Σάββατο, 5 Μαρτίου 2016

ΕΡΩΤΙΚΗ ΣΤΑΣΗ

ΕΡΩΤΙΚΕΣ Λ Α Μ Π Η Δ Ο Ν Ε Σ


[ 32 ]   ΕΡΩΤΙΚΗ ΣΤΑΣΗ


Φόρεσε και το καλό της κόκκινο φουστάνι, που κουβάλησε για την περίσταση.


Ερωτική στάση


ΑΠΟ ΤΟΤΕ, που της καρφώθηκε η ιδέα να κοιμηθεί με τον Πέτρο, συνάδελφό της στον Οικονομικό Οργανισμό, είχε αγχωθεί. Γνώριζε ότι τον είχε διπλαρώσει εδώ και καιρό η Νίκη. Καλό πουτανάκι, όπως άκουγε στις συζητήσεις των αντρών! Δεν είχε αφήσει και κανέναν παραπονεμένο!
Στο Συνέδριο δε χρειαζόταν, δεν ήταν απαραίτητη. Αλλά κείνος την κουβάλησε, για να καμαρώνει δίπλα της. Κι αυτή το εκμεταλλεύτηκε κι ήρθε… ξεχνώντας να ντυθεί. Οι σύνεδροι, «ενθουσιασμένοι», έδωσαν τον καλύτερο εαυτό τους, μίλησαν κι εκτός κειμένου, κρυφοκοιτώντας σαν νηστικοί τα λαχταριστά, ομολογουμένως, πόδια της.
Δεν άντεχε να βλέπει τα γουρλωμένα μάτια τους και έφυγε νωρίτερα απ’ το αμφιθέατρο. Ο Οργανισμός είχε φροντίσει να τους εξασφαλίσει δωμάτια στο πολυτελέστερο ξενοδοχείο της παραλιακής ζώνης. Απογοητευμένη, έπεσε στο κρεβάτι ξερή και την πήρε ο ύπνος. Ξύπνησε κακοδιάθετη· τα νεύρα της ήταν σμπαράλια. Γδύθηκε κι έκανε ένα ζεστό μπάνιο. Βγήκε γυμνή κι έριξε μια ματιά στο είδωλό της. Όλα στητά και τσιτωμένα, περίμεναν τ’ αντρικό χέρι! Κατόπι, φρόντισε τον εαυτό της, σαν να πήγαινε σε ραντεβού. Φόρεσε και το καλό της κόκκινο φουστάνι, που κουβάλησε για την περίσταση. Τώρα, χρειαζόταν ένα δυνατό καφέ!
Σαν παραλία έμοιαζε με τη θάλασσα ν' αστραποβολά
Κατέβηκε στη μεγάλη πλατεία. Σαν παραλία έμοιαζε με τη θάλασσα να αστραποβολά στον απογευματινό ήλιο. Ένα κρύο αεράκι ερχόταν απ’ τα δυτικά, που της παρέσυρε τα μαλλιά σ’ ένα τρελό χορό. Αγόρασε στο περίπτερο τη Μακεδονία και μπήκε στο Καφέ της Λωξάντρας. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί στο περιεχόμενο της εφημερίδας. Της άρεσε να διαβάζει αυτήν την τεράστια εφημερίδα με τα ψιλά γραμματάκια. Παρήγγειλε ελληνικό καφέ και χάζευε τους τίτλους και τους περαστικούς. Είδε τη Νίκη να βγαίνει απ’ το ξενοδοχείο προσπαθώντας να συγκρατήσει τη φούστα της, που σηκώθηκε σαν ομπρέλα που ανοίγει ξαφνικά σ' ανέμου δυνατή πνοή.
“Θα ’χει κι άλλο ραντεβού”, σκέφτηκε χαιρέκακα, “Tην πουτάνα, τον έχει από κοντά. Να δεις που θα μένουν και στο ίδιο δωμάτιο. Σιγά, μη δώσει λογαριασμό σε κανένα. Και κείνος ο άντρας της πώς την αφήνει μόνη; Μάλλον θα ξενοπηδάει και κείνος”. Η κοπέλα του Καφέ της άφησε το μπακιρένιο μπρίκι που άχνιζε κι αποχώρησε διακριτικά.
Πέρασε από μπροστά της κι είδε το πρόσωπό της μέσ’ απ’ το τζάμι. Φαινόταν συνοφρυωμένη, αλλά παραδέχτηκε ότι ήταν μια καλλονή. Ζήλεψε και χαμογέλασε πικρά, καθώς τη φαντάστηκε να κυλιέται, πριν από λίγο, με τον Πέτρο στα τσαλακωμένα σεντόνια. Πώς ν’ αναμετρηθεί μαζί της; «Θε μου, τι πάω να κάνω; Εγώ τρέμω ολόκληρη, λες και δεν έχω ξαναπάει με άντρα!» μίλησε στον εαυτό της. Γιατί, όμως, να βασανίζεται άλλο; Πήρε βαθιές ανάσες. Ή τώρα ή ποτέ! Αυτή η στιγμή ήταν η πλέον κατάλληλη, αφού ο Πέτρος, προφανώς, θα ήταν μόνος του.
Με ασταθή, ολίγον τρεμάμενα, βήματα κατευθύνθηκε προς την είσοδο του ξενοδοχείου. Ανεβαίνοντας, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη του ασανσέρ. Κούκλα ήταν. Τα χέρια της ωστόσο εξακολουθούσαν να τρέμουν.
Έφτασε μπροστά στο δωμάτιό του. Έριξε μια τελευταία ματιά πάνω της. Αυτή, και πήγαινε παρακαλώντας! Σαν καμιά στερημένη! Τέλος πάντων! Χτύπησε την πόρτα, ενώ η καρδιά της ταλαιπωρούσε τ' αυτιά της.
–Νέλλη!.. Τι ευχάριστη έκπληξη! Πέρασε μέσα! Νόμιζα ότι είχες φύγει μετά το Συνέδριο, είπε και την ακούμπησε στον ώμο.
Δικαιολογήθηκε ότι είχε πάει για ψώνια. Η αγορά της Θεσσαλονίκης έχει τόσες ευκαιρίες, του πε μηχανικά. Δεν την ρώτησε για το λόγο της επίσκεψής της κι ετοιμαζόταν η ίδια ν’ αρχίσει να τον προδιαθέσει, όταν, έκπληκτη, τον άκουσε να λέει:
–Πάντα έψαχνα την ευκαιρία να σου μιλήσω, Νέλλη. Ήθελα να σου πω ότι από καιρό σ’ είχα προσέξει και πως μ’ αρέσεις! Σπάνια, βλέπει κανείς τέτοια ομορφιά σαν τη δική σου! Και πάντα, τόσο κομψά ντυμένη, σαν φιγουρίνι!
Η Νέλλη ξαφνιάστηκε, που τον άκουγε να σαλιαρίζει σαν γυμνασιόπαιδο. Τα πράγματα δεν εξελίσσονταν, όπως τα ’χε σχεδιάσει. Εκείνη έπρεπε να πει αυτά τα λόγια. Πάει χαμένη τόση προετοιμασία! Αυτό δεν το ’χε υπολογίσει.
“Το μαλάκα! Μου χάλασε την ικανοποίηση της επιτυχίας. Μα τόσο ξελιγωμένος ήταν; Δεν του καθόταν η Νίκη;”
Σιχάθηκε, νευρίασε και του επιτέθηκε:
–Μα, έχεις ωραία γυναίκα, απ’ ό,τι ξέρω, πηδάς και τη Νίκη! Δεν είσαι ευχαριστημένος; του ’πε κυνικά.
Ο Πέτρος τα χρειάστηκε, αλλά δεν έχασε την αυτοκυριαρχία του.
–Νέλλη, Νέλλη!.. Είσαι μια δροσοσταλίδα, μωρό μου! Τι σχέση έχουν αυτές, π’ ανέφερες, μαζί σου; Με τη Νίκη τα χαλάσαμε, πριν από λίγο.
Πάει κι η αντίπαλος! Το πεδίο φάνταζε ανοιχτό μπροστά της! Άλλη θα είχε πέσει ανάσκελα ακούγοντάς τον. Όμως, αυτή αλλιώς φανταζόταν τη σκηνή. Να τον ρίξει στο κρεβάτι κι όχι το αντίθετο! Κι ύστερα, να πανηγυρίσει τη νίκη της. Να νιώσει, επιτέλους, γυναίκα δυνατή! Παραμυθάδες είχε γνωρίσει πολλούς! Γι’ αυτό θα τον παράτησε κι η Νίκη. Θα την καταπίεζε. Τον κοίταξε με οίκτο κι άρχισε να μαζεύει τα πράγματά της. Έφυγε τσατισμένη, αφήνοντάς τον στα κρύα του λουτρού.
Μέσα στον ανελκυστήρα, ένιωσε υπέροχα! Της πέρασαν και τα νεύρα. Αυτό που ήθελε, το ’χε πετύχει. Αυτή ήταν η νικήτρια! Δεν της έλειπαν δα και οι άντρες! Έβαλε τα γέλια κι είπε μ’ ειρωνική διάθεση:
–Σ’ είχα προσέξει! Τρίχες! Αυτό ήθελε μόνο! μίλησε φωναχτά με τον εαυτό της κι έκανε μια απρεπή κίνηση με το χέρι της.
Αλλά δεν ήταν μόνη της στο θάλαμο του ασανσέρ! Το αγόρι την κοίταζε παραξενεμένο. Ήταν ωραίο και το πρόσωπό του έλαμπε απ' την ομορφιά της νιότης!
Και τότε η Νέλλη, χωρίς να το σκεφτεί περισσότερο, πίεσε το κουμπί του στοπ!

_____________________________________________________

© ΒΕΚ, 2016 
Απαγορεύεται, ρητά, η αντιγραφή κι αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρους του, μ' οποιοδήποτε τρόπο, αυτούσιου ή τροποποιημένου, χωρίς την έγκρισή μου [Ν.2121/1993 (25 Α΄)]




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου