Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2016

ΑΣ ΠΟΥΜΕ ΟΤΙ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΤΗΚΑΜΕ


ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΛΑΜΠΗΔΟΝΕΣ

ΔΙΗΓΗΜΑ
                                           

[ 38 ]  Ας πούμε ότι αποχαιρετιστήκαμε



ΦΩΤΟ: FREE INTERNET



Κάθε μέρα ζούσα ένα μικρό θάνατο. Πάνω στον πανικό μου προσπάθησα να βρω κάποια λύση. 




Κι εσύ δεν πρόφτασες
Να μ’ αποχαιρετήσεις
Στο τελευταίο ταξίδι
Το πιο γκρίζο απ’ όλα.


«Ας πούμε ότι αποχαιρετιστήκαμε»
Στάθης Ιντζές
«Συνωμοσία ταυτοχρονισμού»


Εργάζομαι εδώ και κάμποσο καιρό στον νεοϊδρυθέντα Οικονομικό Οργανισμό, που δημιουργήθηκε από άγνωστους επενδυτές, σε παγκόσμια κλίμακα, μετά την κρίση στο οικονομικό σύστημα και το κλείσιμο των Τραπεζών. 
Τον πόθησα αφ’ ης στιγμής τον πρωτοαντίκρισα. Ήταν ωραίος και γοητευτικός. Σαραντάρης, δέκα χρόνια μεγαλύτερός μου. Αυτός, όμως, δε μου ’δινε καμιά σημασία. Όποτε εύρισκα ευκαιρία τον πλησίαζα, για να με προσέξει, αλλά άδικα. Ώσπου, έγινε αυτό που επιδίωκα. Βρεθήκαμε κάπου μόνοι μας, για τις ανάγκες της επιχείρησης.
Έλεγα μέσα μου: «Πες κάτι γαμώ το!» 
Ή δεν είχε καταλάβει ή φοβόταν να ξανοιχτεί, για να μη φάει καμιά χυλόπιτα. Το ’χουν οι άντρες αυτό το σύνδρομο της ελλοχεύουσας απόρριψης. Όμως, επειδή μπορεί να μη μου παρουσιαζόταν άλλη ευκαιρία σαν κι αυτή, επιστράτευσα τα γυναικεία κόλπα. Στην επιστροφή κάθισα βαθιά στο κάθισμα κι έβγαλα τα μπούτια μου στη φόρα.
«Αν δεν καταλάβει και τώρα!..» σκέφτηκα.
«Είσαι όμορφο κορίτσι Εύη, αλλά ολίγον παντρεμένη, όπως κι εγώ άλλωστε», είπε και μου χαμογέλασε.
«Κι εσύ είσαι όμορφος», είπα και η προσδοκία φάνηκε καθαρά στ’ άσπρο των ματιών μου, καθώς τον λοξοκοίταξα.
Δεν ήταν βέβαια βλάκας και βγήκε σ’ έναν παράδρομο. Μου άρπαξε το κεφάλι κι έχωσε τα χείλια μου μέσα στο στόμα του.
«Είσαι γλυκιά, γλυκιά!», επανέλαβε πολλές φορές.
Τα χέρια μας μπερδεύτηκαν ανυπόμονα. Όλα γίνανε πολύ γρήγορα και άτσαλα.
«Κανόνισε να βρεθούμε σαν άνθρωποι», μου ’πε μετά.
Πέταξα στα ουράνια! Ήταν πολύ καλός εραστής, ο καλύτερος που χάρηκε το κορμί μου. Είχα χάσει το μυαλό μου. Τον αποζητούσα κάθε στιγμή της ημέρας και της νύχτας και περίμενα με ανυπομονησία να σμίξουμε.
Κάποτε, όμως, αντιλήφθηκα με τρόμο ότι ο άντρας μου περίσσευε στη ζωή μου! Δεν τον είχα πλέον ανάγκη κι επί πλέον τον παραμελούσα! Ευτυχώς που δε μου ζήτησε εξηγήσεις, γιατί ενδεχομένως να του ’λεγα την αλήθεια!
Και πήρα τη μεγάλη απόφαση, που ποτέ δεν κατάλαβε πόσο με κατέβαλε ψυχικά και σωματικά.
Κείνη τη μέρα, όταν όλοι έφυγαν κι έμεινα μόνη, κρύφτηκα ανάμεσα στις ντουλάπες κι έκλαψα...

Με τη Εύη είχα ερωτική σχέση. Η Εύη είναι αυτό που λέμε εμείς οι άντρες γυναίκα, κάτι που δεν είναι πάντα αυτονόητο. Η Εύη έπαιρνε φωτιά σα δαδί μόλις την άγγιζα. Έχετε ακούσει τριζόνια το βράδυ. Κάπως έτσι χαιρόταν τον έρωτα, με κοφτά ηχητικά ξεσπάσματα. Η Εύη έχει το κορμί που σ’ ωθεί να θέλεις να το γευτείς σαν ένα καλό φαγητό, για να αισθανθείς τη νοστιμιά του. Μαλακό, εκεί που το χέρι στέκεται να πιάσει τη σάρκα και λείο και τσιτωμένο εκεί που το χέρι τρέχει, γλιστράει ανυπόμονα για την επόμενη στάση. Αν έχεις τη Εύη, δεν την αλλάζεις, δεν πας με άλλη γυναίκα σ' όλη σου τη ζωή.
Πώς καταντήσαμε όμως έτσι; Για κάποιο λόγο, η Εύη δεν ήθελε να συνεχίσει τη σωματική επαφή μαζί μου. Διακόπηκε, λοιπόν, ο ερωτικός διάλογος, όπως τον γνωρίζουμε άπαντες. Δικαίωμά της, θα μου πείτε. Αλλά, δεν μπορείς να λες ότι: 
«Εγώ εξακολουθώ να σε βλέπω όπως πριν». 
Και λοιπόν; 
«Τι σημαίνει αυτό; Πώς θα είμαστε φίλοι;», τη ρώτησα, «Ένας άντρας και μια γυναίκα, σ’ αυτή την ηλικία, φίλοι;»
«Δεν καταλαβαίνεις!» μου ’λεγε, αλλά δε μου εξηγούσε περισσότερο.
Ήμουν κατηγορηματικά αντίθετος με την εξέλιξη των πραγμάτων. Μέσα σ’ αυτό το ζοφερό περιβάλλον το καημένο το μυαλό μου σάλεψε και προσπαθούσε να φυλαχτεί απ’ τα χειρότερα. Κάθε μέρα ζούσα ένα μικρό θάνατο. Πάνω στον πανικό μου προσπάθησα να βρω κάποια λύση. Το υποκατάστατο της Εύης! Δε μου το επέτρεψε ποτέ! Πάλεψε γι’ αυτό με πάθος, με νύχια και με δόντια, με κάθε τρόπο.
Κι έτσι μια μέρα μάζεψα τα πράγματά μου. Το βράδυ, κάλεσα τους στενούς συνεργάτες μου του Τμήματος Εκτιμήσεων του Ο.Ο. για ποτό. Η συζήτηση, μετά την κατανάλωση ικανής ποσότητας κόκκινου οίνου, μετατράπηκε σε γκομενο-κουτσομπολιό. Διάφορα ονόματα ακούστηκαν, γυναικών συναδέλφων που δεν τις ήξερα καν. Τόσο κολλημένος ήμουν στη Εύη. Είπαν και για τη Εύη. Τη φαντάζονταν, λέει, σαν εκείνα τα μεγάλα λουκούμια που σαν τα δαγκώνεις κοκκινίζουν. Μίλησαν αντρικά, πρόστυχα, κι ήθελα να κλείσω τ’ αυτιά μου, γιατί την Εύη, παρ’ όλα τ’ άσχημα γεγονότα που συνέβησαν τελευταία μεταξύ μας, δε σταμάτησα να την αγαπώ. Φυσικά, στο τέλος, ο πιο ξεμέθυστος κουβάλησε τους υπόλοιπους στα σπίτια τους.
Όταν έπεσα στο κρεβάτι συνειδητοποίησα ότι είχα ξεχάσει να τους πω το λόγο για τον οποίο τους κάλεσα! Το κατάλαβαν όμως την επαύριον, που δε με είδαν στη θέση μου.
Την επομένη που ταξίδεψα για την πρωτεύουσα, σταματούσα σε κάθε πάρκιν που εύρισκα κι έκλαιγα στη θύμησή της... στη θύμηση κείνης της πρώτης φοράς!

«Το μάθατε; Ο προϊστάμενός μας πήρε απόσπαση», έπιασε τ’ αυτί μου να σχολιάζουν. Η απουσία του άρχισε να πέφτει βαριά σ’ όλους τους χώρους. Έβλεπα τους άλλους να μιλούν, να κινούν τα χείλη τους, αλλά δεν τους άκουγα! 
Ξαφνικά, τα πάντα γύρω μου σωριάστηκαν κάτω.
Όταν συνήλθα, προτού ανοίξω τα μάτια μου, τους άκουσα να λένε:

«Πολύ κουράζεται η Εύη, κι αυτός ο προϊστάμενός μας τόσο καιρό δεν την ελάφρυνε λιγάκι την καημένη, ν' ανασάνει κάπως!»

________________________
© ΒΕΚ, 2016 
Απαγορεύεται, ρητά, η αντιγραφή κι αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρους του, μ' οποιοδήποτε τρόπο, αυτούσιου ή τροποποιημένου, χωρίς την έγκρισή μου [Ν.2121/1993 (25 Α΄)]





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου