Τετάρτη, 20 Απριλίου 2016

ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ

G_ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ


ΨΗΦΙΔΕΣ


CG-G-02-01-41


ΔΙΗΓΗΜΑ



[ 41 ]   Το κλειδί



Το κλειδί


Το αυτοκίνητο μούγκριζε στην ανηφόρα με την πρώτη στο κιβώτιο. Κρατούσε το μπουφάν σφιχτά πάνω στα πόδια της και δε διακρινόταν ούτ’ ένα τετραγωνικό χιλιοστό γύμνιας. Το σπίτι φάνηκε ολόκληρο, κατάλευκο, στο τέρμα του δρόμου ανάμεσα στα ψηλά δέντρα, μοναχικό, σιωπηλό. 
Κοίταζε ίσια μπροστά της. Απ’ την άλλη πλευρά, σε μικρή απόσταση, ήταν η θάλασσα. Απ' το δωμάτιό της κοιτούσε τα κύματα να σκαμπανεβάζουν όταν έκανε έρωτα με τον άντρα της. Εκείνος δε το συνήθιζε, έδινε σημασία στ' αποτέλεσμα κι όχι στο συναίσθημα.
"Εγώ θέλω να τα βλέπουμε μαζί ν' ανεβοκατεβαίνουν όπως τα κορμιά μας" της είπε κάποτε, γι' αυτό βρισκόταν δίπλα του.
«Αυτό είναι;»
«Ναι», είπε ανόρεκτα.
«Πολύ όμορφο».
«Ναι», ξανάπε άχρωμα.
Σ' όλο το δρόμο ήταν ευδιάθετη, τώρα όμως που είχαν φτάσει στον προορισμό τους ο ενθουσιασμός της έπεσε κατακόρυφα. 
"Το σύνδρομο του Καβάφη!" σκέφτηκε αγέλαστη. 
Αλλά, αν υπαναχωρούσε, θα φαινόταν ανακόλουθη στα λόγια και στις πράξεις της. 
«Μπες στο ξέφωτο κι έλα σε λίγο μη μας δούνε μαζί. Θα ’χω ανοιχτή την πόρτα», είπε, χωρίς να τον κοιτάξει και πετάχτηκε έξω ανάλαφρα.
Διήνυσε γρήγορα τα πενήντα μέτρα της απόστασης ως την αυλόθυρα κι έβαλε το χοντρό κλειδί στην κλειδωνιά. Προχώρησε στο μικρό πλακόστρωτο διάδρομο.
Η εξώπορτα του σπιτιού την κοίταξε ερωτηματικά, καθώς την πλησίαζε...
------
Όταν έφτασε η στιγμή να ολοκληρώσουν τη σχέση τους, αυτή έριξε την ιδέα του εξοχικού. «Δεν είμαι απ’ αυτές που πηδιούνται οπουδήποτε, θέλω να γίνει σωστά, πολιτισμένα, να το χαρώ», του είπε.
Καθηγητές κι οι δυο φιλόλογοι, παντρεμένοι, γνώριζαν πολύ καλά τις απαιτήσεις της ζωής, ιδωμένης ως ένα σύνολο φυσικών και οργανικών λειτουργιών. Η ηδονή είναι η τροφή του σώματος και η αναζήτηση της ένας απ’ τους στόχους του ανθρώπου. Η ανθρωπινή ηθική είναι ένα σαθρό οικοδόμημα απ’ τη στιγμή που εμποδίζει την ελεύθερη διάθεση του σώματος και το υποβάλει σ’ ένα σωρό περιορισμούς, εμποδίζοντάς το να πετύχει την πλατωνική αποστολή του. Την απόδρασή του απ' τη Γήινη φυλακή.
Ωστόσο, άλλο η θεωρία κι άλλο η πράξη. Το δίδασκε και το ’ξερε καλά, πόσο πολύ απέχουν αυτές οι δυο λέξεις.
------
Άναψε και δεύτερο τσιγάρο, για να της δώσει τον απαραίτητο χρόνο να φρεσκαριστεί. Η γυναίκα κάνει σαν το λουλούδι που το πλησιάζει η μέλισσα. Ανοίγει τα πέταλά της προκλητικά κι ας μην το βλέπουμε.
Την είδε όμως απ’ το καθρεφτάκι να ’ρχεται και απόρησε.
------
Κι όλ' αυτά που δίδασκε στα παιδιά για την επικρατήσασα, καλώς ή κακώς, ηθική, για ποιο λόγο τα ’λεγε, αφού δεν τα πίστευε μήτε η ίδια; Και πόσος χρόνος τάχα θα χρειαζόταν, για να εκτονώσει την ερωτική της έξαψη; Ενδεχομένως και λίγα δευτερόλεπτα, αφού το σώμα της είχε ήδη αρχίσει να προετοιμάζεται. Τρόμαξε! Και μετά οι τύψεις, μπορεί και κλάματα, ίσως και κάποιο ξέσπασμα συνείδησης!
Γέλασε παράξενα κι έβαλε το χέρι μες στη τσάντα, για να βρει το  κ λ ε ι δ ί.
Η εξώπορτα την κοίταζε εχθρικά, σαν καμιά κλέφτρα που θα παραβίαζε την κλειδαριά της.
Έ β α λ ε  το κλειδί και το γύρισε.
Μετά  έ σ π ρ ω ξ ε, όπως έκανε κάθε φορά, κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, στις οικογενειακές διακοπές.
Η πόρτα δεν άνοιξε!
Την ξ α ν ά σ π ρ ω ξ ε  κι όταν αντιλήφθηκε το πρόβλημα, η ψυχραιμία της την εγκατέλειψε. 
Η μάνα της της είχε πει, κάποτε, πως στην Κατοχή, ένα βράδυ που θα ’ρχονταν οι Γερμανοί να κάνουν έρευνα στο σπίτι τους, η εικόνα απ’ το εικόνισμα έπεσε στο πάτωμα και στάθηκε όρθια πίσω απ’ την πόρτα καθυστερώντας για λίγη ώρα την παραβίασή της κι έτσι οι άντρες μπόρεσαν να το σκάσουν απ’ το μικρό παράθυρο του υπόγειου και να γλιτώσουν τη σύλληψη.
Κάτι εμπόδιζε και τώρα την πόρτα! Αναστατωμένη, τ ρ ά β η ξ ε  το κλειδί και το ’σ φ ι ξ ε μες στην αριστερή της  φ ο ύ χ τ α.
Έκανε πίσω τρομαγμένη και πήρε τον κατήφορο τρέχοντας.
Κάθισε λαχανιασμένη δίπλα του. Έδειχνε αλαφιασμένη, σα να ’δε κάτι το τρομερό.
«Τι σου συνέβη, καλή μου;»
«Δε θα το πιστέψεις, ξ έ χ α σ α τα κλειδιά!» είπε ψέματα.
Δεν την κοίταξε καν.
«Δε με πιστεύεις, το ξέρω!»
Δε μίλησε. Έβαλε μπρος.
«Πες κάτι, μίλα μου!»
Μαρσάρισε αδικαιολόγητα, κάνοντας όπισθεν χτυπώντας στον χωμάτινο όχτο (που την έκανε να ξεφωνήσει) και πήρε το δρόμο της επιστροφής.
Στην εθνική άνοιξε το ραδιόφωνο και σιγοτραγουδούσε. Κάποια στιγμή, αλλάζοντας ταχύτητα είδε το αριστερό της χέρι να ’ναι άσπρο απ’ το σφίξιμο.
Το ’χε μετανιώσει ήταν ολοφάνερο!
«Κλείσε το ραδιόφωνο σε παρακαλώ! Μίλα μου!»
Δε μίλησε όμως και πάλι.
«Με φοβίζει το βλέμμα σου, τι σκέφτεσαι;»
Την αγνόησε.
Έκλαψε για να κερδίσει χρόνο, να σκεφτεί. 
Ανεξάρτητα απ’ το συμβάν, που η εξήγησή του ήταν πολύ απλή και απορούσε πως δεν τη σκέφτηκε γρηγορότερα, η ίδια είχε ξεκαθαρίσει αν «ήθελε»; 
Μήπως, ό,τι συνέβη ήταν αποτέλεσμα της στιγμιαίας ατολμίας της; Ο καταλύτης που ενεργοποίησε κάποιες άγνωστες διαδικασίες; 
Κι αν ενέδιδε εκείνη τη στιγμή –μωρέ ρήμα που βρήκαν για το γυναικείο ελιγμό!- ήταν σίγουρη πως εκείνος θ' αποδεχόταν την υποχώρησή της ή θα γελοιοποιούνταν περισσότερο; 
Τον κοίταξε λοξά. Το ύφος του πρόδιδε πως είχε οργιστεί απ’ τη συμπεριφορά της και λογικό ήταν, γιατί να μην το παραδεχτεί; Θα το εξέλαβε ως απόρριψη.
Η λογική έλεγε πως, όσο κι αν είχε  φ ο υ σ κ ώ σ ε ι  η εξώπορτα απ’ την υγρασία, θα ’πρεπε να υποχωρήσει!
Την  έ σ π ρ ω ξ ε όμως ή όχι;
Δε θυμόταν!
Η σύγχυση του μυαλού της επιτάθηκε. Και τι θα συνέβαινε αν έβλεπε το κλειδί που κρατούσε κι αποκαλυπτόταν το ψέμα της; 
Φοβήθηκε πως τότε θα σταματούσε και θα την πετούσε έξω!
Κι έτσι, κάποια στιγμή που εκείνος γύρισε το πρόσωπό του αντίθετα, ξέσφιξε την αριστερή της γροθιά  κι έμεινε  να κοιτά αποσβολωμένη την αδειανή  της φούχτα!

______________________________________
© ΒΕΚ, 2016
Απαγορεύεται, ρητά, η αντιγραφή κι αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρους του, μ' οποιοδήποτε τρόπο, αυτούσιου ή τροποποιημένου, χωρίς την έγκρισή μου [Ν.2121/1993 (25 Α΄)]



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου