Σάββατο, 11 Απριλίου 2015

ΚΡΙΝΟΛΟΥΛΟΥΔΑ, ΤΑ,

COMICOGRAFIMATA
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
ΨΗΦΙΔΕΣ


ΕΡΩΤΙΚΕΣ Λ Α Μ Π Η Δ Ο Ν Ε Σ


[ 18 ]  Τα κρινολούλουδα

– Μοιάζεις με νύφη, της είπα.


– Εγώ δε έρχομαι, πήγαινε μόνος σου. Θα σε περιμένω εδώ, είπε η Έλενα και στάθηκε φοβισμένη στη στροφή του μονοπατιού.
Ούτε κι εγώ ήθελα να πάω, αλλά έπρεπε. Τέτοιοι όμορφοι κρίνοι δεν υπήρχαν πουθενά αλλού. Έτρεξα στο στενό δρομάκι και στο φράκτη στάθηκα. Κοίταξα το παμπάλαιο κτίσμα, με τα λιγοστά στενά παράθυρα, και τον κισσό που ρίζωνε πάνω στους τοίχους και απομυζούσε τις πέτρες. Ήταν το τελευταίο σπίτι του χωριού, πιο πάνω ορθωνόταν ο λόφος. Τρύπωσα το χέρι μου, μέσ’ απ’ τα σκουριασμένα σύρματα, μα δεν τους έφτανα. Αναγκάστηκα ν’ ανοίξω την ξεχαρβαλωμένη αυλόπορτα και να μπω στον κήπο. Άρχισα να τσακίζω με γρηγοράδα τα χυμώδη κοτσάνια, όταν την άκουσα και πάγωσα.
– Για τουν Επιτάφιου τ'ς κόβεις γιόκα μ’ ;
– Ναι γιαγιά.
– Κόψε κι έλα να σι δω. Σι θέλου.
Ό,τι ακριβώς ήθελα ν’ αποφύγω. Θα μου ’λεγε πάλι ότι είμαστε συγγενείς, ότι ήταν παντρεμένη μ’ έναν προπάππο μου (Ποιον, ποτέ δεν το ερεύνησα!) που πέθανε και πως ξαναπαντρεύτηκε και πως το σπίτι που βλέπω κανονικά ανήκει στην οικογένειά μου. Κι εγώ κοιτώντας, για πολλοστή φορά, το παλιό σπίτι, που στεκόταν όρθιο γιατί το κρατούσαν οι χοντρόκορμοι κισσοί, έλεγα από μέσα μου: “δε βαριέσαι δε χάνομε και τίποτε”.


Ήτανε μαυροντυμένη, κυρτωμένη, και φαινόταν μόνο το ζαρωμένο πρόσωπό της και τα λιπόσαρκα χέρια της. Σκούπισε κάτι, που δεν πρόλαβα να δω αν ήταν τα μάτια ή η μύτη –γιατί πρέπει να ομολογήσω πως έτρεμα και δεν την κοιτούσα– και μετά βάλθηκε να λύνει ένα κομμάτι βρώμικο ύφασμα, που ούτε κι αυτό είδα από πού το ξετρύπωσε. Ήξερα όμως τι βρισκόταν εκεί μέσα και την παρακολουθούσα με αδημονία.


– Πάρ’ το, για τ' γιορτή σ', των Βαΐων, που πέρασι. Είμαστι συγγενείς να το θυμάσι!
Το ασημένιο εικοσάρικο αστραποβόλησε στην παλάμη της κι όπως μου το πρόσφερε με την καρδιά της θαρρώ πως έβλεπα χέρι, ποθητό, κοριτσιού.
– Σ' ευχαριστώ, γιαγιά Μαριώ.
– Να’ ρχεσι να μι βλέπ'ς, θα πιθάνου μουναχί μ’.
– Θα έρχομαι, γιαγιά!

– Άργησες και μ’ έπιασε κρότος, είπε η Έλενα, καθώς έφτασα κοντά της.
Η αγκαλιά μου ήταν γεμάτη λευκά κρίνα.
– Πάρ’ τους και πες στ' άλλα κορίτσια πως τους μάζεψες εσύ να ζηλέψουν!
Τους άρπαξε κοιτώντας με με λατρεία.
– Μοιάζεις με νύφη, της είπα.
– Άντε χαζέ!.. είπε κι έσπασε τη μέση της σαν καλαμάκι αναψυκτικού.
– Κοίτα τι μου 'δωσε η γιαγιά μου.
Τα μάτια της και το στόμα της άνοιξαν διάπλατα.
– Πω, πω! Τι θα το κάνεις;
– Δεν ξέρω, το θέλεις;
– Αφού είναι δικό σου. Το δώρο δε δωρίζεται. 
–  Άμα μου πεις τι θ' αγοράσεις, θα στο δώσω.
– Φουστάνι, θέλω! είπε αυθόρμητα και πήρε μια βαθιά ανάσα.
– Εμένα μ' αρέσουν εκείνα, με τις μικρές άσπρες βουλίτσες! Τα κόκκινα, αλλά και μαύρο να είναι δε με πειράζει. 
– Τέτοιο θα πάρω! είπε κι άπλωσε με ανυπομονησία το χέρι.
– Θα το φορέσεις το βράδυ της Λαμπρής να σε δω; 
Την απάντηση δεν την άκουσα, γιατί η Έλενα πήρε το εικοσάρικο κι έτρεξε τον κατήφορο τραγουδώντας. Κι εγώ, κάπως λυπημένος, θαύμαζα τα μαλλιά και το φόρεμα που ανέμιζαν πίσω της.
Ύστερα, βάλθηκα να μαζεύω βιαστικά τα κρίνα και τα τριαντάφυλλα που σκόρπισαν στο μονοπάτι, γιατί δε γυάλιζαν σαν το ασήμι του εικοσόδραχμου. Φορτώθηκα και τις κλαμούρες με τις πασχαλιές. 
Ωστόσο, κατεβαίνοντας στο καλντερίμι που περνούσε δίπλα στο Δημοτικό Σχολείο και κατέληγε στην εκκλησία, για να τη βρω και να της ξαναδώσω τα λουλούδια, σκεφτόμουνα αν έπρεπε να το κάνω.

(Εσύ, αγαπητέ αναγνώστη τι λες;)

(θα ακολουθήσει η Ανάσταση: " Το Άγιο φως" και το τέλος της ιστορίας)

CG-G-02-01-18
_________________________________________
© ΒΕΚ, 2015 ( Από την: «Τάση φυγής»)

Απαγορεύεται, ρητά, η αντιγραφή κι αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρους του, μ' οποιοδήποτε τρόπο, αυτούσιου ή τροποποιημένου, χωρίς την έγκρισή μου [Ν.2121/1993 (25 Α΄)]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου