Κυριακή, 17 Απριλίου 2016

ΜΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΚΑΘΟΛΟΥ ΤΥΧΑΙΑ

Ε Ρ Ω Τ Ι Κ Ε Σ  ΛΑΜΠΗΔΟΝΕΣ

[ 40 ]  Μία συνάντηση καθόλου τυχαία

Ζήτησε να της ανάψω το τσιγάρο. 

Μία συνάντηση καθόλου τυχαία


Ήταν πανέμορφη, με μαύρο προκλητικό φόρεμα κι ένα μεγάλο σ τ α υ ρ ό κρεμασμένο στο λαιμό της. Καθόμασταν πλάι πλάι στον πάγκο του μπαρ και κοιταχτήκαμε συγχρόνως. Γελάσαμε κι οι δυο. Ζήτησε να της ανάψω το τσιγάρο. Όταν κατέβασε τα βλέφαρα, αντανακλαστικά, για ν’ αποφύγει τον καπνό, φάνηκε ν’ αργοτρέμει μια υπέροχη απόχρωση του μπλε. Ήπιαμε κάμποσα ποτά, γιατί δε θυμάμαι πόσα ακριβώς, μ’ όλα αυτά που μου συνέβησαν και που, όταν τα θυμάμαι, λέω ότι αποκλείεται να τα ’ζησα εγώ.
Η κοπέλα ήταν μαθηματικός, είκοσι πέντε χρονώ ―υποθέτω― γιατί δεν ήμουν τόσο βλάκας, ώστε να τη ρωτήσω να μου πει την ηλικία της.
«Κι εγώ μαθηματικός ήθελα να σπουδάσω, αλλά έγινε η επιθυμία των γονιών μου που επέμεναν να γίνω μηχανικός».
Είπαμε κι άλλα.
«Μη με περάσεις για καμία.... Μ’ αρέσεις, είναι απλό κι ούτε είμαι μπαρόβια», είπε.
«Ούτε κι εμένα για... ξελιγωμένο. Τα βράδια, βγαίνω πού και πού για ποτό, καθότι εργένης». Σ’ αυτήν τη δήλωση όλες οι γυναίκες τσιμπάνε, γιατί σκέφτονται πως δε θα ’χουν τίποτε ξεμαλλιάσματα με καμιά ομόφυλή τους.
Όταν όλα άρχισαν να φαίνονται διπλά, αφήσαμε το μπαράκι και υποσχεθήκαμε αμφότεροι να ξαναβρεθούμε στο ίδιο μέρος, την επαύριον.
Μπήκα, λοιπόν, στ’ αυτοκίνητό μου κι ακολουθώντας τη διαδρομή που έκανα συνήθως ―αλλά σιγά σιγά (έτσι νόμιζα) για να μη μου βγει ξυνή η βραδιά―, πέρασα κι απ’ τον φαρδύ δρόμο με τα πλαστικά παλούκια στη μέση. Στο ενδιάμεσο περίπου δύο σηματοδοτών, είδα την πάροδο και ξαφνιάστηκα, γιατί εκεί δεν υπήρχε δρόμος. Κάθε μέρα περνούσα είτε πεζός είτε εποχούμενος. Σταμάτησα λοιπόν για να κοιτάξω. Στο βάθος, κι όχι πολύ μακριά απ’ τη γωνία, διακρινόταν ένα ψηλό κτίριο. Κανονικά έπρεπε να φύγω, αλλά δε ξέρω τι ’ταν εκείνο που με ώθησε να στρίψω. Παρκάρισα πολύ κοντά του. Είχε μία πόρτα στην πρόσοψη και καθόλου παράθυρα. Παραξενεύτηκα, γιατί είμαι πολιτικός μηχανικός και ξέρω απ’ αυτά. Πώς φωτίζονταν-αερίζονταν οι χώροι του;
Έδειχνα μια ανεξήγητη ψυχραιμία, γιατί δε διακρίνομαι καθόλου για την τόλμη μου. Φαίνεται πως η περιέργεια υπερκάλυπτε τη φοβία. Επίσης πρέπει να σας πω (γιατί έχει σημασία) πως δεν είμαι θρησκευόμενος με την πραγματική έννοια της λέξης. Δηλαδή δεν ανήκω στην ομάδα των πιστών καμιάς θρησκείας, όπως δεν ανήκω σε καμιά πολιτική, ποδοσφαιρική, κλπ, συνάθροιση ανθρώπων. Μόνος κι έρημος. Ένας περιθωριακός τύπος που ζω σύμφωνα με τις δικές μου αρχές, οι οποίες απέχουν παρασάγγες απ’ την κοινωνική ή θρησκευτική ηθική. Είκοσι επτά χρόνων, άρτι απολυθείς απ’ το στρατό.
Έσπρωξα την πόρτα και, μες στο απόλυτο σκοτάδι που με υποδέχτηκε, ένα φως σαν από προβολέα «έδειχνε» ένα λιτό τραπέζι, χωρίς τραπεζομάντηλο. Πλησίασα ―ακόμη ήμουν ψύχραιμος― και είδα ένα χοντρό, δερματόδετο βιβλίο που στο κόκκινο εξώφυλλο είχε τυπωμένα τα αρχικά του μικρού μου ονόματος και του επωνύμου μου. Τότε, ένιωσα την πρώτη έκπληξη και θορυβήθηκα, χάνοντας ένα κομμάτι της ψυχραιμίας μου. Το άνοιξα με βιασύνη κι ένιωσα τη δεύτερη έκπληξη, χάνοντας... κλπ. Ήταν γεμάτο με εικόνες, δίχως ούτ’ ένα γράμμα. Η τρίτη έκπληξη ήταν πιο οδυνηρή, γιατί στις εικόνες ήμουν εγώ! Κι όχι μόνο αυτό, απεικόνιζαν στιγμιότυπα της ζωής μου! Σαν κάποιος να τραβούσε φωτογραφίες κι είχε φτιάξει το προσωπικό μου άλμπουμ.
Εκείνη τη στιγμή, πάνω στη σύγχυσή μου, αντιλήφθηκα το αχνό περίγραμμα μιας γυναίκας να με ζυγώνει. Έκανα πίσω τρομαγμένος, μα έμεινα ακίνητος, γιατί μου μίλησε γλυκά και ήρεμα.
«Ήρθα να σε πάρω μαζί μου, αλλά μη φοβάσαι τώρα πια!»
«Πού θα με πήγαινες;».. κατάφερα ν’ αρθρώσω παγωμένος.
«Δεν κατάλαβες τι σου συνέβη;»
«Να καταλάβω τι; Κι εσύ ποια είσαι;» είπα σχεδόν με αναίδεια, για την οποία μετάνιωσα αργότερα.
«Δεν έχει σημασία. Μέχρι να φύγω όμως μπορείς να αλλάξεις όποιες εικόνες θα ’θελες να μην υπάρχουν στο βιβλίο σου, το οποίο θα πάρω πίσω. Απλά χάιδεψέ τες με το δάχτυλό σου και θα καταλάβεις πως γίνεται».
Το ’κανα και οι εικόνες άρχισαν να μιλάνε. Ξεφύλλισα γρήγορα τον τόμο να φτάσω  ε κ ε ί,  στο απωθημένο μου, και τον άκουσα να μου λέει:
«Η ξαδέλφη μου η  Κ α τ ε ρ ί ν α  σε γουστάρει, θέλει να τα φτιάξετε».
«Άσε ρε Μάκη, δεν είμαι εγώ για τέτοια!»
«Είσαι μαλάκας;
«Μπορεί και να ’μαι».
«Το κορίτσι σ’ ερωτεύτηκε, έτσι μου ’πε!»
«Ξέχασέ το, Μάκη. Δεν έχω χρόνο για έρωτες, διαβάζω για τις Πανελλήνιες».
Έτριψα το δάχτυλο πάνω στο πρόσωπό μου και απλά σκέφτηκα.
«Πες της να βρεθούμε στο περίπτερο της γειτονιάς, στον πλάτανο, ξέρεις, αύριο βράδυ μετά τα φροντιστήρια».
Καιγόμουν να τη ξαναδώ, πιτσιρίκα, με τα κόκκινα μαλλιά και το μπλε σχολικό φόρεμα. Πήγαινε στη δευτέρα Γυμνασίου.
«Θέλω να γίνω το κορίτσι σου!» μου ’πε θαρρετά, αφού το ’χε προαποφασίσει.
«Λάμπεις σαν να ’χεις ένα φωτοστέφανο στα μαλλιά σου, Κατερίνα...», είπα εγώ ντροπαλά.
«Έλα, φίλησέ με, δε μας βλέπει κανείς...»
Κι είδα τη ζωή μου με τη Κατερίνα, είδα το γάμο μας... είδα μια άλλη εκδοχή της ζωής μου!
Η γυναίκα προχώρησε προς το μέρος μου και σήκωσα τα μάτια μου. Ήταν ολόγυμνη, πανέμορφη! Το σώμα της όμως είχε βαθιές χαρακιές με ξερά αίματα! Τρόμος με κατέλαβε κι έτρεξα προς την πόρτα. Δεν κατάλαβα να μ’ εμποδίζει κάτι και βγήκα στο στενό δρόμο. Μπήκα στ’ αυτοκίνητο και με άτσαλους, νευρικούς χειρισμούς κατάφερα να κάνω αναστροφή, χωρίς να χτυπήσω πουθενά, και πάτησα το γκάζι.

Κάποιος με σκουντούσε δυνατά και συνήλθα. Το αυτοκίνητο είχε σταματήσει λ ί γ α μόλις εκατοστά απ’ τον τσιμεντένιο στύλο. Κοίταξα δεξιά μου, αλλά μόλις είδα το τείχος των οικοδομών με κατέλαβε απελπισία. Τι μου ’χε συμβεί;
«Είστε καλά, κύριε; Ά γ ι ο  είχατε! Ευτυχώς που φορούσατε τη ζώνη!» μου ’πε κάποιος.
«Νιώθω καλά, σας ευχαριστώ» είπα μουδιασμένα και γύρισα τη μίζα. Έβαλα την όπισθεν και μπήκα στην κυκλοφορία.
Ήμουν τυχερός που δεν ήρθε η τροχαία, γιατί, αν μου κάνανε αλκοτέστ, θα είχα μπλεξίματα και με το νόμο.

Την υπόλοιπη μέρα την πέρασα αφηρημένος, με τις σκέψεις να μ’ έχουν καθηλώσει στο κρεβάτι. Πριν κοιμηθώ, εντελώς ασυναίσθητα, ένα δάκρυ αυλάκωσε το μάγουλό μου κι ήταν πικρό, φαρμάκι, στο λαρύγγι μου. Το βραδάκι, που ξύπνησα, θυμήθηκα το ραντεβού και ντύθηκα να πάω στο μπαρ.
Κάθισα στην ίδια θέση και περίμενα. Ήρθε, παρότι ήμουν σίγουρος για το αντίθετο.
«Εψές δεν μου ’πες τ’ όνομά σου, ούτ’ εγώ βέβαια. Να συστηθώ: Νότης!»
«Χαίρω πολύ! Κ α τ ε ρ ί ν α!»
Ένιωσα ένα νευρικό τίναγμα στο αριστερό μπράτσο.
«Σύμπτωση θα ’ναι», σκέφτηκα.
Όλο το βράδυ την παρατηρούσα προσεχτικά. Το κορίτσι κάτι μου θύμιζε, μα δεν μπορώ να πω, πως έμοιαζε με  κ ε ί ν η  την Κ α τ ε ρ ί ν α. Ως εκείνη τη στιγμή θεωρούσα ότι ήταν άσχετη με το «συμβάν» κι ότι η συνάντησή μας συνέβη εντελώς τυχαία. Όταν όμως την άκουσα να λέει τα παρακάτω λόγια προβληματίστηκα.
«Νότη, να σε ρωτήσω κάτι;»
Της είπα ότι δε θα ’πρεπε να μου ζητάει την άδεια.
«Χτες το βράδυ, μου ’πες κάτι που μου φάνηκε παράξενο».
«Θα ξεφούρνισα καμιά από κείνες τις αγενείς αντρικές εκφράσεις, όπως ήμουν πιωμένος. Με συγχωρείς αν σε πρόσβαλα!»
«Όχι, αντιθέτως! Μου είπες κατά λέξη: Λάμπεις σα να ’χεις ένα φωτοστέφανο στα μαλλιά σου».
«Είδες τι κάνει το ποτό;»
Μετά συνειδητοποίησα αυτό που άκουσα και παρά λίγο να μου ’ρθει ταμπλάς!
«Είσαι σίγουρη πως αυτά ήταν τα λόγια μου;»
«Το παράξενο δεν είναι η φράση, ακούω τόσα πολλά πίσω μου κάθε μέρα, αλλά που είμαι σίγουρη ότι την έχω ξανακούσει σε κάποια φάση της ζωής μου! Δεν μπορώ να θυμηθώ όμως πού, πότε και από ποιον!»
Πώς κατεβαίνει ρέμα μετά από πλημμύρα και σαρώνει ότι βρει μπροστά του, έτσι μ’ επισκέφτηκε ο πανικός! Κι αν δε γελούσε, για να μου φτιάξει τη διάθεση, θα χρειαζόμουν επειγόντως ηρεμιστικό.
Το κάναμε στ’ αυτοκίνητο και χωρίσαμε ανανεώνοντας το ραντεβού. Η σχέση μας μάλλον θα πήγαινε προς μονιμοποίηση, γιατί του κοριτσιού μ’ άρεσαν όλα.

Με το φίλο μου το Μάκη είχαμε χαθεί τα τελευταία χρόνια. Έψαξα για το τηλέφωνό του, αλλά δεν το ’χα κρατήσει. Ο Υπολογιστής όμως μου ’δωσε ένα σωρό πληροφορίες γι’ αυτόν και φυσικά το τηλέφωνό του στην υπηρεσία που εργαζόταν...

...«Ήταν άτυχη, Νότη, η Κ α τ ε ρ ί ν α! Σκοτώθηκε. Ένα αυτοκίνητο πέρασε κυριολεκτικά από πάνω της! Θυμάσαι που σε γούσταρε;»
«Γιατί μου το ’πε αυτό το τελευταίο; Α ρε Μάκη, πάντα ήσουν άσχετος με την ψυχολογία!»
Έκλεισα το τηλέφωνο και σωριάστηκα στην πολυθρόνα συντετριμμένος. Τα πράγματα άρχισαν να γίνονται στενόχωρα. Το μυαλό μου έπαθε σύγχυση. Τελικά δεν το απέφυγα το ηρεμιστικό. Ύστερα, κάθισα μπροστά στον Υπολογιστή. Έγραψα: «γυναίκα», «γυμνή», «αίματα». Εμφανίστηκαν αμέτρητες κακοποιημένες γυναίκες, μα κάτι μού ’λεγε πως δεν ταίριαζαν σ’ αυτό που έψαχνα. Συνέχισα με διάφορους συνδυασμούς των σχετικών λέξεων, ώσπου χτύπησα: «Κατερίνα», «ματωμένη». Και είδα το πρόσωπό της «γυναίκας του αλλόκοτου σπιτιού», στην πρώτη σειρά των εικόνων! Ολόιδιο!
Η λέξη «τροχός» στο πληροφοριακό σημείωμα μ’ αναστάτωσε κι ανέτρεξα στην βιογραφία της. «Μαρτύρησε», ενώ ένας τροχός με καρφιά όργωνε το κορμί της! Ανατρίχιασα! Η ανάσα δε μου ’φτανε και συνέχισα να διαβάζω με την άκρη του ματιού μου, γιατί φοβόμουν τα γράμματα, τις λέξεις, όλα.....
Πριν λιποθυμήσω, πρόλαβα να δω πως η αγία Αικατερίνη θεωρείται π ρ ο σ τ ά τ ι δ α  των Μ η χ α ν ι κ ών !..

(πρώτη γραφή)

εικόνα: Fabian Perez

CG-G-02-01-40-1

© ΒΕΚ, 2016 ( Από: «Παράξενες Ιστορίες»)
Απαγορεύεται, ρητά, η αντιγραφή κι αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρους του, μ' οποιοδήποτε τρόπο, αυτούσιου ή τροποποιημένου, χωρίς την έγκρισή μου [Ν.2121/1993 (25 Α΄)]


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου