Τρίτη, 22 Μαρτίου 2016

ΕΡΩΤΙΚΗ ΑΝΤΩΝΥΜΙΑ, διήγημα

          ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΛΑΜΠΗΔΟΝΕΣ


 ΔΙΗΓΗΜΑ

                                                  

[ 36 ]  Ερωτική αντωνυμία


Ζωγρ.: Fabian Perez


Δεν είχε φιλενάδα κείνο τον καιρό κι έτσι δέχτηκε την πρόταση της Κλαίρης να πάνε για καφέ. Ήταν, όμως, άφραγκος και της το ’πε. Η κοπέλα γέλασε καλόκαρδα και του ’δειξε τη φουσκωμένη  τσάντα της. Άφησαν την αίθουσα διδασκαλίας, όπου ο βοηθός της έδρας παρέδιδε ασκήσεις Στατικής και βγήκαν απ’ τη Σχολή. Κατηφόρισαν προς την παραλία, περνώντας μέσ’ απ’ τη Διεθνή Έκθεση. Η Κλαίρη ήταν φανταστική μες στο γκρι ταγιέρ της, το γκρι παλτό και το λευκό σκουφάκι. Ήταν συνομήλικοι, αλλά η Κλαίρη τα ’χε με το Γιάννη όλα τα χρόνια. Έμεναν στην ίδια πολυκατοικία και στον ίδιο όροφο μα πέραν μιας καλημέρας δεν τόλμησε να προχωρήσει πιο πέρα. Ο Γιάννης ήταν συμφοιτητής του και δεν του άρεσε να μπαίνει ανάμεσα σε ζευγάρια. Με τόσες ελεύθερες γυναίκες γύρω του θεωρούσε ανόητο να διεκδικήσει μια δεσμευμένη. «Άρα, προς τι η πρόσκληση;» διερωτήθηκε. Τι γύρευε απ’ αυτόν; Δε θ’ αργούσε να το μάθει. Η πλατεία στη ΧΑΝΘ είχε ντυθεί στ’ άσπρα. Πέρασαν απ’ το γήπεδο του μπάσκετ και κατευθύνθηκαν προς το μέγαρο της Εταιρίας Μακεδονικών Σπουδών. Οι χιονιές τούς πάγωναν τα μάγουλα. Το ’χε στρώσει για τα καλά.

Παρήγγειλαν καφέ και την κοίταξε διερευνητικά. Τι είχε στο μυαλό της; Η Κλαίρη σήκωσε την κούπα του καφέ, με τα δυο της χέρια και ρούφηξε μια γερή γουλιά. Σπούδαζε Νομικά και ο στόχος της ήταν να μπει στο Δικαστικό Σώμα. Το πρώτο το γνώριζε, το δεύτερο κείνη τη στιγμή το μάθαινε και της ευχήθηκε να πραγματοποιηθούν το συντομότερο τα όνειρά της. «Για την ώρα είμαι μόνον απόφοιτη», είπε, «Που θέλει να κάνει έρωτα μαζί σου τώρα!» συνέχισε και τον αιφνιδίασε. Παρά λίγο να πνιγόταν.
Κλαίρη, τι λες;.. Ο Γιάννης;..
Δεν τον άφησε να το σκεφτεί ούτε του ’δωσε περισσότερες εξηγήσεις. Άφησε πάνω στο τραπέζι το καθρεφτάκι και το κραγιόν της και κατευθύνθηκε προς τις τουαλέτες. Άρπαξε τ’ αξεσουάρ και την ακολούθησε φωνάζοντας:
Κλαίρη, κάτι ξέχασες!
Κολλημένη στον κρύο τοίχο με τα πόδια γύρω του δεν έδειχνε το παραμικρό πάθος. Ο τρόπος που τον αγκάλιαζε επίσης τον προβλημάτισε. Σα να μην την ενδιέφερε τι γινόταν εκεί κάτω! Εξερευνούσε το πρόσωπό του, παρατήρησε μετ’ επιμονής τις κόρες των ματιών του, κοίταξε μες στο στόμα του, στ’ αυτιά του, σήκωσε το πηγούνι, περιεργάστηκε το λαιμό του. Κι όταν το ερωτικό παιχνίδι είχε κορυφωθεί –το κατάλαβε απ’ τους σπασμούς της και το τρίψιμο πάνω του- αυτή του καθάριζε ένα σπυράκι στο μάγουλο! Είπε μόνο: «Δεν ήξερα πως είσαι τόσο καλός!» Πού να ’ξερε, πόσο καιρό είχε να πηδήξει ο δόλιος!
Όταν επέστρεψαν στο τραπέζι, η Κλαίρη είχε μια ευτυχισμένη έκφραση στο πρόσωπο. Έβγαλε το πορτοφόλι της και άφησε πάνω στο τραπέζι ένα χαρτονόμισμα.
Τα ρέστα δικά σου, αλλά μη μ’ ακολουθήσεις, σε παρακαλώ!
Στο φως του στύλου την είδε ν’ απομακρύνεται, ενώ οι χιονονιφάδες, που είχαν στο μεταξύ πυκνώσει, παιχνίδιζαν γύρω της. Είχε νυχτώσει για τα καλά κι έκανε κρύο, παγωνιά. Ανηφόρισε προς το διαμέρισμα που νοίκιαζε, αφήνοντας πίσω τον τορό του πάνω στο χιόνι. Ώστε, τον ήθελε για μια φορά μόνο! Ήταν και βιτσιόζα! Παράξενη γυναίκα! Βάζοντας το κλειδί στην πόρτα λοξοκοίταξε θυμωμένος στο τέρμα του διαδρόμου. Να ήταν μέσα; Αν και η πρόκληση ήταν μεγάλη, δε χτύπησε το κουδούνι της, σεβόμενος την επιθυμία της.
Την επαύριον, βιάστηκε να πάει στη Σχολή. Το κτήμα της Πανεπιστημιούπολης ήταν κάτασπρο και το χιόνι συνέχιζε με αμείωτο ρυθμό. Δε θα πήγαινε, αλλά έπρεπε να λύσει το μυστήριο της Κλαίρης. Ο Γιάννης δεν ήταν στους παρόντες. Ήρθε αργότερα, προς το μεσημέρι. Τον πλησίασε και εντελώς αδιάφορα τον ρώτησε:
Έχω πολλές μέρες να δω την Κλαίρη. Πού την κρύβεις;
Η Κλαίρη τελείωσε και έφυγε για το χωριό της, μέχρι να ορκιστεί. Μα δε βαριέσαι, χωρίσαμε. Την παράτησα, γιατί είχαμε παραγνωριστεί! Μα, ούτε οι πρώτοι ούτε οι τελευταίοι είμαστε που τα χαλάνε. Πώς τα πας με τα μαθήματα;
Καλά απάντησε ανόρεχτα και μπήκε στ’ αμφιθέατρο να παρακολουθήσει την παράδοση της Οικοδομικής.
Ο Γιάννης, λοιπόν, αγνοούσε πως η Κλαίρη βρισκόταν στην πόλη. Προφανώς, θα τη φιλοξενούσε κάποια φίλη της. Άρα εψές και να χτυπούσε την πόρτα της δε θα την εύρισκε εκεί. Πότε είχε ξενοικιάσει και δεν το πήρε είδηση;
Δεν άργησε να ’χει παραισθήσεις. Ο καθηγητής τού φάνηκε ότι φορούσε το ταγιέρ της. Η αίθουσα μίκραινε, οι τοίχοι πλησίαζαν μεταξύ τους και φοβήθηκε ότι θα τον συνέθλιβαν. Κράτησε το κεφάλι του, που βούιξε ξαφνικά, κι όρμησε έξω! Κάτι πήρε τ’ αυτί του για τον ανεπαρκή αερισμό του χώρου, αλλά δεν έδωσε σημασία. Σ’ ένα τέταρτο έφτασε στο σπίτι λαχανιασμένος και παγωμένος. Έσπρωξε την πόρτα και είδε το σημείωμα. Το σήκωσε και ήξερε, πριν ακόμη το ανοίξει, ότι κάτι κακό έκρυβε.

«Επιθυμούσα από πολύ καιρό να σμίξω μαζί σου, μ’ ανήκα στο Γιάννη και όταν με παράτησε, δεν το σκέφτηκα καθόλου! Μια στιγμή μαζί σου, έσβησε τέσσερα χρόνια με κείνο το βλάκα. Σ’ ευχαριστώ, αγόρι μου»

«Δηλαδή, έκανες το κέφι σου κι από δω παν κι οι άλλοι! Αλλά χαλάλι σου! Αντίο, Κλαίρη! Και τώρα, να δούμε τι ζημιά μου ’κανες εδώ μέσα...» είπε πικραμένος κι έπιασε το στήθος του. Τουρτούριζε και τυλίχτηκε με την κουβέρτα να ζεσταθεί. Η πολυκατοικία δε διέθετε κεντρική θέρμανση και «βολευόταν» με μια θερμάστρα που ’μοιαζε με παιδικό παιχνίδι κι έριχνε συνέχεια την ασφάλεια. Μέσ’ απ’ το παράθυρο είδε το χιόνι που ’πεφτε σπυρωτό. Μια πάλλευκη ωραιότητα... σαν την Κλαίρη. Στη θύμηση του όμορφου προσώπου της έκλαψε με την ψυχή του. Δεν ήταν για τέτοια αυτός. Αν έκανε «σχέση», θα ήταν με το κορίτσι που θα παντρευόταν. Δεν έπρεπε να παρασυρθεί, αφού το ’ξερε πως μετά την πλήρωνε ακριβά. Λίγο προτού ξυπνήσει, ξανάρθε στο νου του η ζοφερή κατάσταση. Προσπάθησε να την απωθήσει απ’ το μυαλό του, αλλά δεν τα κατάφερε κι έτρεξε στο μπάνιο να προλάβει τον ερχομό του πανικού. Έβαλε το κεφάλι του κάτω απ’ τη βρύση και το κρύο νερό του ’κανε καλό.
Στην κουζίνα, έψηνε τον καφέ στην γκαζιέρα, ενώ ταυτόχρονα με μυαλό πιο καθαρό, τώρα, «επεξεργαζόταν» το κείμενο του σημειώματος. Αίφνης μια ανατριχίλα διέτρεξε τη δεξιά πλευρά του απ’ το μηρό ως τον αυχένα.
Μα, πώς στάθηκε τόσο ηλίθιος; Πώς και δεν τα ’χε αντιληφθεί, ευθύς αμέσως, όλα;
Πρώτον ότι τον είχε δοκιμάσει, όπως θα ’ψαχνε παντού, όταν αγόραζε, ένα φουστάνι της, μήπως είχε τίποτε ελαττώματα! Η κοπέλα δε θα ’παιρνε γουρούνι στο σακί!
Και δεύτερον το σημείωμα. Αν επρόκειτο γι’ αποχαιρετιστήριο, δε θα ’χε ένα γεια, ένα αντίο; Τόσο αγενής δεν ήταν, τη γνώριζε τέσσερα χρόνια κι ας μην είχαν κάνει παρέα.
Και τρίτον:  θα τον αποκαλούσε α γ ό ρ ι  τ η ς; Χρησιμοποιώντας κτητική αντωνυμία;
Αγόρι  τ η ς  δεν υπήρξε ποτέ. Μ’ ένα πήδημα δε γίνεται κανείς ιδιοκτησία του άλλου! Μπορούσε, όμως, να γίνει στο μέλλον!
Φαίνεται πως τη νύχτα που πέρασε θα το αποφάσισε. Της άρεσε και τον ήθελε! Έπρεπε να τη βρει! Στην ανάγκη, θα ’ψαχνε όλη την πόλη!
Απ’ τη βιασύνη του, έριξε κάτω το μπρίκι γεμίζοντας το δάπεδο με καφέδες κι έτρεξε με αγωνία να βγει να την αναζητήσει! Το πού δεν το ’χε σκεφτεί! Κι άνοιξε την εξώπορτα απότομα!
Ήταν απέξω και είχε σταυρωμένα τα χέρια στο στήθος της.
     ― Άργησες! Λίγο ακόμη και θα ξύλιαζα, καλέ μου! του ’πε και πέρασε δίπλα του.
________________________________________________
© ΒΕΚ, 2016
Απαγορεύεται, ρητά, η αντιγραφή κι αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρους του, μ' οποιοδήποτε τρόπο, αυτούσιου ή τροποποιημένου, χωρίς την έγκρισή μου [Ν.2121/1993 (25 Α΄)]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου