Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2016

ΤΟ ΡΟΥΜΠΙΝΙ ΚΟΣΜΗΜΑ, διήγημα

   ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΛΑΜΠΗΔΟΝΕΣ

ΔΙΗΓΗΜΑ
                                           

[ 37 ]  Το ρουμπινί κόσμημα



ΦΩΤΟ: FREE INTERNET

Πλάγιασε στο μαξιλάρι και βαλάντωσε στο κλάμα. Τρανταζόταν σύγκορμη. 

Η επίπλωση του δωματίου ήταν λιτή. Δυο μονά σιδερένια ντιβάνια, μια καφέ πλαστική ντουλάπα με φερμουάρ στη μέση, που άνοιγε κατακόρυφα, κι ένα σπαστό τραπέζι κουζίνας για γραφείο με την καρέκλα του. Η στενή μπαλκονόπορτα είχε θέα στο φωταγωγό. Η ματιά χτυπούσε και ξαναγύριζε στο δωμάτιο, μεταφέροντας τη λευκότητα του τοίχου και μια αίσθηση φυλακής. Πάνω σ’ έναν τοίχο του δωματίου ήταν κολλημένη μια φωτογραφία της Μαρίας Σελλ σε νεαρή ηλικία. Πώς βρέθηκε εκεί δεν έμαθε ποτέ.
 Το μεσημέρι επέστρεψε στο δωμάτιο με την «Πρωινή Ελευθεροτυπία» στη μασχάλη. Ο συγκάτοικός του, ο Δημήτρης, ήταν εκεί. Φοιτητής επί πτυχίω της Νομικής και συγχωριανός του.
― Απόψε θα ’ρθει η Ζωή.
― Ξέρω, ξέρω. Εγώ την κοπανάω. Χαρτζιλίκι θα μου δώσεις για σινεμά μπαμπά;
― Δεν κατάλαβες καλά... Μένεις και την ξαποστέλνεις από κει που ’ρθε!

― Δεν μπορώ να κάνω τέτοια πράγματα, Δημήτρη!
― Μπορείς και παραμπορείς. Θα της πεις να μην ξανάλθει. Τέρμα, πες της! Εγώ θα πάω για διάβασμα σε φίλους και θα μείνω εκεί όλο το βράδυ. Το πρωί να μην την βρω εδώ.
Και λέγοντας αυτά πήρε ένα χοντρό βιβλίο ―το «Αστικό Δίκαιο» πρέπει να ’ταν―  κι έφυγε.

Ο Δημήτρης είχε γνωρίσει τη Ζωή σ’ ένα πανηγύρι στο Πήλιο, το περασμένο καλοκαίρι. Έτσι του ’πε. Έτυχε να παρευρίσκονται στην ίδια παρέα και δεν άργησαν να καταλάβουν ότι δεν υπήρχε τίποτε άλλο γύρω τους, παρά μόνο αυτοί οι δυο. Λίγο έξω απ’ το χωριό και υπό τους ήχους των οργάνων η Ζωή «γνώρισε» το Δημήτρη. Εκεί έδωσαν λόγο να ξαναβρεθούν, πράγμα που έγινε. Όποτε ερχόταν η Ζωή, αυτός έβγαινε στους δρόμους και κοιμόταν αλλού.

Η Ζωή κατέφθασε το βραδάκι. Άκουσε το κουδούνι και έτρεξε να της ανοίξει. Τριγωνικό προσωπάκι, μαύρα μαλλιά, μαύρα λαμπερά μάτια, μια σπάνια ομορφιά. Η σπιτονοικοκυρά, μια ηλικιωμένη κυρία, βγήκε στο διάδρομο.
― Ποιος είναι;
― Μια φίλη μου, κυρία Τζένη. Θα διαβάσουμε μαζί.
Κάτι μουρμούρισε εκείνη και χάθηκε στο εσωτερικό του σπιτιού. Ένα δωμάτιό της νοικιάζανε όλο κι όλο, γι’ αυτό ήταν αναγκασμένοι να της δίνουν αναφορά. Δεν τους ενόχλησε όμως ποτέ, απλά ήθελε να ξέρει ποιος ή ποια έμπαινε στο σπίτι της.
― Πέρασε, Ζωή, είχες καλό ταξίδι;
Δεν του απάντησε, αλλά άφησε κάτω την τσάντα της.
― Πού είναι ο Δημήτρης; Πάντα με περίμενε.
Τη λυπήθηκε πολύ.
― Πήγε σε φίλους να διαβάσει, έχει εξεταστική... περίοδο, είπε και γέλασε, αλλά το μετάνιωσε αμέσως.
― Δηλαδή, δε θα ’ρθει;
― Δεν ξέρω Ζωή, τι συνεννοηθήκατε;
 Έκλαψε εντελώς απρόοπτα και τον ξάφνιασε. Στο μεταξύ είχε καθίσει στην άκρη του κρεβατιού. Φορούσε μαύρη, πλισέ φούστα και λευκό πουκάμισο. Στο λαιμό της ήταν κρεμασμένο ένα ρουμπινί κόσμημα. Πλάγιασε στο μαξιλάρι και βαλάντωσε στο κλάμα. Τρανταζόταν σύγκορμη. Δεν ήξερε πώς να συμπεριφερθεί. Δεν τολμούσε και να την αγγίξει.
― Γιατί, γιατί;..
Μαύρισε η καρδιά του. Ήταν κι άπειρος από γυναίκες. Κάθισε απέναντι και την κοιτούσε. Κάποια στιγμή παρατήρησε ότι δεν κουνιότανε. Πλησίασε και άκουσε την ανάσα της να βγαίνει ήσυχη. Κοίταξε το ρολόι: Έντεκα. Συνήθως αυτήν την ώρα άνοιγε το τρανζίστορ κι άκουγε κανένα ραδιοπειρατή, διαβάζοντας μέχρι το πρωί, απόψε όμως δεν υπήρχε αυτή η δυνατότητα. Έβαλε τα χέρια πίσω από το κεφάλι και κοίταγε αφηρημένα τη Μαρία Σελλ.

Αρχικά της ξεκούμπωσε τα πέδιλα και σιγά σιγά τα ’βγαλε από τα πόδια της. Μετά κατέβασε το φερμουάρ της φούστας κι όπως ήταν λεπτή και γλιστρούσε, την τράβηξε εύκολα. Την τοποθέτησε προσεκτικά στη ράχη της καρέκλας. Προσπαθώντας να μην κοιτάζει τη θηλυκή περιοχή, που αποκαλύφθηκε, βάλθηκε να της ξεκουμπώσει το πουκάμισο. Τότε, η Ζωή άνοιξε τα μάτια της και γδύθηκε μόνη της.
― Σ’ ευχαριστώ. Δε σ’ έχω ξαναβρεί εδώ.
― Δεν έτυχε, είπε ψέματα.
Σηκώθηκε και τράβηξε απ’ την τσάντα ένα νυχτικό. Απ’ το μήκος, το χρώμα  και την συνολική εμφάνιση του ανύπαρκτου, διαφανούς υφάσματος κατάλαβε ότι προοριζόταν για τα μάτια του Δημήτρη!
 ― Ζωή, έχεις φάει;
Σούφρωσε τη μυτίτσα της και είπε:
― Πεινάω.
― Περίμενέ με.
Βγήκε κι έτρεξε στο σουβλατζίδικο που έτρωγε, όταν δεν πήγαινε στη Φοιτητική Λέσχη, δηλαδή τα Σαββατοκύριακα. Μπαίνοντας τον πρόλαβε ο  πάντα καταϊδρωμένος και χοντρός ιδιοκτήτης.
― Δύο χωρίς κρεμμύδι;
― Βάλε τρία, έχω επισκέψεις, απόψε. Και χωρίς τζατζίκι!

Τον περίμενε και ανασηκώθηκε στο κρεβάτι, σταυρώνοντας τα πόδια της. Άρπαξε το δικό της και το καταβρόχθισε σε χρόνο μηδέν. Έγλυψε και τα δάχτυλά της.
― Μμμ,.. νόστιμο, είπε.
Μοιράστηκαν και το τρίτο. Σκουπίστηκε και ακούμπησε στον τοίχο το κεφάλι της.
― Όλα τα καλά έχουν ένα τέλος. Κάνεις όνειρα και αίφνης πέφτει ο ουρανός στο κεφάλι σου. Άντε να σηκωθείς μετά.
Δε μίλησε.
― Μου ’λεγε ότι μ’ ερωτεύτηκε. Αλλά ο έρωτας δεν είναι σταθερό συναίσθημα, τον σκορπίζει  ο αέρας.
Έπεσε κι έσυρε πάνω της το σεντόνι.
― Καληνύχτα.
― Καληνύχτα, Ζωή.
Έσβησε το φως. Την είδε που γύρισε προς τον τοίχο. Έκανε σχέδια στον τοίχο με το δάχτυλο.
―Ζωή, δε θα σε ξαναδεί! είπε και παραλίγο να ’βαζε τα κλάματα.
Στράφηκε απότομα και έμεινε να τον κοιτάζει. Δεν έκλαψε, ίσως να το ’χε διαισθανθεί. Έγειρε μπρούμυτα και κλώτσησε το σεντόνι με μανία.
― Ηλίθιε, μαλάκα!
Δεν ξαναμίλησαν.
Το γυμνό της σώμα διακρινόταν ολοκάθαρα στο λιγοστό εξωτερικό φως του φεγγαριού και η αδρεναλίνη που χυνόταν στο αίμα του τον εμπόδιζε να κοιμηθεί. Η καρδιά του σφυροκοπούσε το στήθος.
Ή τ α ν είκοσι χρόνων, τ ό τ ε!
Άνοιξε την μπαλκονόπορτα ν’ ανασάνει, πνιγόταν. Κοίταξε την ώρα: Μία.
Κάποτε πρέπει να κοιμήθηκε βαριά κι έτσι δεν την αντιλήφθηκε πότε ακριβώς σηκώθηκε. Είχε φωτίσει και ήταν από πάνω του ντυμένη και του χαμογελούσε.
― Πώς σε λένε;

Κι έφυγε όπως ήλθε, αθόρυβα, με το κεφάλι ψηλά! Βγήκε στο διάδρομο και πρόλαβε να δει τη μαύρη φούστα να παιχνιδίζει γύρω απ’ το κορμί της. Γύρισε στο δωμάτιο και κοίταξε θλιμμένος το τσαλακωμένο σεντόνι πάνω στ’ άδειο κρεβάτι εκεί που πριν από λίγο βρισκόταν μισόγυμνη εκείνη. 
Είχε την εντύπωση ότι κάτι δεν πήγαινε καλά!

Ο Δημήτρης ήρθε κατά το μεσημέρι.
― Εντάξει όλα;
― Ναι, την  έστειλα με το ίδιο εισιτήριο.
― Να σου πω και το ευχάριστο νέο. Αρραβωνιάζομαι το Σάββατο στο χωριό, την Στέλλα, την ξέρεις.
Την γνώριζε,  γιατί κι αυτός τη γουστάριζε.
― Τελείωσαν οι συζητήσεις περί προίκας, και συμφωνήσαμε. Έχουν μεγάλη περιουσία, αλλά είναι δυο αδελφές και μέχρι να τη μοιράσουν, καταλαβαίνεις... Εν τέλει τα βρήκαμε.
Γι’ αυτό ήθελε να ξεφορτωθεί τη Ζωή! Του ’ρθε να τον χαστουκίσει, αλλά ήταν μεγαλύτερός του, εξ άλλου δεν του ’πεφτε και λόγος.
― Να ζήσετε, Δημήτρη!
Μετά ξάπλωσε κι έκλεισε τα μάτια.
―Τι θέλει να σπουδάσει η Ζωή;
― Αρχιτέκτων. Τον ερχόμενο Σεπτέμβριο θα δώσει εξετάσεις. Θα τα καταφέρει, είναι έξυπνη και μελετηρή.
Καταχάρηκε, αλλά δεν προδόθηκε!
Τρύπωσε το χέρι κάτω απ’ το μαξιλάρι όπως συνήθιζε κι έπιασε κάτι σκληρό! Το πασπάτευσε με τα δάχτυλα. Δε χρειαζόταν να το δει, ήταν το ρουμπινί της κόσμημα! Και ξαφνικά του δημιουργήθηκε μια αδήριτη επιθυμία να της το περάσει στο λαιμό!
Του ’ρθε να ξεφωνίσει, αλλά είπε μόνο:
― Δημήτρη, ξύπνα με στις τέσσερις. Έχω «εργαστήρια σκυροδέματος» μέχρι τις εννιά. Μετά θα πάω σινεμά στη «Φαργκάνη» και θ’ αργήσω να γυρίσω. Μπορεί να κοιμηθώ και σε κανένα φίλο, απόψε.
Τη διεύθυνσή της την ήξερε. Τα γράμματά της, που σχημάτιζαν σωρό πάνω στο τραπέζι, τα διάβαζε κι αυτός.
Προλάβαινε.
Το τραίνο για τη Λάρισα έφευγε στις πέντε.

__________________________________

© ΒΕΚ, 2016 
Απαγορεύεται, ρητά, η αντιγραφή κι αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρους του, μ' οποιοδήποτε τρόπο, αυτούσιου ή τροποποιημένου, χωρίς την έγκρισή μου [Ν.2121/1993 (25 Α΄)]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου