Σάββατο, 2 Απριλίου 2016

ΔΙΠΛΗ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

G_ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

ΨΗΦΙΔΕΣ

ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΛΑΜΠΗΔΟΝΕΣ

                                           

[ 35 ]  Διπλή προδοσία



ΦΩΤΟ: FREE INTERNET



«Τι συνέβη;» είπε πριν αναλυθεί σε δάκρυα


Διπλή προδοσία



Αιωρούνταν στον αέρα σα δεινές χορεύτριες, ντυμένες στα λευκά και χάνονταν κατρακυλώντας στο κενό. Κάποιες έκαναν τη μοιραία στάση στο περβάζι, για να ξαποστάσουν. Έρχονταν από πολύ ψηλά. Χιόνιζε αρκετές μέρες. Το σπίτι στην πλαγιά, μόλις που φαινότανε. Το μεγάλο παράθυρο φάνταζε σαν ζωντανός πίνακας κρεμασμένος στον τοίχο. Πουά σκηνικό, με φόντο το σκοτάδι. 
Στο καθιστικό του, μόνη της η Δανάη, αφού κουράστηκε να μετράει
χιονονιφάδες, αποκοιμήθηκε.  Τα υγρά μάγουλά της αστραποβόλησαν στο αμυδρό φως της φωτιάς που ’πεφτε στ' ολόγλυκο πρόσωπό της. Η λεπτή κουβέρτα που τη σκέπαζε γλίστρησε στο πάτωμα. Έξω, οι λευκοί κρύσταλλοι στοιβάζονταν αδιάκοπα στο μαρμάρινο κατώφλι.
Το χιόνι δε χωρούσε, πλέον, στη μικρή επιφάνεια και τρύπωσε στο δωμάτιο. Το πρώτο κύμα έλιωσε, για να περάσει πάνω του το επόμενο, που αντιστάθηκε στο θερμό μέτωπο και σύρθηκε στο πάτωμα. Το τρίτο σκαρφάλωσε στο κρεβάτι, ακούμπησε τις πατούσες της και προχώρησε κυματιστά πάνω στα πόδια της. Η Δανάη ανατρίχιασε και κουλουριάστηκε για να ζεσταθεί.
«Τα χέρια σου είναι κρύα».
«Πρέπει να χωρίσουμε, Δανάη».
Κάτι παγωμένο την άγγιξε στην πλάτη.
Το χιόνι προχωρούσε ολοένα και πιο πάνω.
«Γιατί, αγάπη μου;»
«Δεν είσαι πλέον η αγάπη μου, Δανάη!»
Ένιωσε να πεθαίνει. 
Το χιόνι την είχε σκεπάσει ολόκληρη. Έκανε μια προσπάθεια ν’ αναπνεύσει. Άνοιξε τα μάτια της, κοίταξε τριγύρω κι έτριψε τους ώμους της.
«Θα ’σβησε το τζάκι», μονολόγησε.
Σηκώθηκε κι έριξε μπόλικα ξύλα στη φωτιά.
«Τι όνειρο!» είπε και με τα ξυλιασμένα χέρια της σκούπισε τα βρεγμένα της μαλλιά .
Έβαλε τα χέρια  στο παράθυρο και προσπάθησε να δει έξω ανοίγοντας μια τρύπα στο θάμπος. Το χιόνι έπεφτε σιωπηλό.
«Τι συνέβη;» είπε ξέπνοη, πριν αναλυθεί στα δάκρυα.
«Μην εμπιστεύεσαι κανένα Δανάη κι εσύ παραείσαι εύπιστη».
«Η Νάντια, η καλύτερη φίλη μου, έτσι;»
Ήθελε να φύγει μακριά του, να μην τον ακούει. Την ενοχλούσε η παρουσία του. 
Κι ήρθε σ' αυτό το ορεινό ξενοδοχείο.

Τι πανέμορφες που ήταν οι νιφάδες, όπως παιχνίδιζαν και χόρευαν γι' αυτήν τον κύκνειο χορό τους.
Και μετά, κουρασμένες, αγκαλιάζονταν κι έλιωναν η μία πάνω στην άλλη!
Ποιος ξέρει, μπορεί γι αυτές  α υ τ ό  τ ο  λ ί γ ο  να ’ταν η ζωή, ο έρωτας κι ο θάνατος!
Κι άνοιξε διάπλατα το παράθυρο. 
Κόλλησε τα ρόδινα χείλη της πάνω στα νεκρά σώματα κι έσκυψε.
Στην κατηφόρα, στην αρχή, το χιόνι της φάνηκε κρύο, μέχρι που έπαψε να το αισθάνεται και δεν την ένοιαζε πια.

CG-G-02-01-39

___________________________________
© ΒΕΚ, 2016 

Απαγορεύεται, ρητά, η αντιγραφή κι αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρους του, μ' οποιοδήποτε τρόπο, αυτούσιου ή τροποποιημένου, χωρίς την έγκρισή μου [Ν.2121/1993 (25 Α΄)]









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου