Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2016

ΚΑΦΕ ΜΠΙΚΙΝΙ

COMICOGRAFIMATA
ΨΗΦΙΔΕΣ
ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΛΑΜΠΗΔΟΝΕΣ


[ 40 ]  Κ Α Φ Ε  ΜΠΙΚΙΝΙ 


Φωτο: Internet


Κ Α Φ Ε  ΜΠΙΚΙΝΙ


 Ο Κωνσταντής έπιανε από νωρίς τη θέση του, όταν ακόμη η παραλία ήταν άδεια από κόσμο και η άμμος, κάτω στην ακρογιαλιά, μέχρι κει που ’φτανε η γλώσσα της θάλασσας, ήταν νοτισμένη. Έπινε με την ησυχία του τον καφέ του, καθώς η ροδόχρωμη ανατολή ξεθώριαζε κι ο ήλιος άρχιζε να σκαρφαλώνει στην ουράνια ανηφοριά. Συνέχιζε με μπίρα, επειδή ντρεπότανε να δεσμεύει μόνος του, για τόσες ώρες, ένα τραπέζι και τέσσερις καρέκλες. Γιατί θα ’μενε εκεί ακίνητος ως τ’ απόγευμα ή ωσότου «εκείνη» πάρει το δρόμο για το σπίτι που νοίκιαζε λίγο παραπάνω.
Δεν του ’κανε παρέα κανένας συγχωριανός του. Τον έλεγαν σαλό, τρελό δηλαδή, κι όλοι τον ήξεραν σα Σαλοκωνσταντή! Κάποιοι που παραφύλαξαν στο διπλανό κήπο,  νύχτα, τον είδαν, άκουσον άκουσον, να διαβάζει! Πού τα ’βρισκε τα βιβλία, αφού το μικρό τους χωριό δεν είχε βιβλιοπωλείο και ο ίδιος δεν έκανε ούτ’ ένα ταξίδι, μετά τον ερχομό του απ’ τα ξένα; “Τα ’φερα απ’ την Αμερική!”, έτσι τους είπε άμα τον ρώτησαν.  Πάντως, ο αγροτικός γιατρός, που τον εξέτασε μια μέρα που ήταν γριπιασμένος, δε διέγνωσε συμπτώματα τρέλας. “Μια χαρά είναι ο άνθρωπος!”  τους είπε, κι εκείνοι του γύρισαν τις πλάτες μουρμουρίζοντας.
Ο Κωνσταντής έφυγε με την οικογένεια του θείου του, που μετανάστευσε στην Αμερική, τη δεκαετία του εξήντα. Οι γονείς του είχαν χαθεί στο μεγάλο πόλεμο κι ορφάνεψε. Όμως, πέντε χρόνια αργότερα, επέστρεψε στον τόπο του. Δεν τον σήκωσε το κλίμα, εξήγησε ο θείος του που τον έφερε πίσω, κι οι γιατροί συνέστησαν τον επαναπατρισμό του. Και πράγματι ο Κωνσταντής, που θα ’ταν είκοσι χρόνων παλικάρι, είχε τα χάλια του. Έδειχνε αλλοπαρμένος και δεν άργησαν να τον πάρουν στο ψιλό, αντί να τον βοηθήσουν να συνέλθει.
Σα γέμιζε η αμμουδιά από παραθεριστές κοίταζε κατά κει κι αναγάλλιαζε η καρδιά του. Χαμογελούσε, που έβλεπε την ευτυχία στα πρόσωπά τους, αλλά δεν μπορούσε να εξηγήσει την τόση τους λατρεία για τη θάλασσα, που πνίγει τους ανθρώπους και κλείνει σπίτια. Κάτι άλλο συνέβαινε, μα κανείς τους δεν τολμούσε να το παραδεχτεί και να τ’ ομολογήσει. Δεν υπήρχε αμφιβολία: γι’ αυτόν η παραλία ήταν ο προθάλαμος του έρωτα, όχι του αγνού συναισθήματος μα του άγριου του αδηφάγου. Αυτουνού που τ’ αρσενικό θέλει να ξεσχίσει τις γυναικείες σάρκες. Ήταν βέβαιος πως, αν κάποιος έδινε το σύνθημα, όλοι εκείνοι που τους συγκρατούσαν τα δεσμά του πολιτισμού θα γινόταν ένα αξεδιάλυτο κουβάρι.
Ο Κωσταντής γνώριζε πως αυτά τα δεσμά χαλάρωναν το καλοκαίρι εξ αιτίας της ζέστης. Γι’ αυτό άλλωστε βρισκόταν εκεί. Περίμενε να τα δει λυμένα για να επωφεληθεί. Δεν τα διάβαζε τζάμπα τόσα βιβλία. Όλα για το σεξ μιλούσαν. Πότε συγκαλυμμένα, πότε ολοφάνερα, από δω το ’χαν από κει το ’χαν πάντα στο κρεβάτι κατέληγαν. Πολλές φορές ούτε καν σ’ αυτό!
Δεν είχε το δικαίωμα να του πει κουβέντα κανείς. Έβλεπε, και λοιπόν; Ενοχλούσε, έβλαπτε, κανέναν; Είχε παραγγείλει κι απολάμβανε το ποτό του, δεν ήταν χασομέρης ή επαγγελματίας ματάκιας! Στο κάτω κάτω της γραφής δεν έφταιγε αυτός που τσιτσιδώνονταν. Εκείνες έπρεπε να ντρέπονται κι οι άντρες τους που τις το επέτρεπαν. Οι περισσότερες, όμως, ήταν όλο κόκκαλα! Δεν ερχόταν γι’ αυτές, αλλά για μια μελαχρινή ομορφούλα, που δω και μερικά χρόνια έκανε τις διακοπές της στο χωριό.  Τη νοστιμευόταν, του άρεσε γιατί είχε κορμοστασιά αλόγου. Περπατούσε καμαρωτά και τα μαλλιά της έπεφταν γύρω της σαν κύματα αγριεμένης θάλασσας. Και τα λιοκαμένα μεριά της, όταν έσκυβε, έμοιαζαν με αλογίσια καπούλια. Μικρός χάιδευε το άλογό τους κει πίσω και κείνο χλιμίντριζε και τίναζε το κεφάλι του ψηλά θαρρείς και χαιρότανε. Και σα γελούσε, νόμιζε πως ο ήλιος είχε φωλιάσει μες στο στόμα της. Απ’ τα πολλά μπάνια, είχε πάρει ένα καφεδί χρώμα, σαν το παγωτό κακάο «έβγα» που τ’ άρεσε στα νιάτα του. Να 'ταν έρωτας όλα τούτα; Σάματις ήξερε κι ο ίδιος; 
Όπως κάθε μέρα, αφού είχαν κάνει το μπάνιο τους, ερχότανε με τη φίλη της προς το μέρος του. Αυτό που φορούσε δεν ήταν ούτε φουστάνι ούτε μπλούζα! Κι ήταν τρυπητό σαν ψαράδικο δίχτυ! Κάθισαν κοντά του, λες και το ’κανε επίτηδες! Μήπως τον είχαν πάρει είδηση και τον δούλευαν; Η μπίρα άρχιζε να τον πιέζει ανάμεσα στα πόδια κι ήθελε να κατουρήσει, αλλά σφιγγότανε. Δε θα ’χανε τέτοιο θέαμα με τίποτε. Ίσως να ’ταν και η «μέρα του», να λυθούν τα «δεσμά»! Η κοπέλα έπινε ούζο και γελούσε διαρκώς. Κι όλο έριχνε πίσω το κεφάλι της και μάζευε τα μαλλιά της κι αυτά πάλι σκόρπιζαν στους ώμους της. Κάποια στιγμή, γύρισε και τον κοίταξε στα μάτια, για ένα δευτερόλεπτο, και κάτι έσκασε μέσα του σα βεγγαλικό. Τ’ αχαμνά του τον πονούσαν, θα πήγαινε στην τουαλέτα, δεν μπορούσε να κρατηθεί άλλο. Τότε ακριβώς, εκείνη σταύρωσε τα πόδια της κι έγειρε μπρος. Τα λιοκαμένα πισινά της άπλωσαν και συνέβη το απρόοπτο! Λύθηκε το κορδονάκι του μαγιό κι έμεινε ακάλυπτος όλος ο αριστερός γλουτός! Βέβαια, το λεπτό κορδονάκι πρόσφερε μηδαμινή κάλυψη, δεδομένου ότι το μαγιό ήταν καφετί -ομοιόχρωμο με το σοκολατένιο κορμί της -συγκρατούσε όμως ενωμένα τα δυο κομμάτια. Η κοπέλα δεν πρέπει να το πήρε είδηση, γιατί κουνούσε το πόδι της κι έκανε άτσαλες κινήσεις με αποτέλεσμα το μαγιό να παρασύρεται απ’ τη δικτυωτή μπλούζα –ή φόρεμα– αποκαλύπτοντας όλο και περισσότερα, επιδεινώνοντας την ήδη άσχημη κατάσταση στη βουβωνική του χώρα. Τα «δεσμά» είχαν σπάσει πάνω στην πιο ακατάλληλη στιγμή. Το πράγμα, όμως, δεν έπαιρνε αναβολή. Βλαστημώντας για την απρονοησία του να πιει τόσες μπίρες, σηκώθηκε απότομα και κατευθύνθηκε προς το κτίριο.
Καθώς απαλλασσόταν απ’ το αφρώδες υγρό, πήρε όρκο να μην ξαναπιεί μπίρα ή τουλάχιστον όχι πάνω από ένα μπουκάλι. Ανακουφισμένος, άνοιξε την πόρτα, ενώ συγχρόνως παιδευόταν ν’ ανεβάσει το φερμουάρ, που είχε σκαλώσει.
Ήταν σκυμμένος και δεν την είδε αμέσως.
 Η κοπέλα ακουμπούσε στο νιπτήρα και κρατούσε στα χέρια το μαγιό της. Το διάτρητο μπλουζάκι δεν είχε τη δυνατότητα μα ούτε και την πρόθεση να καλύψει το γυμνό της κορμί.  Τον είδε που παιδευόταν κι είπε ατάραχη:
«Τελείως ψεύτικα τα φτιάχνουν όλα!»
Ο Κωνσταντής μπορεί ν' αναστατώθηκε, αλλά ήταν καλά προετοιμασμένος γι’ αυτήν τη στιγμή.
«Μου το δίνετε να το δω;» είπε γελαστά.
Το κορδόνι, όπως διαπίστωσε, δεν είχε λυθεί, αλλά με το καργάρισμα των μαλακών μορίων, ξεκόλλησε στη ραφή. Έπιασε την άκρη και την τράβηξε με δύναμη, ώστε να λεπτύνει, και συγχρόνως την έδενε με το κορδονάκι. Οι φλέβες στα μπράτσα του πετάχτηκαν σα συρματόσχοινα και τα ολόγερα δόντια του πρόβαλαν κι έτριξαν.
«Έτοιμο! Τουλάχιστον δε θα ’στε γυμνή εκεί έξω! Στο σπίτι το πετάτε!» της είπε και γέλασε.
Η κοπέλα άπλωσε το χέρι.
«Σ' ευχαριστώ, Κωνσταντή!» και τον κοίταξε με τ’ ασπράδια των ματιών της.
Ο Σαλοκωνσταντής είδε το σώμα της Έλενας ν' ανοίγει και χώθηκε ανάμεσα.

CG-G-02-01-31

© ΒΕΚ, 2016 
Απαγορεύεται, ρητά, η αντιγραφή κι αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρους του, μ' οποιοδήποτε τρόπο, αυτούσιου ή τροποποιημένου, χωρίς την έγκρισή μου [Ν.2121/1993 (25 Α΄)]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου