Κυριακή, 17 Απριλίου 2016

ΜΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΔΙΟΛΟΥ ΤΥΧΑΙΑ

COMICOGRAFIMATA
G_ΨΗΦΙΔΕΣ

Ε Ρ Ω Τ Ι Κ Ε Σ  ΛΑΜΠΗΔΟΝΕΣ
παράξενοι έρωτες

[ 40 ]  Μία συνάντηση διόλου τυχαία


Ζήτησε να της ανάψω το τσιγάρο. 


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Την Κατερίνα την πήρα γυναίκα μου στα 30 μου και σήμερα, στα 60 μου, δεν έχω καταλήξει ακόμα, ποια Κατερίνα είναι. Αυτή που γνώρισα σ' ένα μπαρ ή η ξ α δ έ λ φ η του Στάθη, με την οποία ποτέ δε συνδέθηκα ερωτικά. Θα μου πείτε, αμέσως αμέσως, πως, αφού με τη δεύτερη  δεν είχα συνάψει σχέση, αποκλείεται να είναι αυτή η σύζυγός μου. Μη βιάζεστε όμως και, αν διαβάσετε προσεκτικά την παράδοξη ιστορία μου, πιστεύω να δικαιολογήσετε τις αμφιβολίες μου. Το μυστήριο αυτό με ταλάνισε σ' όλη τη, μέχρι τώρα,  ζωή μου κι ούτε πρόκειται να το διαλευκάνω μέχρι να πεθάνω. Αλλά ας αρχίσω σιγά σιγά....

ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
  
Ήταν πανέμορφη, με μαύρο προκλητικό φόρεμα κι ένα μεγάλο σταυρό κρεμασμένο στο λαιμό της. Καθόμασταν πλάι πλάι στον πάγκο του μπαρ και κοιταχτήκαμε συγχρόνως. Γελάσαμε κι οι δυο. Ζήτησε να της ανάψω το τσιγάρο. Όταν κατέβασε τα βλέφαρα, αντανακλαστικά, για ν’ αποφύγει τον καπνό, φάνηκε ν’ αργοτρέμει μια υπέροχη απόχρωση του μπλε. Ήπιαμε κάμποσα ποτά, δε θυμάμαι πόσα ακριβώς, μ’ όλ' αυτά που μου συνέβησαν, και που, όταν τα αναλογίζομαι, λέω ότι είναι αδύνατον να τα ’ζησα εγώ.
Η κοπέλα ήταν μαθηματικός, είκοσι πέντε χρονώ κατά την εκτίμησή μου, γιατί δεν ήμουν τόσο βλάκας, ώστε να τη ρωτήσω να μου φανερώσει την ηλικία της.
-Κι εγώ μαθηματικός ήθελα να σπουδάσω, αλλά ικανοποίησα την επιθυμία των γονιών μου που επέμεναν να γίνω μηχανικός.
Είπαμε κι άλλα.
-Μη με περάσεις για καμία του δρόμου. Ούτε μπαρόβια είμαι. Τυχαία μπήκα, ένιωσα ξαφνικά την ανάγκη για ένα ποτό.
-Εγώ, τα βράδια μετά τη δουλειά, βγαίνω, πού και πού, για ποτό, καθότι εργένης. 
Σ’ αυτήν τη δήλωση όλες οι γυναίκες τσιμπάνε, γιατί σκέφτονται πως δε θα ’χουν τίποτε ξεμαλλιάσματα με καμιά ομόφυλή τους.
Όταν όλα άρχισαν να φαίνονται διπλά, βγήκαμε απ' το μπαράκι και υποσχεθήκαμε, αμφότεροι, να ξαναβρεθούμε στο ίδιο μέρος, την επαύριον.
Μπήκα, λοιπόν, στ’ αυτοκίνητό μου κι ακολουθώντας τη διαδρομή που έκανα συνήθως αλλά προσεκτικά, δεν έτρεχα (έτσι νόμιζα), για να μη μου βγει ξινή η βραδιά, πέρασα κι απ’ το φαρδύ δρόμο με τα πλαστικά πασαλάκια στη μέση. Στο ενδιάμεσο περίπου δύο σηματοδοτών, είδα την πάροδο και ξαφνιάστηκα, γιατί εκεί δεν υπήρχε δρόμος. Κάθε μέρα περνούσα, είτε πεζός είτε εποχούμενος. Σ τ α μ ά τ η σ α, λοιπόν, για να κοιτάξω. Στο βάθος, κι όχι πολύ μακριά απ’ τη γωνία, διακρινόταν ένα πανύψηλο κτίριο. Κανονικά έπρεπε να φύγω, αλλά δε ξέρω τι ’ταν εκείνο που με ώθησε να στρίψω. Παρκάρισα πολύ κοντά του. Είχε μία πόρτα στην πρόσοψη και καθόλου παράθυρα. Παραξενεύτηκα, γιατί είμαι πολιτικός μηχανικός και ξέρω απ’ αυτά. Πώς φωτίζονταν-αερίζονταν οι χώροι του; Φαινόταν ψεύτικο, σα ντεκόρ γουέστερν ταινίας που τα κτίρια έχουν μόνο όψη. Παρ’ όλ’ αυτά, έδειχνα μια ανεξήγητη ψυχραιμία, γιατί δε διακρίνομαι καθόλου για την τόλμη μου. Φαίνεται πως η περιέργεια υπερκάλυπτε τη φοβία. Επίσης, πρέπει να σας πω (γιατί έχει σημασία) πως δεν είμαι θρησκευόμενος με την πραγματική έννοια της λέξης. Δηλαδή, δεν ανήκω στην ομάδα των πιστών καμιάς θρησκείας, όπως δεν ανήκω σε καμιά πολιτική, ποδοσφαιρική, κλπ, συνάθροιση ανθρώπων. Μόνος κι έρημος. Ένας περιθωριακός τύπος που ζω σύμφωνα με τις δικές μου αρχές, οι οποίες απέχουν παρασάγγες απ’ την καθεστηκυία κοινωνική και θρησκευτική ηθική. Είκοσι επτά χρόνων, άρτι απολυθείς απ’ το στρατό.
Έσπρωξα την πόρτα και, μες στο απόλυτο σκοτάδι που με υποδέχτηκε, ένα φως σαν από προβολέα «έδειχνε» ένα λιτό τραπέζι, χωρίς τραπεζομάντηλο. Πλησίασα ακόμη ήμουν ψύχραιμος και είδα ένα χοντρό δερματόδετο βιβλίο που στο κόκκινο εξώφυλλο είχε τυπωμένα δύο αρχικά.  Τότε, ένιωσα την πρώτη έκπληξη και θορυβήθηκα, χάνοντας ένα μέρος της ψυχραιμίας μου. Επειδή τα αρχικά ήταν του μικρού μου ονόματος και του επωνύμου μου.  Το άνοιξα με βιασύνη κι ένιωσα τη δεύτερη έκπληξη, χάνοντας... κλπ. Ήταν γεμάτο με εικόνες, δίχως ούτ’ ένα γράμμα. Η τρίτη έκπληξη ήταν πιο οδυνηρή, γιατί στις εικόνες ήμουν εγώ! Κι όχι μόνο αυτό, απεικόνιζαν στιγμιότυπα της ζωής μου! Σαν κάποιος να τραβούσε φωτογραφίες κι είχε φτιάξει το προσωπικό μου άλμπουμ.
Εκείνη τη στιγμή, εν πλήρει συγχύσει, αντιλήφθηκα να με ζυγώνει το αχνό περίγραμμα μιας γυναίκας.  Έκανα πίσω τρομαγμένος, μα έμεινα ακίνητος, γιατί μου μίλησε γλυκά και ήρεμα.
-Μ' έστειλαν να σε πάρω μαζί μου, αλλά μη φοβάσαι τώρα πια.
-Πού θα με πήγαινες; Ποιοι σ' έστειλαν;.. κατάφερα ν’ αρθρώσω παγωμένος, ενώ μια φοβερή υποψία καρφώθηκε στο μυαλό μου.
-Δεν κατάλαβες τι σου συνέβη;
-Να καταλάβω τι; Κι εσύ ποια είσαι; είπα σχεδόν με αναίδεια, για την οποία μετάνιωσα αργότερα.
-Δεν έχει σημασία. Μέχρι να φύγω όμως μπορείς ν' α λ λ ά ξ ε ι ς κάποια γεγονότα, προσωρινά βέβαια, να δεις πως θα εξελίσσονταν αν έπαιρνες μια διαφορετική απόφαση. Απλά χάιδεψε τις εικόνες με το δάχτυλό σου και θα καταλάβεις πώς γίνεται.
Το ’κανα και οι εικόνες άρχισαν να μιλάνε. Ξεφύλλισα γρήγορα τον τόμο να φτάσω  ε κ ε ί,  στο χρόνιο απωθημένο μου, και τον άκουσα να μου λέει, μες στην αποθηκούλα με τον αργαλειό που διαβάζαμε:

-Η ξαδέλφη μου η  Κ α τ ε ρ ί ν α θέλει να τα φτιάξετε.
-Άσε ρε Στάθη, δεν είμαι εγώ για τέτοια!
-Είσαι μαλάκας;
-Μπορεί και να ’μαι.
-Το κορίτσι σ’ ερωτεύτηκε, έτσι μου ’πε!
-Ξέχασέ το, Στάθη. Δεν έχω χρόνο για έρωτες, διαβάζω για τις Εισαγωγικές.
-Και λοιπόν; Σε γουστάρει, μην είσαι ανόητος. Δες το σαν ένα πήδημα κι ύστερα ό,τι προκύψει. Να κανονίσω να βρεθείτε;
Πάνω κει, μπήκε η μητέρα του με δυο πιάτα γεμάτα σπιτική πίτα και μ' έβγαλε απ' τη δύσκολη θέση ν' απαντήσω.  Με το φαί όμως η Κ α τ ε ρ ί ν α ξεχάστηκε. Μια για πάντα.

Έτριψα το δάχτυλο πάνω στο πρόσωπό μου και απλά σκέφτηκα. Ν' αλλάξω το παρελθόν μου ήθελα. Να διορθώσω το λάθος μου. Γιατί κι εμένα μ' άρεσε η Κ α τ ε ρ ί ν α, τότε. Και μ' άκουσα να λέω:
-Εντάξει. Πες της θα την περιμένω στο περίπτερο της γειτονιάς της, στον πλάτανο, απέναντι απ' το Θηλέων, ξέρεις, αύριο το βράδυ μετά το φροντιστήριο. Να νυχτώσει μη μας δει και κανένας.
Καιγόμουν να την ξαναδώ, πιτσιρίκα, με τα κόκκινα μαλλιά, τα ροδαλά μάγουλα και το μπλε σχολικό φόρεμα. 
-Θέλω να γίνω το κορίτσι σου! Αν το θέλεις και 'σύ φυσικά, μου ’πε θαρρετά, αφού το ’χε προαποφασίσει.
-Λάμπεις σα να ’χεις ένα φωτοστέφανο στα μαλλιά σου, Κ α τ ε ρ ί ν α..., είπα εγώ ντροπαλά.
Τα μάτια της έλαμψαν.
-Έλα, φίλησέ με, δε μας βλέπει κανείς στο σκοτάδι...
Κι είδα τη ζωή μου με την Κ α τ ε ρ ί ν α, είδα τη φοιτητική μας περίοδο, το γάμο μας, είδα μια άλλη εκδοχή της ζωής μου μέχρι τότεΜε είδα όπως ήμουν εκείνη τη στιγμή κι αναστατώθηκα..σήκωσα το δάχτυλο και οι εικόνες χάθηκαν.
Η παράξενη γυναίκα προχώρησε προς το μέρος μου. Θε μου! Ήταν ολόγυμνη, πανώρια! Το σώμα της όμως, το σώμα της είχε βαθιές ματωμένες αυλακιές κι αίματα που έτρεχαν από παντού! Τρόμος με κατέλαβε κι έτρεξα προς την πόρτα. Δεν κατάλαβα να μ’ εμποδίζει κάτι και βγήκα στο στενό δρόμο. Μπήκα στ’ αυτοκίνητο και με άτσαλους, νευρικούς χειρισμούς κατάφερα να κάνω αναστροφή, χωρίς να χτυπήσω πουθενά, και πάτησα το γκάζι.

ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Κάποιος με σκουντούσε δυνατά και συνήλθα. Το αυτοκίνητό μου είχε σταματήσει σε απόσταση λ ί γ ων μόλις εκατοστών απ’ το χοντρό τσιμεντένιο στύλο. Κοίταξα δεξιά μου, αλλά μόλις είδα το συνεχές τείχος των οικοδομών με κατέλαβε απελπισία. 
Τι μου ’χε συμβεί; Πού πήγε το στενό; Το κτίσμα; 
«Είστε καλά, κύριε; Άγιο είχατε! Ευτυχώς που φορούσατε τη ζώνη! Αν πέφτατε πάνω στο στύλο...» μου ’πε κάποιος, και κούνησε το κεφάλι του με νόημα.
«Νιώθω καλά, σας ευχαριστώ», είπα μουδιασμένα και γύρισα τη μίζα. 
Έβαλα την όπισθεν και μπήκα στην κυκλοφορία.
Ήμουν τυχερός που δεν ήρθε η τροχαία, γιατί, αν μου κάνανε αλκοτέστ, θα είχα μπλεξίματα και με το νόμο.

Την υπόλοιπη μέρα την πέρασα αφηρημένος, με τις σκέψεις να μ’ έχουν καθηλώσει στο κρεβάτι. Πριν κοιμηθώ, εντελώς ασυναίσθητα, ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό μου κι ήταν πικρό, φαρμάκι, στο λαρύγγι μου. Για την Κ α τ ε ρ ί ν α. Το βραδάκι, που ξύπνησα, θυμήθηκα το ραντεβού και ντύθηκα να πάω στο μπαρ.
Κάθισα στην ίδια θέση και περίμενα. Ήρθε, παρότι ήμουν σίγουρος για το αντίθετο.
-Εψές δε μου ’πες τ’ όνομά σου, ούτ’ εγώ βέβαια. Να συστηθώ: Βάιος!
-Χαίρω πολύ! Κατερίνα!
Ένιωσα ένα νευρικό τίναγμα στο αριστερό μπράτσο.
-Σύμπτωση θα ’ναι, σκέφτηκα.
Όλο το βράδυ την παρατηρούσα προσεχτικά. Το κορίτσι κάτι μου θύμιζε, μα δεν μπορώ να πω, πως έμοιαζε με  την Κ α τ ε ρ ί ν α του Γυμνασίου. Ως εκείνη τη στιγμή θεωρούσα ότι ήταν άσχετη με το «συμβάν» κι ότι η συνάντησή μας συνέβη εντελώς τυχαία. Όταν όμως την άκουσα να λέει τα παρακάτω λόγια προβληματίστηκα.
-Βάιο, να σε ρωτήσω κάτι;
Της είπα ότι δε θα ’πρεπε να μου ζητάει την άδεια.
-Χτες το βράδυ, μου ’πες κάτι που μου φάνηκε παράξενο.
-Θα ξεφούρνισα καμιά από κείνες τις αγενείς αντρικές εκφράσεις, όπως ήμουν πιωμένος. Με συγχωρείς αν σε πρόσβαλα!
-Όχι, αντιθέτως! Μου είπες κατά λέξη: Λάμπεις σα να ’χεις ένα φωτοστέφανο στα μαλλιά σου.
-Είδες τι κάνει το ποτό; είπα στα γρήγορα.
Μετά συνειδητοποίησα αυτό που άκουσα και παρά λίγο να μου ’ρθει ταμπλάς!
-Είσαι σίγουρη πως αυτά ήταν τα λόγια μου;
-Το παράξενο δεν είναι η φράση, ακούω τόσα πολλά πίσω μου κάθε μέρα, αλλά που είμαι σίγουρη ότι την έχω ξανακούσει σε κάποια φάση της ζωής μου! Δεν μπορώ να θυμηθώ όμως πού, πότε και από ποιον!
Πώς κατεβαίνει ρέμα μετά από πλημμύρα και σαρώνει ότι βρει μπροστά του, έτσι μ’ επισκέφτηκε ο πανικός! Κι αν δε γελούσε, για να μου φτιάξει τη διάθεση, θα χρειαζόμουν επειγόντως ηρεμιστικό.
Το κάναμε στ’ αυτοκίνητο, ενώ το μυαλό μου δούλευε πυρετωδώς, και χωρίσαμε ανανεώνοντας το ραντεβού. Η σχέση μας μάλλον θα πήγαινε προς μονιμοποίηση, γιατί μ’ άρεσαν όλα της, τα φανερά και τα κρυφά της.

Με το συμμαθητή και φίλο μου Στάθη είχαμε χαθεί τα τελευταία χρόνια. Είχα μια αμυδρή εντύπωση πως βρισκόταν στο εξωτερικό, αλλά σε ποια χώρα δεν ήξερα. Έψαξα για το τηλέφωνο του πατρικού του, μα δεν το ’χα κρατήσει. Ο υπολογιστής όμως μου ’δωσε ένα σωρό πληροφορίες γι’ αυτόν και φυσικά το τηλέφωνό του.

-Ήταν άτυχη, Βάιο, η ξαδέλφη μου η Κ α τ ε ρ ί ν α. Πριν μερικές μέρες σκοτώθηκε. Ένα αυτοκίνητο πέρασε κυριολεκτικά από πάνω της. Και μάλιστα στην πόλη σου.  Κανείς απ’ τους δικούς της δεν ήξερε ότι βρισκόταν εκεί ή τι ήρθε να κάνει. Μα, για κοίτα μια σύμπτωση! Να με πάρεις τηλέφωνο και να με ρωτήσεις γι' αυτήν λίγο μετά το μοιραίο. Λες και δεν έγινε τυχαία!  Ρε, μπας και σ’ έψαχνε; Της άρεσες, αλλά, αν θυμάμαι καλά, δεν έγινε τίποτε μεταξύ σας, επειδή εσύ το θέλησες. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο είχε στενοχωρηθεί γι' αυτό. Κι ήταν ανύπαντρη η δόλια!
Γιατί μου ’ξυσε την πληγή; Αχ, βρε Στάθη! Να 'ξερες πόσες φορές έχω κλάψει για την Κ α τ ε ρ ί ν α και πόσες σιχτίρισα τον εαυτό μου!
Έκλεισα το τηλέφωνο και σωριάστηκα στην πολυθρόνα συντετριμμένος. Τα πράγματα άρχισαν να γίνονται στενόχωρα. Το μυαλό μου έπαθε συσκότιση. Κι ύστερα φαντάστηκα την Κ α τ ε ρ ί ν α κάτω στ' οδόστρωμα, στην άσφαλτο, μ' αυλακωμένο το κορμί... με κόκκινες αυλακιές. Τελικά, δεν το απέφυγα το ηρεμιστικό. Καθώς το κατάπινα, σκέφτηκα πως όλα ταίριαζαν πλέον! Η μοίρα μας είχε προδιαγραφεί κοινή. Να πάμε από αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Και η άλλη Κατερίνα; Η Κατερίνα του μπαρ; Πώς ξεστόμισε τα λόγια που είχα πει στην Κ α τ ε ρ ί ν α; Τι σχέση μπορεί να έχει η Κατερίνα του μπαρ, μια άγνωστη, μ’ όλ' αυτά, τα δικά μου, τη δική μου ζωή; Η συνάντησή μας ήταν εντελώς συμπτωματική και συνέβη, λίγες μέρες μετά το μοιραίο... μετά το μοιραίο... κέρωσα… παιανού μοιραίο; της Κ α τ ε ρ ί ν α ς ή  μήπως και των δυο μας; Τι στην ευχή;.. δε ζούσα; Τσιμπήθηκα και πόνεσα.

 ΕΠΙΛΟΓΟΣ

30 χρόνια μετά, άκουσα τα βήματα της Κατερίνας να πλησιάζουν στο δωμάτιό μας. 
Ήρθε και κάθισε δίπλα μου.
-Φίλησέ με σαν κείνο το βράδυ, το πρώτο μας, θυμάσαι;...
Μα πώς μπορούσα να το ξεχάσω, το βράδυ εκείνο, που φύγαμε απ' το μπαρ κι ήταν η αρχή της σχέσης μας, που μας οδήγησε στο γάμο.
-...στον πλάτανο, απέναντι απ' το «Θηλέων», καλέ μου. Έλα, φίλησέ με, δε μας βλέπει κανείς στο σκοτάδι, σού είχα πει.
-!!...


(δεύτερη γραφή)

εικόνα: Fabian Perez

CG-G-02-01-01-40

© ΒΕΚ, 2016, 2017
Απαγορεύεται, ρητά, η αντιγραφή κι αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρους του, μ' οποιοδήποτε τρόπο, αυτούσιου ή τροποποιημένου, χωρίς την έγκρισή μου [Ν.2121/1993 (25 Α΄)]


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου