάσματα. Τέτοια ντροπή ένιωσα! Κρύφτηκα όμως και για ένα ακόμη λόγο. 
Η θεία μου κάθε βράδυ έπλενε την ξαδέλφη μου ολόγυμνη στην αυλή ρίχνοντάς της κρύο νερό με το ποτιστήρι που ποτίζαμε τα λουλούδια κι εκείνη η καημένη έκλαιγε κι ούρλιαζε! Με τίποτε δε θα ’θελα να βρεθώ στη θέση της! Κι η θεία μου ήταν ικανή για όλα! Κι είχα δίκιο να φοβάμαι γιατί κάποια βραδιά με ξετρύπωσε απ’ το παράσπιτο που’ χα λουφάξει, και με ξεγύμνωσε στο άψε-σβήσε. Έβαλα τις φωνές:
Όχι στο σώμα θεία, κρυώνω! ενώ πιο πέρα η ξαδέλφη μου σπαρταρούσε σύγκορμη, ανατσουτσουρωμένη και με κοίταζε με τα πελώρια ολόμαυρα ματάκια της κι ήθελα ν’ ανοίξει η γης να με καταπιεί.
Και κείνο το βράδυ που ξαπλώσαμε γιατί μας έβαζαν να κοιμόμαστε μαζί η ξαδέλφη μου με χάιδεψε κι εγώ μήτε κουνήθηκα μήτε μίλησα, αλλά έκανα τον κοιμισμένο. Μόνο την άκουσα που ψιθύρισε:
Μη με μαρτυρήσεις! Χάιδεψέ με και συ αν θέλεις! και τότε γύρισα και της είπα:
Δε θα τα πω Φωτεινούλα, στο υπόσχομαι! και μετά κοιμηθήκαμε κοντά κοντά κι είδαμε το ίδιο όνειρο: πως τάχα ήμασταν παντρεμένοι και φιλιόμασταν!
Μα εγώ έχω την εντύπωση πως εκείνη τη νύχτα συνέβη κι αυτό, όχι με πρωτοβουλία δική μου, αλλά της Φωτεινούλας που ήταν μεγαλύτερη και ήξερε.
Τελικά, όχι μόνο τις πυτζάμες φόρεσα, μα κι εκείνο το καρό παλτό, όπως σας είπα, που μ’ έκρυβε ολόκληρο κι ήταν σαν ράσο! Μέχρι και φωτογραφία έβγαλα να τη στείλουμε στη θεία να με καμαρώσει. Αλλά πεισμάτωσα και δεν κοιτούσα το φωτογράφο, πρόσεχα τις μύτες των παπουτσιών μου, που ’χαν από κάτω κάτι πέταλα σαν των αλόγων. Όταν μου τα ’βαζαν με το ζόρι τις Κυριακές, αχούσε ο τόπος σαν ζωντανό που περπατά σε καλντερίμι! Γι’ αυτό προτιμούσα τις μαύρες γαλότσες κι ας μου ’κοβαν τα πόδια ψηλά στις γάμπες επειδή οι κάλτσες δε φτάναν μέχρι κει πάνω. Και κοκκίνιζε το δέρμα μου και μ’ έτσουζε. Τις γύριζα κι εγώ ανάποδα στο χείλος για ν’ ακουμπά το λεπτό γούνινο επίστρωμα πάνω στα ερεθισμένα μου πόδια. Τις έστηνα πάντα πλάι στην εξώπορτα για να τις επιβλέπω. Τις σκούπιζα μ’ ένα πανί κι απομάκρυνα τα βρώμικα χώματα με προσοχή. Άστραφτε το καουτσούκ και καθάριζαν τ’ ανάγλυφα σχέδια.
Μια φορά που οι γονείς μου με πήραν στην κοντινή πόλη για ψώνια, αυτές φόρεσα. Κι ήμουν πολύ περήφανος μέχρι που πρόσεξα με απορία ότι οι άλλοι φορούσαν κανονικά παπούτσια, χωρίς να ’ναι Κυριακή! Στο χωριό, παπούτσια βάζαμε μόνο τις γιορτές και τις Κυριακές. Αλλά δε μίλησα, γιατί δεν ήξερα πως θα το ’παιρνε ο πατέρας μου κι ήθελα ν’ αγοράσω τα εικονογραφημένα «Διαπλανητικά». Κι όλο τραβούσα τη μάνα μου μόλις περνούσαμε από περίπτερο. Και σαν έφτασε η πολυπόθητη στιγμή, κρεμάστηκα απ’ το περβάζι τανύστηκα και είπα:

― Αυτό θέλω! και το ’δειξα με το δάχτυλο.

Το βραδάκι κάναμε βόλτα στην παραλία κι έμεινα να κοιτάω εκστατικά τα λαμπερά φώτα μιας διαφήμισης μπισκότων «Παπαδοπούλου» που αναβόσβηνε στην προβλήτα. Κείνη την ώρα τα μάτια μου μεγάλωσαν και χώρεσαν όλο το φωταγωγημένο λιμάνι. Κι ύστερα, ενώ έπρεπε να πάμε στο σπίτι της θείας μου, για να περάσουμε τη νύχτα, άκουσα τον πατέρα μου να λέει ότι ντρεπόταν να την ενοχλήσουμε τέτοια ώρα και τη μητέρα μου να διαμαρτύρεται. Κι εγώ σκέφτηκα, μα δεν το ’πα, γιατί τάχα η θεία μου δεν ντρεπόταν και καθόταν ολόκληρο το καλοκαίρι στο δικό μας σπίτι στο χωριό για διακοπές. Παρ’ όλ’ αυτά, κοιμηθήκαμε έξω πάνω σ’ ένα σκληρό ξύλινο παγκάκι και κρύωνα στην αγκαλιά της μάνας μου, γιατί το διπλανό ρέμα τραβούσε, μα κρατούσα σφιχτά το εικονογραφημένο περιοδικό πάνω στην κοιλιά μου κι αισθανόμουν μια θαλπωρή να βγαίνει μέσ’ απ’ τις σελίδες του και ν’ ανεβαίνει μέχρι το μυαλό μου. Μέχρι που θάρρεψα πως οι ήρωες άναψαν φωτιά για να με ζεστάνουν με κείνα τα διαστημικά πιστόλια τους που ξερνούσαν πυρωμένη λάβα. Μετά σκέφτηκα πως αύριο θα ματάβλεπα τη ξαδέλφη μου κι αποκοιμήθηκα μόλις τ’ αστέρια τ’ ουρανού χάθηκαν απ’ τα μάτια μου.
Σαν, επιτέλους, ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα, φαίνεται πως οι ντροπές του πατέρα εξαφανίστηκαν κι επισκεφτήκαμε τη θεία μου. Εκείνη, καθόλου δεν ενοχλήθηκε άδικα λοιπόν φοβόταν ο πατέρας μουαλλά μόλις είδε τα «Διαπλανητικά» τα πήρε και την άκουσα να λέει χαμηλόφωνα πως δεν πρέπει να με αφήνουν να διαβάζω τέτοιου είδους περιοδικά. Δεν είναι καλά για τα παιδιά υποστήριζε κι ανέπτυσσε ένα σωρό επιχειρήματα. Οι γονείς μου την παρακολουθούσαν προβληματισμένοι, αλλά ήμουν σίγουρος πως θα περνούσε απ’ το μυαλό τους η ίδια σκέψη. Πώς είναι δυνατόν να είναι επικίνδυνες οι ζωγραφιές; Άνθρωποι δεν τις σχεδίασαν; Και θύμωσα με τη θεία του που αντί να λέει τέτοιες χαζομάρες το καλύτερο που ’χε να κάνει ήταν δει τις γαλότσες μου και να μου αγοράσει κανένα ζευγάρι καλά παπούτσια κι όχι κόκκινες πυτζάμες και ν’ αφήσει ήσυχα τα εικονογραφημένα μου! Και πριν προλάβουν να με σταματήσουν, άρπαξα το περιοδικό και το ’βαλα στα πόδια.
Αφήστε τον!.. άκουσα τη μάνα μου να λέει πίσω μου, πάει να το διαβάσει!
Αλλ’ εγώ μπήκα δρομώντας στο δωμάτιο της ξαδέλφης μου κι εκείνη ξύπνησε τρομαγμένη απ’ το θόρυβο.
Η Φωτεινούλα, σαν μ’ είδε, ανασηκώθηκε χαμογελώντας και τότε ξέχασα και τα «Διαπλανητικά» κι όλους τους διαστημάνθρωπους του Σύμπαντος και στάθηκα να κοιτώ, χωρίς να χορταίνω, το λεπτό λαιμό της που πρόβαλε μέσα απ’ το μισάνοιχτο κ α τ α κ ό κ κ ι ν ο νυχτικό της, ενώ την άκουγα που μου έλεγε γλυκά:
Έλα, ξάπλωσε μαζί μου να διαβάσουμε το Μικυμάου! και σηκώνοντας την κουβέρτα μου 'δειξε, χωρίς να το θέλει, τα γυμνά της πόδια. 

CG-G-02-01-?

© ΒΕΚ, 2016 Απαγορεύεται, ρητά, η αντιγραφή κι αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρους του, μ' οποιοδήποτε τρόπο, αυτούσιου ή τροποποιημένου, χωρίς την έγκρισή μου [Ν.2121/1993 (25 Α΄)]



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου