Δευτέρα, 27 Απριλίου 2015

ΠΟΥΑ ΘΥΜΗΣΗ

COMICOGRAFIMATA
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ ΟΙΚΟΘΕΝ

ΨΗΦΙΔΕΣ
Ε Ρ Ω Τ Ι Κ Ε Σ ΛΑΜΠΗΔΟΝΕΣ

ΠΑΡΑΞΕΝΟΙ ΕΡΩΤΕΣ


[ 25 ]  Πουά θύμηση





Πουά θύμηση


Κανόνισαν αποβραδίς να ξεκινήσουν πολύ πρωί, για να φτάσουν νωρίς στον προορισμό τους. Οδηγούσε κι αισθανόταν ότι το αυτοκίνητο ήταν φίσκα γεμάτο. Άντρες και γυναίκες, ανάκατα, ο ένας πάνω στον άλλο, όπως οι παστές σαρδέλες. Σαν οδηγός όφειλε να ελέγχει το δρόμο, μη τους συμβεί κάνα δυστύχημα και τους βγει ξινή η εκδρομή. Αλλά δεν είχε ορατότητα! Ούτε κι ο λεβιές των ταχυτήτων ήταν πάντα διαθέσιμος. Ευτυχώς, τα πεντάλ τα ’βρισκε με τα πόδια του κανονικά. Το αυτοκίνητο μούγκριζε, αφού ποτέ δεν είχε την κατάλληλη ταχύτητα και υπήρχε περίπτωση στο ίσιωμα να περπατούν με δευτέρα και στον ανήφορο να τρέχουν με τετάρτη.  Γιατί συνέβαιναν όλα αυτά τα παράξενα; Μα γιατί παντού υπήρχαν σφηνωμένα ανθρώπινα σώματα. Τα χέρια του έπιαναν σάρκες, μαλακές και σκληρές. Κορμιά τον έσπρωχναν προς τα μπρος και προσπαθούσε να κρατηθεί με το ζόρι. Και καλά· όλοι οι άλλοι, δεν είχαν να κάνουν και τίποτε, εκείνος όμως οδηγούσε, κρατούσε τις ζωές τους στα χέρια του! Δεν καταλάβαιναν πως τον παρενοχλούσαν; Μάλλον όχι, γιατί, ένας πισινός, που κουνιόταν ρυθμικά,τον χτυπούσε στο μάγουλο και τον έσπρωχνε με αναίδεια προς την πόρτα.
  «Εσύ δε θα πιεις, γιατί οδηγείς!» άκουσε κάποιον να λέει και του φάνηκε αστείο.
  Εδώ νηφάλιος ήταν και δεν είχε τον έλεγχο του αυτοκινήτου, φαντάσου να ’πινε κιόλας! Κι εκεί που περίμενε να τους συμβεί το μοιραίο του κατέβηκε μια ιδέα. Άνοιξε το παράθυρο κι έβγαλε το κεφάλι του έξω! Απ’ τη θέση αυτή έβλεπε ένα τριγωνικό τμήμα από το αριστερό κομμάτι της λωρίδας κυκλοφορίας. Επιπλέον, είχε και στη διάθεσή του τον εξωτερικό καθρέφτη. Απ’ τ’ ολότελα καλή κι η Παναγιώταινα! Βέβαια, από πίσω του κορνάριζαν κι όσοι τον προσπερνούσαν τον μούντζωναν, αλλά λίγο το κακό, απ’ το να βρεθούνε σε κανένα χαντάκι.
  Είχε μπει σ’ έναν παραλιακό δρόμο κι έβλεπε τη θάλασσα. Το άγχος του καταλάγιασε. Η κίνηση ήταν ελάχιστη ως μηδενική και χαλάρωσε. Πού κατευθύνονταν όμως;
  «Πού πάμε, ρε παιδιά;» ρώτησε, αλλά δεν πήρε καμία απάντηση απ’ την κινούμενη μάζα που μύριζε αλκοόλ.
  Δεν μπορούσε να καταλάβει τι έκαναν έτσι ανακατεμένοι που ήταν! Όσες φορές προσπάθησε να στρίψει το κεφάλι του δεξιά, συνάντησε τοίχο από κορμιά. Έβγαλε κι αυτός το πλακέ μπολ με τους κεφτέδες, που είχε φροντίσει να το βάλει στο τσεπάκι της πόρτας του κι άρχισε να μασουλάει. Η κοπέλα, που εδώ και ώρα έκανε χρήση της βουβωνικής του περιοχής, είχε περάσει το κεφάλι της στο κενό του τιμονιού και του έβγαζε τη γλώσσα της. Υπέθεσε πως θα πεινούσε και της έχωνε πού και πού κανένα κομμάτι κεφτέ στο στόμα. Μετά κατάλαβε, πως αυτό συνέβαινε, διότι, καθώς έστριβε το τιμόνι, της πίεζε το λαιμό.
  Έστριβε μόνο αριστερά! Όπου συναντούσε δεξιά στροφή αντιμετώπιζε ένα πρόβλημα, αλλά έκοβε ταχύτητα από πολύ μακριά και την έπαιρνε σε ρυθμό περιπάτου.
  Πότε νύχτωσε, ούτε που το κατάλαβε. Όλη μέρα οδηγούσε; Γύρω του, εδώ και ώρα, δεν ακουγόταν τίποτε. Η μάζα ήταν ακίνητη. Μόνο φούσκωνε και ξεφούσκωνε σαν μπαλόνι. Θα είχαν εξαντληθεί και κοιμούνταν. Βρισκόταν σ’ έναν κατήφορο, όταν είδε τη λίμνη που αστραποβολούσε στο φεγγαρόφωτο.
  «Φτάσαμε!.. Φτάσαμε!..» φώναξε κάποιος σαν τους αρχαίους που ανέκραξαν «Θάλαττα, θάλαττα!» Πήρε αριστερή στροφή και σταμάτησε κάτω από τα δέντρα. Μόλις έσβησε τη μηχανή, ακούστηκε εκείνος ο ρυθμικός ήχος που έμελλε να μη σταματήσει όλη την υπόλοιπη νύχτα. Σαν κάποιος να έδωσε το σύνθημα, άνοιξαν τις πόρτες κι η μάζα κύλησε έξω. Ύστερα, άρχισε να μετασχηματίζεται σε άντρες και γυναίκες που ένας μετά τον άλλο εξαφανίζονταν στο σκοτάδι του σύδεντρου.
  «Ωραία η ιδέα για το πάρτι!» άκουσε να λένε.
  Θέλησε να ρωτήσει, να μάθει περισσότερα, μα κανείς δε βρισκόταν δίπλα του. Δε θα τον ενημέρωναν; Τι πάρτι ήταν αυτό; Μόνος του θα καθότανε;
  Δεν την είχε προσέξει, επειδή φορούσε μαύρο φόρεμα.
  «Πάμε κι εμείς;»
  Δε ρώτησε για πού, μάλλον η κοπέλα θα ήξερε. Έκαναν κατά το σκοτάδι.

  Ήταν λιγνή, μελαχρινή και φορούσε ένα μαύρο φόρεμα. Καθώς βάδιζαν, άκουγαν γυναικείες ερωτικές κραυγές σε διάφορους τόνους κι αντρικά μουγκρίσματα.
  «Άρχισαν» είπε.
  «Τι κάνουν;»
  «Πηδιούνται σαν τα ζώα!»
  Όλοι οι κορμοί των δέντρων ήταν πιασμένοι. Βρήκαν έναν, δίπλα στη λίμνη.
  Την αγκάλιασε κι εκείνη πισωπάτησε.
  «Μην κάνεις σαν αυτούς! Δε μας κυνηγάει κανείς. Θα πιούμε κάτι;»
  Εκεί που έπαιζε η μουσική διακρινόταν ένα φωτισμένο μπαράκι. Δεν την αντιλήφθηκε πότε έφυγε. Σκιά στις σκιές. Γυρνώντας, είχε στα χέρια της δυο μπουκάλια με κίτρινο περιεχόμενο και του ’δωσε το ένα.
  «Είπαν να μην πιω, γιατί οδηγώ.»
  «Πάντα έτσι έκαναν. Σ’ εκμεταλλεύονταν.»
  «Οδηγός σας είμαι;»
  «Κάτι πιο σπουδαίο, αλλά δεν είναι η ώρα να το συζητήσουμε. Πιες, το πρωί θα ’χουμε ξεμεθύσει όλοι.»
  «Θέλω να σου βγάλω το φόρεμα.»
  «Πάντα ήσουν ευγενικός!»
  Το ’νοιωσε στα χέρια του λεπτό, σαν μετάξι. Και πόσο ταιριαστές ήταν οι άσπρες βουλίτσες!   Αυτές.., ναι.., κ ά τ ι του θύμιζαν!
  Καθώς το σήκωνε, φανερωνόταν η σάρκα της σε παράξενα γεωμετρικά σχήματα μέσ’ από ένα μαύρο εσώρουχο. Αυτήν τη φορά δεν τη ρώτησε κι έψαξε να βρει την άκρη να το ανεβάσει.   Τότε αντιλήφθηκε πως ήταν κολλημένο πάνω της κι οι παλάμες του γλιστρούσαν. Την άκουσε να γελά.
  «Δε βγαίνει» της είπε.
  «Έτσι που το τραβάς δεν πρόκειται να το βγάλεις ποτέ. Καλσόν είναι αγόρι μου!»
  Την επομένη στιγμή ήταν ολόγυμνη.
  «Κάνε με ό,τι θέλεις, μόνο μη με σκοτώσεις» είπε και γέλασε ξανά.
  «Πάντα σε φανταζόμουνα να χορεύεις!»
  Ο χορός της ήταν κάτι το εξαίσιο. Τα χέρια της ανέμιζαν ψηλά στον αέρα κι οι γοφοί συντόνιζαν τις κινήσεις της. Τίποτε δεν ήταν πρόστυχο, ως και τα στήθη έμεναν ακούνητα για να μη καταστρέψουν την όμορφη εικόνα.
  Όπως στριφογυρνούσε την κατάπιε το σκοτάδι και χάθηκε απ’ τα μάτια του.
  «Δε σε βλέπω, πού είσαι;»
  «Από πάνω σου!»
  Αιωρούνταν σαν τις πτερόεσσες θεότητες της αρχαιότητας.
  «Έλα κι εσύ, δεν είναι δύσκολο!»
  Το σώμα του ελάφρυνε και συναντήθηκαν πάνω απ’ τα δέντρα. Κι όπως εκείνη προβαλλόταν στο δίσκο της σελήνης πήρε χρώμα κιτρινωπό κι έλιωσε στα χέρια του. Κατόπι, εισχώρησε μέσα του κι έγιναν μία ανάλαφρη οντότητα.
  «Έτσι ερωτεύονταν τότε! Μετά, οι άνθρωποι έπεσαν στη γη κι όλα ξεχάστηκαν, ακόμη κι ο έρωτας! Τον υποκατέστησε το πήδημα. Από κάτω μας, οι άντρες μισούν τις γυναίκες γιατί τις θεωρούν υπαίτιες του ξεπεσμού» είπε αινιγματικά.
  «Δεν είμαι οπαδός αυτής της θεωρίας».
  «Γι’ αυτό, καλέ μου, μπόρεσες και πέταξες. Άκου τους άλλους, κυλιούνται στο χώμα, όπως θα κάνουν σ' όλη τους τη ζωή!»
  «Ποιοι είναι όλοι αυτοί; Εσύ ποια είσαι;»
  Τότε, ένοιωσε το τσίμπημα και θέλησε να τρίψει το πονεμένο σημείο, όπως έκανε όταν τον δάγκωνε καμιά σφήκα, αλλά έπεσε από ψηλά μέσα στο σκοτάδι.

  «Κοιτάξτε ε δ ώ γιατρέ!» είπε η βοηθός του και του ’δειξε το σημείο, βάζοντας τη σύριγγα σ’ ένα σακουλάκι.
  «Φαίνεται εντελώς φυσιολογικό το διάγραμμα, αλλά π ρ ι ν και μ ε τ ά η διαταραχή είναι φοβερή. Προφανώς, το μυαλό του θα ξέθαψε κάποια έντονη ευχάριστη ανάμνηση!»

  Η κοπέλα με το πουά φόρεμα και το μαύρο δικτυωτό καλσόν στεκόταν όρθια με τα χέρια σταυρωμένα και τους άκουγε. Η λύπη της ήταν εμφανής.
  «Τον είδα ν’ ανοίγει τα μάτια του... και να με παρατηρεί!..» είπε αργά.
  Ο γιατρός την κοίταξε έκπληκτος.
  «Τον γνωρίζετε;..»
  «Ναι, ήμ,..  ε ί μ α ι  φίλη του!»
  Ο γιατρός πρόσεξε τα υγρά μαύρα μάτια της και κατάλαβε.
  «Μη φύγετε, σας παρακαλώ, πρέπει να συζητήσουμε!»
  »Αν θέλετε το καλό του!» συμπλήρωσε.

[πρώτη γραφή]
_______________________
GR-G-02-01-19 

© ΒΕΚ, 2015, Απαγορεύεται, ρητά, η αντιγραφή κι αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρους του, μ' οποιοδήποτε τρόπο, αυτούσιου ή τροποποιημένου, χωρίς την έγκρισή μου [Ν.2121/1993 (25 Α΄)]











Σάββατο, 11 Απριλίου 2015

ΚΡΙΝΑ, ΤΑ, πεζό

COMICOGRAFIMATA
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
ΨΗΦΙΔΕΣ


ΕΡΩΤΙΚΕΣ Λ Α Μ Π Η Δ Ο Ν Ε Σ


[ 18 ]  Τα κρίνα




– Εγώ δε έρχομαι, πήγαινε μόνος σου. Θα σε περιμένω εδώ.
Αυτά είπε και στάθηκε φοβισμένη στη στροφή του μονοπατιού. Ούτε κι εγώ ήθελα να πάω, αλλά έπρεπε.
Έτρεξα στο στενό δρομάκι και στάθηκα στο φράκτη. Τρύπωσα το χέρι μου, μέσ’ απ’ τα σκουριασμένα σύρματα, μα δεν τους έφτανα. Αναγκάστηκα ν’ ανοίξω τη ξεχαρβαλωμένη αυλόπορτα και να μπω στον κήπο. Άρχισα να τσακίζω με γρηγοράδα τα χυμώδη κοτσάνια, όταν την άκουσα και πάγωσα.
– Για τουν Επιτάφιου τ’ς κόβ’ς γιόκα μ’ ;
– Ναι γιαγιά, δεν έχει πουθενά αλλού στο χωριό τέτοιους όμορφους κρίνους!
– Κόψι κι έλα να σι δω. Σι θέλου.
Ό,τι ήθελα ν’ αποφύγω. Θα μου ’λεγε πάλι πως είμαστε συγγενείς, πως ήταν παντρεμένη μ’ έναν προπάππο μου (Ποιον άραγε; Ποτέ δεν το ερεύνησα!) που πέθανε και πως ξαναπαντρεύτηκε και πως το σπίτι που βλέπω κανονικά ανήκει στην οικογένειά μου.
Κι εγώ κοιτώντας για πολλοστή φορά το παλιό σπίτι, που στεκόταν όρθιο γιατί το κρατούσαν οι χοντρόκορμοι κισσοί, έλεγα από μέσα μου: “δε βαριέσαι δε χάνομε και τίποτε”.

Ήταν μαυροντυμένη, κυρτωμένη, και φαινόταν μόνο το ζαρωμένο πρόσωπό της και τα λιπόσαρκα χέρια της. Σκούπισε κάτι που δεν πρόλαβα να δω αν ήταν τα μάτια ή η μύτη –γιατί πρέπει να ομολογήσω πως έτρεμα και δεν την κοιτούσα– και μετά βάλθηκε να λύνει ένα κομμάτι βρώμικο ύφασμα, που ούτε κι αυτό είδα από πού το ’βγαλε. Ήξερα όμως τι βρισκόταν εκεί μέσα και την παρακολουθούσα με ανυπομονησία.
– Πάρ’ του τι να τα κάνου ιγώ; Είμαστι συγγινείς να το θ’μάσι!
Το ασημένιο εικοσάρικο αστραποβόλησε στην παλάμη της κι όπως μου το πρόσφερε με την καρδιά της θαρρώ πως έβλεπα χέρι, ποθητό, κοριτσιού.
– Να’ ρχισι να μι βλέπ’ς, θα πιθάνου μουναχί μ’.
– Θα έρχομαι γιαγιά!

– Άργησες και μ’ έπιασε κρότος, είπε καθώς έφτασα κοντά της.
Η αγκαλιά μου ήταν γεμάτη λευκά κρίνα.
– Σαν αυτά που βαστάνε οι νύφες, την άκουσα να λέει ντροπαλά.
– Πάρ’ τους και μη μαρτυράς πως τους μάζεψα εγώ!
Τους άρπαξε κοιτώντας με με λατρεία κι ένοιωσα τα μάτια της να με τρυπάνε.
– Θα παντρευτούμε κι εμείς; της είπα ξαφνικά
– Άντε χαζέ!..μου ’πε κι έσπασε τη μέση της σαν καλαμάκι αναψυκτικού

CG-G-02-01-18
_________________________________________-
© ΒΕΚ, 2015 ( Από την: «Τάση φυγής»)

Απαγορεύεται, ρητά, η αντιγραφή κι αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρους του, μ' οποιοδήποτε τρόπο, αυτούσιου ή τροποποιημένου, χωρίς την έγκρισή μου [Ν.2121/1993 (25 Α΄)]